Ακολουθεί κείμενο του Μ.Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση με τίτλο, "Ανταπάντηση στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γκόρι και Ατένι κ. Ανδρέα", με το οποίο δίνεται συνέχεια στον υψηλού επιπέδου δημόσιο διάλογο των δύο διακεκριμένων εκκλησιαστικών προσωπικότήτων που ξεκίνησε εξ αφορμής άρθρου του π.Γεωργίου στο Amen.gr:

Με την δέουσα προσοχή ανέγνωσα το κείμενο του Σεβασμιωτάτου και αγαπητού Μητροπολίτου Γκόρι και Ατένι κ. Ανδρέου (ΑΜΕΝ.gr, 1 Απρ. τρ. έ.), με το οποίο σχολίαζε εκτενώς άρθρο μου τιτλοφορούμενο «Γεγονός ή ʺπροβοκάτσιαʺ η απόφαση της Εκκλησίας Γεωργίας;», που είχε αναρτηθεί στο ΑΜΕΝ.gr την 3η  Μαρτίου τρ. έ.

Ας μου επιτραπεί να σχολιάσω και εγώ με την σειρά μου τον σχολιασμό της αυτού Σεβασμιότητος, προβαίνοντας συνάμα και σε μια διευκρίνηση. Ότι όσα γράφω  κατωτέρω και όσα ανέφερα στο προ μηνός ἀρθρο μου, αποτελούν απολύτως προσωπικές απόψεις και θέσεις, βασιζὀμενες σε εμπειρίες που βίωσα κατά πολυετή πορεία των Εκκλησιών μας προς την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο.

Εκ προοιμίου θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, αναφερόμενος στις διάφορες φάσεις προπαρασκευής της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, ο Σεβασμιώτατος  σωστά περιγράφει το βαρύ κλίμα που δέσποζε σ΄αυτές. Κυρίως κατά την τελευταία διετία. Διότι, παρά τις τυπικές εκφράσεις Ανακοινωθέντων που μιλούσαν περί διεξαγωγής εργασιών εν πνεύματι ομονοίας και κατανοήσεως, υπήρξαν ουκ ολίγοι διαξιφισμοί και εντάσεις, διά τους οποίους σχεδόν όλοι, φέρουν κάποια, μικρή ή μεγάλη, ευθύνη. Δεν σχολιάζω τις «κορώνες» νεήλυδων λαϊκών συμβούλων, η συμπεριφορά των οποίων άγγιζε τα όρια της αυθάδειας.

Το επίμαχο, κατά τον άγιο Γκόρι, άρθρο μου, δεν αφορούσε στην τοποθέτηση της Αγιωτάτης Εκκλησίας Γεωργίας στα διάφορα σχέδια κειμένων τα οποία είχαν εκπονηθεί ή βελτιωθεί από Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις και Ειδικές Επιτροπές και προωθούνται διά τα περαιτέρω στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Απλώς, έθετε μόνο ένα ερώτημα. Αν δηλ. είχε κάποια βάση ή απλώς αποτελούσε πρόκληση («προβοκάτσια») η πληροφορία που είχε αναρτηθεί σε ρωσσικά και ελλαδικά ΜΜΕ, ότι η Εκκλησία Γεωργίας απέρριψε το Πανορθοδόξως (και από τον Μακαριώτατο Πατριάρχη Γεωργίας κ. Ηλία τον β΄) εγκριθέν κείμενο που ανεφερόταν στις «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Πρόκληση όχι, βέβαια, της Εκκλησίας Γεωργίας, αλλά των πάσης φύσεως «αντι-Συνοδικών» που αναζητούν ευκαιρίες υπονομεύσεως της Συνόδου, λοιδορούν δεκατέσσερεις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες και ψέγουν τους Σεπτούς Προκαθημένους των οι οποίοι, επί τέλους, αποφάσισαν εν ενί στόματι την από δεκαετιών  αναμενόμενη σύγκλησή της.

