Ἐπανερχόμενη σήμερα στὴν Κοζάνη μετὰ ἀπὸ σαράντα χρόνια ἀκριβῶς (δὲν ἔφτασα τὸ Μωυσῆ, ποὺ ἔμεινε ἑξήντα χρόνια στὴν ἔρημο...), θέλω νὰ χαιρετήσω ὅλους σας, ἀπὸ συγκίνηση, καὶ νὰ εὐχαριστήσω τοὺς ὀργανωτὲς τῆς σύναξής μας. Ὄχι γιατὶ δὲν συμπορεύτηκα στὸ βίο μου μὲ τὸ λόγο καί, κατὰ τὸ δυνατόν, μὲ τὴν πράξη, κατ᾽ ἀναλογίαν τοῦ θαυμασίου γέροντός μας Διονυσίου, ἀλλὰ γιατὶ πρώτη φορὰ βρίσκομαι μαζί σας καὶ μαζί μας παλαιοὶ καὶ νέοι μαθητές μου καὶ ἡ νέα γενιὰ αὐτῆς τῆς φιλοπρόοδης πόλης. Αὐτὴ ἡ γενιὰ δὲν πρέπει νά στερηθεῖ τὴ γνώση περὶ τῶν Πατέρων ἡμῶν, γιὰ νὰ καυχιέται ἱερῶς καὶ να ἔχει πατήματα βίου, ὥστε καὶ ἡ ἔκφραση «ἐμεῖς οἱ Κοζανίτες» νὰ ἀντιστοιχεῖ σὲ συγκεκριμένο ἐμπράγματο κοινωνικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ βίο.

Σημειώνω πρὸς τούτοις ὅτι φέτος μετροῦν ἑξήντα χρόνια παρουσίας τοῦ μακαριστοῦ μας Μητροπολίτη στὴ θεόσωστη ἐπαρχία μας, ζῶντος ἐν Κυρίῳ, καθότι ἡ Ἐκκλησία μας εἶναι κοινωνία ζώντων καὶ κεκοιμημένων ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι. Μαζί του, δηλαδή, συμπορευόμαστε δύο γενιὲς χριστιανῶν, λαϊκῶν, ἱερέων καὶ ἐπισκόπων καὶ μιὰ τρίτη ποὺ ρωτᾶ νὰ μάθει, λυπᾶται ποὺ δὲν τὸν πρόλαβε καὶ τὸν ἀναζητᾶ ἐν τοῖς προσώποις ἡμῶν τῶν ἐπιλαβόντων κάτι ἀπὸ τὴ χάρη του.

Ἐρχόμενος, λοιπόν, τὸ 1957 στὴν Κοζάνη ὁ Διονύσιος γνώριζε πολὺ καλὰ ποῦ ἐρχόταν. Γνώριζε τὸν τόπο καὶ τὴν ἱστορία του, τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ τὴν πολιτιστική, τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὰ κατέγραψε σὲ δύο Ὁμιλίες ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, στὶς 2 Μαρτίου 1969, Τὴ Χαριστήριο ᾨδή[ii], καὶ στὶς 28 Φεβρουαρίου 1988, τὸ Πατροπαράδοτον Σέβας[iii], τιτλοφορούμενη καὶ ὡς Χαριστήριος ᾨδὴ β´.

Οἱ δύο αὐτὲς Ὁμιλίες ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «τὴν καλὴν παρακαταθήκην»[iv], ὅπου συνοπτικὰ περιλαμβάνονται τὰ πάντα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μας βίου, καθὰ δὲ αὐτὸς εἶναι καὶ ἱστορικὸ συμφραζόμενο, καὶ τοῦ κοινωνικοῦ μας βίου. Πρόκειται γιὰ μία σύνοψη τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης, ποὺ ἄνθησε στὸ χῶρο τῆς Μακεδονίας μὲ κέντρο τὸ Ἅγιο Ὄρος ὑπὸ τὶς συνοδικὲς ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μὲ ἀναδρομὴ στὴν ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας παράδοσης ἡ ἐκκλησιαστικὴ βιωτὴ τοῦ Διονυσίου στὴν Κοζάνη καθορίζεται ἀπὸ δύο ἰδιαίτερες πνευματικὲς ἀρχές: α) Ὅτι η Μητρόπολη Σερβίων καὶ Κοζάνης ἔχει τὴν πνευματική της ἀναφορὰ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο[v], β) Ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική μας παράδοση καὶ ἡ καρποφορία της ὑπῆρξε ἀπότοκος δύο κυρίως παραγόντων, ἤτοι τῶν πνευματικῶν ἑστιῶν, ποὺ προῆλθαν ἀπὸ τὸν ἡσυχαστικὸ δρόμο μεταξὺ Ἁγίου Ὄρους καὶ Μετεώρων, μέσω τῆς παραποτάμιας διαδρομῆς τοῦ Ἀλιάκμονα[vi], καὶ κατὰ δεύτερον τῆς ἐμπορικῆς δραστηριότητος καὶ μετακίνησης ὁμάδων καὶ πληθυσμῶν τὸ 17ο, 18ο, 19ο αἰ. στὸ χῶρο τῆς Ὀρθοδόξου Βαλκανικῆς, ἢ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Βαλκανικῆς[vii].

Προβαίνω, λοιπόν, σὲ μία παραπέρα ἀνάλυση τῶν παραπάνω, γιὰ νὰ καταλάβουν καὶ νὰ παλάβουν οἱ νεότεροι ἐξ ἡμῶν.

α) Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος ποὺ ἀπαρτίσθηκε μετὰ τὴν ἐθνική μας παλιγγενεσία ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ Καταστατικοὶ της Χάρτες, ὅπως ἐπίσης οἱ Θεολογικές μας Σχολὲς καὶ τὰ προγράμματα σπουδῶν τους. Εἶναι γνωστά, ἐπίσης, καὶ τὰ πρόσφατα ἐπὶ Χριστοδούλου παρατράγουδα ἀπὸ τὴν ἀπόπειρα καταργήσεως οὐσιαστικὰ τῆς Πατριαρχικῆς καὶ Συνοδικῆς Πράξεως τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Τὸ μεῖζον, ