Τις τελευταίες 40 ημέρες γράφηκαν πολλά για έναν Μητροπολίτη για τον οποίο, δυστυχώς εν ζωή ειπώθηκαν ελάχιστα.

Μητροπολίτης Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου Προκόπιος, μια χαρισματική προσωπικότητα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας, με πολύπτυχη προσφορά, αλλά εν πολλοίς άγνωστη, που ο ερευνητής του μέλλοντος σίγουρα θα αφιερώσει πολλά κεφάλαια γι’ αυτόν.

Λίγοι τον γνώρισαν πραγματικά, πολλοί όμως τον αγάπησαν και συγκλονίστηκαν με τον αιφνίδιο θάνατό του, ιδιαίτερα οι άνθρωποί του, οι Καβαλιώτες, που κατέκλυσαν τον Ναό του Απ. Παύλου για το ύστατο χαίρε. Αυτή η λαοθάλασσα νομίζω τού απέδειξε, εκεί ψηλά που είναι πια, ότι πέτυχε στο έργο και την διακονία του. Η αγάπη του κόσμου βοά και το έργο του που αφήνει παρακαταθήκη στην Εκκλησία, στην Εκκλησία  που τόσο αγάπησε, θα κρατά για πολλές δεκαετίες ζωντανό το όνομά του, όπως και οι προφητικοί σε πολλά λόγοι του στις διάφορες Ιεραρχίες.

Νοιώθω ότι έχω οφειλόμενο χρέος προς αυτόν, 12 χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μας, να καταθέσω μια άγνωστη σε όλους πτυχή της εκκλησιαστικής του πορείας.

Τον Σεπτέμβριο του 2005, είχα την Θεία εύνοια να γνωρίσω, εξαιτίας της θέσης μου στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, έναν θρησκευτικό ηγέτη της «παλιάς φρουράς», δυναμικό, γεμάτο ενέργεια, ασυμβίβαστο, απογοητευμένο και πικραμένο όμως από την τότε Διοίκηση της Εκκλησίας, ο οποίος το μόνο που ήθελε ήταν να προσφέρει στην Εκκλησία χωρίς να φαίνεται, να είναι χρήσιμος χωρίς να το ξέρει κανείς. Μόνο έτσι ένοιωθε ζωντανός· δεν αναζητούσε τα εύσημα για ό,τι έκανε, αναζητούσε μόνο το συμφέρον της Εκκλησίας. «Η Εκκλησία δεν μας χρωστά τίποτε, εμείς της χρωστάμε τα πάντα» μου έλεγε συχνά, όπως και ότι «εμένα ο Θεός με ευεργέτησε σκανδαλωδώς».

Ακούραστος, οραματιστής, ευφυής, πνεύμα ελεύθερο και ανυπόκριτο, μορφωμένος, άνθρωπος που σου έδινε την ευκαιρία να συζητήσεις μαζί του και να τον πείσεις, εύστροφος, αγωνιστής για τα πιστεύω του, προσεκτικά διεκδικητικός και επίμονος όταν επρόκειτο για το συμφέρον της Εκκλησίας, αλλά ταυτόχρονα και ντροπαλός, σεμνός, προστατευτικός, διακριτικός, με τακτ και ξεχωριστό χιούμορ, με συνεσταλμένο πάντα χαμόγελο, αλλά ταυτόχρονα ενέπνεε δέος και ανησυχία στους αντιτιθέμενούς του.

Με είχε εντυπωσιάσει η εισήγησή του, «Συνοπτική ἐνημέρωσις ἐπί τῆς πορείας τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἐκκλησίας-Ἀναπτυξιακαί προτάσεις»,  στην συνεδρία της Ιεραρχίας τον Οκτώβριο του 2001, όπου μεταξύ άλλων ετόνισε « …Μέχρι σήμερον ἐπεσημάνθησαν διατάξεις χρήζουσαι παρεμβατικῶν διορθώσεων, πλήν τοῦτο οὐδόλως σημαίνει, ὅτι δυσχεραίνεται τό ἔργον μας. Προσωπικῶς, ὑποστηρίζομεν ἀμετακινήτως τήν ἄποψιν, ὅτι δέν εἶναι τά κανονιστικά κείμενα ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἀπογεννοῦν ἐμπνεύσεις καί δημιουργίαν. Ὁ ζῆλος, ἡ διάθεσις, ἡ ἀνιδιοτέλεια καί ἡ εὐαισθησία ἀποτελοῦν, κατά πρώτιστον λόγον, τάς προωθητικάς ἠθικάς δυνάμεις διά τήν ἐπιτυχίαν του έργου μας.» Λόγια που τα έκανε πράξη πρώτα ο ίδιος σε όλη του την ζωή.

Οι ευθύνες και η αίσθηση του καθήκοντος τον οδηγούσαν να είναι πολλές φορές αυστηρός και σκληρός, όμως, όπως ο ίδιος έλεγε, «είμαι πολύ πιό σκληρός με τον εαυτό μου, απ’ ό,τι με τους άλλους». «Δεν είμαι τελειομανής, είμαι τελειοθήρας» μου έλεγε, «αφού μπορώ εγώ, μπορεί και ο καθένας» και αρκετές φορές μου τόνιζε ότι «δεν είμαι γκρινιάρης, παραπονιάρης είμαι».

Οι γιατροί του προ 13 ετών είχαν διαγνώσει ανεύρυσμα κοιλιακής αορτής και του είχαν επιστήσει την προσοχή στην κατάστασή του. «Εγώ αφήνομαι στα χέρια του Θεού» ήταν η απάντησή του και συνέχισε με τον ίδιο ακατάπαυστο ρυθμό την ζωή του.

Ένας μοναχικός και θλιμμένος, πολλές φορές, άνθρωπος, χωρίς καν τις απλές χαρές των συνηθισμένων ανθρώπων και τις ανέσεις των νεότερων Ιεραρχών, μα πάντα πρώτος στους αγώνες και τις διεκδικήσεις της αγαπημένης του Καβάλας, και κυρίως της Εκκλησίας.

Σε κάθε περίπτωση με σεβασμό στους θεσμούς, με σεμνότητα και αφοσίωση στο σωτήριο έργο της Εκκλησίας, ένας ιεράρχης που έθεσε υψηλούς στόχους στην πορεία της ζωής του και με συνεχή αγώνα τους πραγματοποίησε. Δεν είναι τυχαίο ότι 3 χρόνια μόνο μετά την επισκοποίησή του, 38 μόλις ετών, η Εκκλησία αναγνωρίζοντας την αξία του, τον συμπεριέλαβε στην ομάδα σύνταξης του Καταστατικού Χάρτη, το 1977, ο οποίος ισχύει μέχρι και σήμερα και είναι ο μακροβιότερος στην ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος

«Είναι αδήριτη η ανάγκη η Εκκλησία να βρίσκεται κοντά στους ανθρώπους, να αφουγκράζεται τις αγωνίες τους, τον πόνο τους, τα προβλήματά τους», μου έλεγε και το είχε πράξει πρώτος ο ίδιος, όταν 29 χρόνια πριν, το 1988, άρχισε δειλά να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην κοινωνία της Καβάλας με το "Τραπέζι της Αγάπης". Κάθε μεσημέρι, χειμώνα καλοκαίρι, καθημερινές, αργίες και Σαββατοκύριακα, στην φιλόξενη αίθουσα του Καθεδρικού Ναού 100 και πλέον συνάνθρωποί μας, που για λόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς τους δεν είχαν τη δυνατότητα σίτισης ή ζούσαν μοναχικά, βρήκαν μόνιμη ζεστασιά, θαλπωρή και τροφή. Και πάντοτε στις γιορτές έτρωγε μαζί τους, «σαν άπορος και μοναχικός κι εγώ», όπως μου έλεγε. Ο δε λιτός βίος του έκανε εντύπωση και στους Δικαστικούς Λειτουργούς που σφράγισαν τους προσωπικούς του χώρους και απέγραψαν τα προσωπικά του αντικείμενα, αφού είπαν, όπως και ο στενότερος συνεργάτης του μαρτυρεί, ότι «αν δεν το βλέπαμε με τα ίδια μας τα μάτια, δεν θα πιστεύαμε ότι εδώ ζούσε για 43 χρόνια ο Δεσπότης της Καβάλας».

Ήταν για όλους υπόδειγμα Ιεράρχου. Οι λόγοι του μεστοί θεολογικών μηνυμάτων, οι γνώσεις και η ευρυμάθειά του εντυπωσίαζαν τον συνομιλητή του, με ήθος, ευπρέπεια και πάνω απ’ όλα με εκκλησιαστική συνείδηση δημιούργησε μία υποδειγματική Μητρόπολη σε όλους τους τομείς και κυρίως την διοίκησή της, με ποιμαντικό, φιλανθρωπικό και κοινωνικό έργο. Ένα έργο τεράστιο και σπουδαίο μεν, αθόρυβο και διακριτικό δε, με σεβασμό στον άνθρωπο και ταπεινότητα. Κεντρικό Ταμείο Ευποιΐας, Ταμείο Εκκλησιαστικών Υποτροφιών, Τραπέζι Αγάπης - Κοινωνικό Συσσίτιο, Εκκλησιαστική Κατασκήνωση, Εκκλησιαστικό Γηροκομείο, Άσυλο Ανιάτων και Χρονίως Πασχόντων, Έκκλησιαστικό Ίδρυμα Αρωγής του Παιδιού, Γραφείο Εξωτερικής Ιεραποστολής, Βαπτιστήριο της Αγίας Λυδίας, Συνεδριακό Κέντρο, ανάδειξη των Αρχαίων Φιλίππων, ανάδειξη του σημείου αφίξεως του Αποστόλου Παύλου στην Καβάλα και τόσα άλλα...

Αλλά και η σιωπή του τα τελευταία 3 χρόνια δίδασκε πολλαπλώς όλους, εντός και εκτός Ιεραρχίας. Ο λόγος του είναι βέβαιο ότι θα λείψει, αν και τα λεγόμενά του θα μας οδηγούν για πολλές δεκαετίες ακόμη, έστω κι αν ενίοτε τον αμφισβήτησαν, έστω κι αν μερικές φορές παρεξηγήθηκε, έστω κι αν πολλές φορές πικράθηκε, αυτός πάντα διεκδικούσε εκτός των θεμάτων της Μητροπόλεώς του, ίσως και σθεναρότερα, το καλό και το συμφέρον της Εκκλησίας.

Όποιος τον γνώριζε δεν μπορούσε παρά να πει:  «Φίλος πιστὸς σκέπη κραταιά, ὁ δὲ εὑρὼν αὐτὸν εὗρε θησαυρόν».

Χαραγμένα για πάντα στον νου μου θα μείνουν τα λόγια του στις πολύωρες συζητήσεις μας «την ψυχή σου δεν μπορεί να σου την πάρει κανείς. Αν τη χάσεις, τη χάνεις μόνη σου», «απ’ όσα ακούς να πιστεύεις το 20% κι απ’ όσα βλέπεις το 50%, πάντα δε να ερευνάς η ίδια και τις δύο πλευρές».

Εκπληρώνοντας την επιθυμία του, να μη μιλήσω σε κανέναν, αλλά και ταυτόχρονα το χρέος μου προς αυτόν, 12 χρόνια μετά την πρώτη γνωριμία μου μαζί του, οφείλω εκτός από το μεγάλο ευχαριστώ μου, για όσα διά λόγου και βίου με εδίδαξε, να αναφέρω μια σειρά διοικητικών εγγράφων (εγκυκλίων, απόψεων και προτάσεων προς φορείς του Δημοσίου και Υπουργεία) τα οποία γράφηκαν κατά την θητεία μου στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ύστερα από παραινέσεις ενίοτε δε και πιεστικές απαιτήσεις του. Κάθε φορά μου τόνιζε: «Κατοχύρωσέ μας τώρα που μπορείς, ούτε εμείς να ζητάμε περισσότερα από αυτά που δικαιούμαστε, ούτε το Υπουργείο να μας δίνει λιγότερα από αυτά που υποχρεούται». Δεν άφηνε τον συνεργάτη του να κάνει πίσω, να φοβηθεί, να δειλιάσει, «μη σκιάζεσαι» όπως μου έλεγε. Τον  στήριζε, τον προστάτευε, μα κυρίως τον δίδασκε : «Όχι για μας, για το συμφέρον της Εκκλησίας, γιατί το καλό είναι από κάθε άποψη καλό, εάν καλώς γίνεται». Έτσι κατέστη προσπάθεια, κατ’ απαίτησή του αφανώς, να θωρακισθεί η Εκκλησία και να κατοχυρωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο και για τα επόμενα χρόνια. Πράγματι, μέχρι και σήμερα, 9 χρόνια μετά, ισχύουν τα περισσότερα απ’ όσα αναφέρονται στα έγγραφα που με την καθοδήγηση και τις συμβουλές του συντάχθηκαν τότε :

Εγκύκλιος : Υποβολή απαραίτητων δικαιολογητικών για ίδρυση Ενορίας και Μονής.
Εγκύκλιος : Επισημάνσεις από το Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικά με την ανέγερση κτηριακών εγκαταστάσεων Ιερών Μονών.
Εγκύκλιος : Περί οικονομικών ενισχύσεων Ιερών Μονών από τον Αναπτυξιακό Νόμο και από το Γ’ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Εγκύκλιος : Υφιστάμενες οργανικές θέσεις Λαϊκών (Εκκλησιαστικών) Υπαλλήλων, Ιεροκηρύκων και Διακόνων ανά Ιερά Μητρόπολη.
Εγκύκλιος : Περί μισθολογικής Κατάταξης Εφημερίων σε μισθολογικές κατηγορίες  ανάλογα με τα τυπικά τους προσόντα.
Εγκύκλιος : Περί  αναγνώρισης  ιεροψαλτικής προϋπηρεσίας για μισθολογική εξέλιξη.
Εγκύκλιος : Ισχύς και εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.
Απόψεις προς το Συμβούλιο της Επικρατείας για την συνέχιση ιδρύσεως Ιερών Μονών, τις οποίες ανέπτυξε αυτοπροσώπως, ερχόμενος γι’ αυτόν τον λόγο από την Καβάλα, στην εισηγήτρια του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Απόψεις προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους αν οι κληρικοί θεωρούνται κρατικοί υπάλληλοι ή λειτουργοί ή αν η νομική φύση του λειτουργήματός τους είναι διαφορετική.

Απόψεις προς το Ελεγκτικό Συνέδριο περί της νομικής υπόστασης εκκλησιαστικών προσώπων (Ενορίες και Μονές).
Απόψεις προς το Ελεγκτικό Συνέδριο περί της νομικής υπόστασης κληρικών – εφημερίων.
Προτάσεις προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους για ένταξη σε ανώτερη μισθολογική κατηγορία των 300 εφημερίων αποφοίτων των τριών τάξεων του τετραταξίου Εκκλησιαστικού Λυκείου και του Ενιαίου Εκκλησιαστικού Λυκείου.

Ας ευχηθούμε το παράδειγμα και η προσφορά του να αποτελέσουν πνευματική παρακαταθήκη και έμπνευση για κάθε κληρικό.

Εἰ καί ἐν τάφῳ κατῆλθες ὁμολογοῦμεν καί οὐ κρύπτομεν τήν εὐεργεσίαν,

τονίζομεν δέ τήν μεγαλοθυμίαν.

Καλό Παράδεισο Δάσκαλε.