Στο ερώτημα αυτό η Σεβασμιότης του απαντά με κάποια ασάφεια. Ομολογεί μεν ότι η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας του έλαβε ήδη κάποια απόφαση, χωρίς να αναφέρει αν αυτή είναι θετική ή αρνητική, (εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι πρόκειται για αρνητική) πληροφορώντας ότι αυτή εδημοσιεύθη μόνο στα Γεωργιανά και προσθέτοντας ότι «η περαιτέρω κυκλοφόρησή της δεν είναι δική μας ευθύνη» (sic). Και όμως είναι! Διότι ήταν αναμενόμενο πως οι προαναφερθέντες «Συνοδομάχοι»,  θα προσέτρεχαν σε Γεωργιανές και άλλες ιστοσελίδες και ΜΜΕ προκειμένου να βρούν συμμάχους, ερείσματα και ερεθίσματα στον αντι-Συνοδικό «αγώνα» τους.

Ορθώς μαρτυρεί ο άγιος Γκόρι, ότι όντως ουκ ολίγες κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες μελέτησαν τα υπό των Σεπτών Προκαθημένων τον παρελθόντα Ιανουάριο εγκριθέντα και στην Σύνοδο της Κρήτης προωθηθέντα κείμενα. Ωστόσο, εξ όσων γνωρίζω, καμμία εξ αυτών δεν ανεκοίνωσε προκαταβολικώς και urbi et orbi τα σχετικά πορίσματά της. Και πολύ ορθώς έπραξαν, δοθέντος ότι παραλήπτης των αποφάσεων των Εκκλησιών είναι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος και ουδείς άλλος. Συναφώς γεννάται το εξής εύλογο ερώτημα: Σε τι απέβλεπε η σπουδή της Αγιωτάτης Εκκλησίας Γεωργίας να κοινοποιήσει, έστω μόνο στα Γεωργιανά, την (αρνητική) απόφασή της, αν όχι στο να κατευνάσει τους θεμελιοκρατικούς εκείνους κύκλους της χώρας, που επηρεαζόμενοι και ενθαρρυνόμενοι από εξωγενείς παράγοντες, χρόνια τώρα υπονομεύουν τη ιστορική και σεβάσμια Εκκλησία της Ιβηρίας;

Είναι χαράς αιτία το ότι η Σεβασμιότης του δεν δίστασε να αναφερθεί στην θετική παρουσία  της Εκκλησίας Γεωργίας στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (το, κατά την άποψη των ζηλωτών, θεσμικό όργανο της «Παναιρέσεως του Οικουμενισμού») και στην αγαστή με αυτό συνεργασία της. Ωστόσο απέφυγε να παράσχει μια ξεκάθαρη πληροφόρηση και ερμηνεία ως προς τους ουσιαστικούς λόγους που συνετέλεσαν στην  εσπευσμένη αποχώρηση της Εκκλησίας του από τον Διαχριστιανικό αυτό οργανισμό.

Στην υπερτεσσαρακονταετή εκκλησιαστική μου διακονία από διάφορες υπεύθυνες θέσεις που μου ενεπιστεύθη η Μητέρα μου Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, είχα την ευκαιρία και το προνόμιο να παρακολουθώ τα δρώμενα τόσο στο Διορθόδοξο, όσο και στο Διαχριστιανικὀ προσκήνιο. Και παρά το προβεβηκός της ηλικίας μου, (στο οποίο αναφέρεται συμπαθώς ο αγαπητός άγιος Γκόρι), ακόμη ενθυμούμαι όσα συνέβησαν, όσα ελέχθησαν και όσα εγράφησαν κατά διαστήματα όσον αφορά στις εξελίξεις στη ζωή και δράση των κατά τόπους Εκκλησιών μας. (Ο μακαριστός Γέρων Εφέσου Χρυσόστομος συνήθιζε να λέγει...«αν δεν έχεις γέρο, αγόρασε»)!   

Όσα ανέφερα στο άρθρο μου περί των πραγματικών αιτίων της αποχωρήσεως της Εκκλησίας Γεωργίας από το ΠΣΕ δεν ήταν «παραπλανητικά» καθώς διατείνεται ο Σεβασμιώτατος. Ήταν ερανισμένα από συνέντευξη που είχε δώσει στις 19 Ιουνίου 1997, δηλ. μόλις ένα μήνα μετά την αποχώρηση, στο «Δελτίο Ειδήσεων του Τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας» («Информационный Бюллетень ОВЦС МП»), ο τότε Υπεύθυνος Τύπου του Πατριαρχείου Γεωργίας και Γραμματεύς επί των δημοσίων σχέσεων του Πατριάρχου Γεωργίας Ηλία β΄, πρεσβύτερος Βασίλειος Κομπαχίτζε. Άσχετο αν στην συνέχεια είχε περιπετειώδη και λυπηρή εξέλιξη η εκκλησιαστική σταδιοδρομία του εν λόγω κληρικού. 

Στην συνέντευξή του αυτή,  ο επικεφαλής του Γραφείου Τύπου της Γεωργιανής Εκκλησίας, βάζοντας στο στόχαστρο τους (εν τω μεταξύ αδόξως διαλυθέντας), «Ενισταμένους» Παλαιοημερολογίτες του  Ωρωπού, αλλά και τους Υπερορίους Ρώσσους, δήλωνε αυτολεξεί τα εξής:

«Τελευταίως, κυκλοφόρησαν στην Γεωργία ματαφράσεις άρθρων προερχομένων από ελληνικές και άλλες σχισματικές ομάδες, δίνοντας την εντύπωση ότι πήγαζαν από επίσημα ορθόδοξα κέντρα και αντιπροσώπευαν γνώμες ελλήνων, ρουμάνων και ρώσσων ορθοδόξων κληρικών και θεολόγων. Μια μερίδα του γεωργιανού κλήρου ήταν αναμεμιγμένη σε δυσφημιστική προπαγάνδα κατά της ιεραρχίας, ισχυριζόμενη ότι οι Επίσκοποι είχαν παρεκκλίνει εκ της ορθής πίστεως και δεν ήσαν πλέον καθ΄όλα ορθόδοξοι. Η κίνηση αυτή προέβη σε δημαγωγικούς αφορισμούς, ισχυριζόμενη ότι ο Οικουμενισμός είναι κίνημα αιρετικό, ανάλογο προς εκείνο των Μαρτύρων του Ιεχωβά, και ότι η συμμετοχή μας στην Οικουμενική Κίνηση αποτελούσε εκκλησιολογική αίρεση. Τοιουτοτρόπως η μερίδα αυτή υπέσκαψε βαθμιαίως την εκκλησιολογική συνείδηση των πιστών και κλόνισε την εμπιστοσύνη που είχαν αυτοί προς τους ποιμένας των».

Διευρύνοντας τον λόγο, ο π. Κομπαχίτζε συνέχιζε παρατηρώντας ότι οι εξελίξεις στην Γεωργία επιβεβαίωναν την πραγματικότητα ότι η «καταπολέμηση της Οικουμενικής Κινήσεως εκ μέρους των αντι-οικουμενιστών, αποτελούσε απλώς πρόσχημα προς υλοποίηση των τελικών τους σκοπών που συνίσταντο στην έκπτωση του Πατριάρχου Ηλία από τον Πατριαρχικό Θρόνο ή τουλάχιστον στην σύσταση δικής των σχισματικής Εκκλησίας, σε περίπτωση που δεν θα επετύγχαναν την απομάκρυνση του Πατριάρχου». Και προσέθετε ότι η εκκλησιαστική κρίση στη Γεωργία είχε πολύπλοκες εθνοφυλετικές και πολιτικές διαστάσεις, παρέχοντας συνάμα την πληροφορία ότι κύκλοι φίλα προσκείμενοι προς τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας Ζβιάντ Γκαμζαχουρντία ενίσχυαν ηθικά και οικονομικά διάφορες εκκλησιαστικές φατρίες, με σκοπό την δημιουργία πολιτικής αστάθειας στην χώρα. «Μερίδα του Γεωργιανού τύπου, έλεγε, δεν βοήθησε την κατάσταση μιας και ετάχθη υπέρ των σχισματικών, προτρέπουσα τους πιστούς να διακόψουν την κοινωνία τους με το Πατριαρχείο Γεωργίας, όπως και με τις λοιπές κανονικές Ορθόδοξες Εκκλησίες και να συμπορευθούν με το Βλάσιο της Ρουμανίας, τον Ποιμένα και τον Φώτιο της Βουλγαρίας, τους Ανδρέα, Κυπριανό και Χρυσόστομο της Ελλάδος»! Ο Υπεύθυνος Τύπου της Γεωργιανής Εκκλησίας και στενός συνεργάτης του Προκαθημένου της, δεν μπορούσε να είναι σαφέστερος όταν εν κατακλείδι δήλωνε πως «η απόφαση του Πατριάρχου και της περί αυτόν Συνόδου όπως αποχωρήσουν από το ΠΣΕ και το ΚΕΚ είχε ληφθεί ακριβώς προς αποφυγήν αιματοχυσίας και διχασμού της Εκκλησίας, μετά την περικύκλωση του Πατριαρχικού οίκου από ενόπλους αντικαθεστωτικούς την 20η Μαΐου 1997».

