Στις 15 Μαΐου 2017 εκοιμήθη ο υψιπετής αετός της Ορθοδόξου Εκκλησίας Νεόφυτος Παντζής.

Ο Αρχιμανδρίτης Νεόφυτος Παντζής γεννήθηκε στο Αριστοδήμειο Μεσσηνίας στις 7 Νοεμβρίου 1927 από γονείς ευσεβείς και ανετράφη με τις ιερές παραδόσεις του Γένους μας. Το περιβάλλον της παιδικής του ηλικίας καθόρισε μια ιερατική φυσιογνωμία και στην συνέχεια το περιβάλλον της Μονής Βουλκάνου ολοκληρώνει την ασκητική προσωπικότητά του.

   Στην Γερμανική κατοχή λαμβάνει μέρος στον αγώνα εναντίον των κατακτητών, συλλαμβάνεται μάλιστα από τους Γερμανούς και με θαυμαστό αγωνιστικό τρόπο κατορθώνει να διαφύγει τον θάνατο.

   Ως μαθητής του Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Καλαμάτας κηρύττει τον θείο λόγο σε χωριά της Μεσσηνίας και αναλαμβάνει την διδασκαλία σε κατηχητικά σχολεία.

   Στις 9 Μαρτίου 1954 εορτή των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, κατά την Προηγιασμένη Θεια Λειτουργία, στην Μονή Βουλκάνου Μεσσηνίας χειροτονείται Διάκονος από τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο Δασκαλάκη. Κατά την Προηγιασμένη αυτή Λειτουργία συμμετείχαν οι Καθηγητές και οι μαθητές του Ανωτέρου Εκκλησιαστικού Φροντιστηρίου Καλαμάτας. Το ίδιο έτος αποφοιτεί από το Ανώτερο Εκκλησιαστικό Φροντιστήριο Καλαμάτας περατώσας τις πρώτες του θεολογικές σπουδές με επιτυχία. Στις 16 Αυγούστου 1954 από τον πνευματικό του πατέρα Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο χειροτονείται πρεσβύτερος στην Ιερά Μονή Βουλκάνου.

   Τα πρώτα του κηρύγματα ως βοηθός Ιεροκήρυκας της Αποστολικής Διακονίας πραγματοποιεί στην Μεσσήνη στο Μετόχιο της Μονής Βουλκάνου τον Σεπτέμβριο του 1954 κατά την διάρκεια του προσκυνήματος της Ιεράς Εικόνος της Παναγίας της Βουλκανιωτίσσης.

   Συνέχισε να κηρύττει παντού στην Μεσσηνία με ορμητήριο το Μοναστήρι του. Παράλληλα με τα ποιμαντικά του καθήκοντα μεριμνά για τα χειρόγραφα και τα κειμήλια της ιστορικής αυτής Μονής. Γράφει για το πατέρα Νεόφυτο ο Δημοσιογράφος Γιάννης Αναπλιώτης : « Τον περασμένο μήνα είχα την ευτυχία να περάσω δυο εικοσιτετράωρα ψυχικής και πνευματικής γαλήνης στη βιβλική ηρεμία του ιστορικού μοναστηριού του Βουλκάνου. Και να ζήσω αναδιφώντας με τον πατέρα Νεόφυτο Βουλκανιώτη – ένα λαμπρό νέο κληρικό- τους πολύτιμους θησαυρούς των αρχείων του, όλη την μακραίωνη ιστορία του Βουλκάνου…». ( Περιοδικό Αρχείο, Μάιος 1955 )

   Το έτος 1956 αναλαμβάνει Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βουλκάνου.

   Από τα πρώτα έτη της ηγουμενείας του αποκαθιστά κατά το μέτρο του δυνατού ένεκα της κρατικής αδηφάγου πολιτικής εναντίον των Μονών, την περιουσία της Μονής, μεριμνά για την συντήρηση των κειμηλίων της, φροντίζει για την μελέτη και έκδοση χειρογράφων της και μάλιστα με επιμέλειά του δημοσιεύεται το έτος 1957 ανέκδοτο χειρόγραφο ( 30 - 11 -1840 ) του Επισκόπου Μεσσήνης Ιωσήφ.