΄Έτσι λοιπόν κατέγραφε την περιπετειώδη και λυπηρή αυτή ιστορία ένας στενός συνεργάτης του πράου και πολυσέβαστου Πατριάρχου Γεωργίας Ηλία β΄που κατείχε συνάμα μια θέση «κλειδί» στη δομή της Εκκλησίας του. Αν τα λεγόμενά του, στα οποία ανεφέρθην στο επίμαχο άρθρο μου, ήταν «παραπλανητικά» μυθεύματα, καθώς ισχυρίζεται ο αγαπητός άγιος Γκόρι, αμφιβάλλω αν θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητος στο επίσημο, έγκυρο και άκρως προσεκτικό «Δελτίο Ειδήσεων του Τμήματος Εξωτερικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας»! 

Ας αναφερθεί για την ιστορία ότι σχόλιο του υπογραφομένου, τιτλοφορούμενο «Οι πολιτικές παράμετροι της Εκκλησιαστικής κρίσεως στη Γεωργία» είχε δημοσιευθεί στο από 1ης Ιανουαρίου 1998 τεύχος της επισήμου εφημερίδος της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εκκλησιαστική Αλήθεια», χωρίς να υπάρξει οιαδήποτε ανασκευή ή διαμαρτυρία.

Είναι ελπίδα και ευχή όλων ημών εκείνη την οποία εξέφρασε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ανδρέας στην κατακλείδα του σχολίου του. Ότι δηλαδή οι άγιοι Πατέρες που θα συγκροτήσουν την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης «κινούμενοι από το Άγιον Πνεύμα... ακόμη μια φορά θα ομολογήσουν μεγαλοφώνως τις αιώνιες αλήθειες στις οποίες η Εκκλησία είναι πιστή από την ημέρα της ιδρύσεώς της». Τούτο είναι αυτονόητο. Ωστόσο, ομολογούντες αιώνιες αλήθειες δεν πρέπει να λησμονούμε την σημερινή πραγματικότητα. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εν πλήρει εικοστώ πρώτω αιώνι οι κατά τόπους Εκκλησίες μας όσο και αν πρεσβεύουν την ίδια Ορθοδοξη πίστη και λατρεύουν τον Τριαδικό Θεό μέσα στην ίδια λειτουργική παράδοση, ζουν ανά τα πέρατα του κόσμου υπό διαφορετικές, η κάθε μια, ειδικές συνθήκες. Άλλες οι συνθήκες στον Καύκασο ή στην Αλάσκα, και έτερες στην Μέση Ανατολή, τα Βαλκάνια και τον Ευρωπαϊκό Βορρά. Άλλες στην Αφρική και άλλες στο χώρο της λεγόμενης «Διασποράς» στην Ευρώπη, τις Αμερικές και την Ωκεανία. Γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο τα εγγενή προβλήματα μιας τοπικής Εκκλησίας δεν πρέπει να παρεμποδίζουν τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες στο να ασκούν το έργο τους και να δίνουν την μαρτυρία τους κατά την κρίση και διάκριση των ποιμένων τους. Αιώνες τώρα έτσι επέζησε και μεγαλούργησε η Ορθοδοξία.

Ο Μ. Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Τσέτσης