   Ανήσυχος στις επιδιώξεις του και κατεχόμενος από διακαή έρωτα προς την ιερά σοφία δεν επαναπαύεται στα όσα γνώριζε και κατά το έτος 1962 μεταβαίνει στην Αυστρία για ανώτατες σπουδές, όπου και εκεί ασκεί λατρευτικά καθήκοντα. Παράλληλα το έτος 1969 ολοκληρώνει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με υποτροφία της Αυστριακής κυβερνήσεως περατώνει τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Innsbruck της Αυστρίας και στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Salzburg, της οποίας Σχολής ανακηρύσσεται Διδάκτωρ στις 20 Νοεμβρίου 1980 εκπονώντας διδακτορική διατριβή με θέμα την προσφορά των Μονών της Πελοποννήσου στον αγώνα της Ανεξαρτησίας του 1821. Σε αυτήν την Σχολή μάλιστα εκλήθη να διδάξει ως επισκέπτης Καθηγητής.

   Με όσα στο εξωτερικό μελέτησε και πλούτισε το πνεύμα του και σφυρηλάτησε τον χαρακτήρα του φάνηκε δόκιμος εργάτης στον αμπελώνα του Χριστού. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μέχρι της κοιμήσεώς του αφιερώνει την ζωή του στην υπηρεσία της πατρίδος, στα στρατευμένα νιάτα, υπηρετώντας ως Στρατιωτικός ιερεύς της Αεροπορίας στην Τρίπολη, Καλαμάτα και αλλού. Ταυτόχρονα πιστός και υπάκουος πάντα στον κάθε φορά Επίσκοπο και μη πράττοντας περιττά άνευ αυτού, υπηρετεί την Εκκλησία όπου υπάρχει ανάγκη με εξομολογήσεις και κάθε είδους λατρευτική εκκλησιαστική και φιλανθρωπική δραστηριότητα.

   Συνέγραψε πολλές μελέτες και ιστορικά άρθρα καθώς και ποιητικές συλλογές με κορυφαίο και σημαντικό στην νεώτερη εκκλησιαστική ιστορική έρευνα το :  «Ανδρούσης Ιωσήφ - Ηλιουπόλεως Ανθίμου, Σχέδιον « Περί τοῦ εκκλησιαστικού συστήματος », Αθήναι, 1974.

   Τα κριτήρια του ήταν πάντα εκκλησιαστικά και πήγαζαν από τις βαθειές θεολογικές του γνώσεις, οι απόψεις του και οι κρίσεις του είχαν ανιδιοτέλεια, έλαμπαν την αλήθεια και αιχμαλώτιζαν τους ακούοντας αυτόν. Δεν υπήρξε ποτέ πείσμων, ούτε εγωιστής στις σκέψεις του και στις πράξεις του, αλλά είχε ευστάθεια και ευγένεια χαρακτήρος και μια αγαθότητα ευαγγελικού πνεύματος με το οποίο ήταν όλη του η ύπαρξη διαποτισμένη.

   Τις μεγάλες δύσκολες και δεινές περιστάσεις της ζωής του αντιμετώπιζε με ηρωική θέληση και εξηρχετο νικητής των μεγάλων και ανυπέρβλητων εμποδίων. Η ηρωική του στάση και δράση κατά την γερμανοϊταλική κατοχή ( 1941-1944 ), η με παρρησία διάσωση, τον καιρό της χούντας το 1969, από θάνατο Ελλήνων κουμουνιστών, τον ενθρόνισαν βαθύτατα στην καρδιά του Μεσσηνιακού λαού, τον ανέδειξαν αληθινό ηγέτη και αρωγό ταυτόχρονα, ο οποίος συμμερίζεται τον πόνο και την αγωνία του σκλαβωμένου αδελφού του κάτι το οποίο φάνηκε εναργέστατα κατά την ημέρα της κηδεύσεώς του στην Ιερά Μονή Βουλκάνου όπου μεταξύ των εκατοντάδων ανθρώπων που έδειξαν την ευγνωμοσύνη τους υπήρχαν και πολλοί συναγωνιστές του της Εθνικής Αντιστάσεως 1941-1944 καθώς και πολλοί αγωνιστές εναντίον της Δικτατορίας του 1967.

   Αυτό το ευαγγελικό πνεύμα που βίωνε καθημερινά τον έκανε να αρνηθεί και την εκλογή του σε Μητροπολίτη της Ελλαδικής Εκκλησίας το 1974, διότι η συνείδησή του του έλεγε ότι δεν πρέπει να αδικήσει άλλον αδελφό του κληρικό. Σε μια δύσκολη εκκλησιαστικά και πολιτικά περίοδο, οι όποιες εκ του εκκλησιαστικού και πολιτικού χώρου προερχόμενες πικρίες δεν κατόρθωσαν να χαλαρώσουν την αγωνιστικότητά του και την ρώμη της ψυχής του. Το ίδιο δεν κατάφεραν οι πικρίες που κάθε ποιμένας ενίοτε δοκιμάζει από τα ίδια τα πνευματικά του παιδιά, ούτε γέννησαν την δειλία για τον ιερό της αληθείας αγώνα. Ούτε, όταν δήθεν φίλοι του ακαδημαϊκοί κομπορρημονώντας ένθεν-κακείθεν, προσπάθησαν να τον εκμεταλλευτούν ηθικά και υλικά, κράτησε μίσος και κακία, αλλά με γενναιότητα συνέχισε τον ποιμαντικό του αγώνα υπερμαχώντας πάντοτε για τα δίκαια της Εκκλησίας και έτσι κέρδισε την ειλικρινή αναγνώριση, την συμπάθεια και την εκτίμηση του εκκλησιαστικού πληρώματος και όχι των αγωνιζομένων κατά της Εκκλησίας υποκριτών, των συχναζόντων σε εξωεκκλησιαστικές αιρετικές ιδεαλιστικές φατρίες.

   Η ευφυΐα του, η καλωσύνη του, η εντιμότητά του συνάρπαζαν κάθε συνομιλητή του. Οι λόγοι του ενθουσίαζαν και εμψύχωναν τους πιστούς διότι σε ποικίλες περιστάσεις πόνου και δυστυχίας στερέωνε την ελπίδα για το αίσιο τέλος για τον θρίαμβο της αληθείας και της παρηγορίας που είναι ο Χριστός.

   Εκείνο το οποίο τον διέκρινε ήταν η ειλικρίνεια και η αριστοκρατικότητα της σκέψεώς του. Είχε μία ανώτερη πατριωτική αντίληψη για το Γένος, και θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είχε και πέραν από το γνήσιο εκκλησιαστικό ήθος και μία πολιτική ευστροφία.

   Ο σεβασμός, τον οποίο προκαλούσε η καλογερική μορφή του είχε ανταπόκριση προς την πνευματική αναζήτηση των απλών ανθρώπων του λαού με αποτέλεσμα πολλούς να προσελκύσει στην ευχαριστιακή σύναξη.

   Η προσωπικότητα του εκλιπόντος Αρχιμανδρίτου καθιερώθηκε στη συνείδηση του Μεσσηνιακού λαού σε βαθμό ώστε η τοπική κοινή γνώμη να αισθανθεί βαθύτατα την απώλεια του. Ο βιος του ήταν μια συνεχής διδασκαλία ένα φωτεινό παράδειγμα για τους πιστούς χριστιανοὺς κληρικούς και λαϊκούς. Ο πατήρ Νεόφυτος ευρίσκεται πλέον στην θριαμβεύουσα Εκκλησία, όπου η οσία ύπαρξή του συναγάλλεται μετά των Αγίων και του αποδίδεται ο της δικαιοσύνης στέφανος διότι τον δρόμο τον καλό τετέλεκε και την πίστη τετήρηκε.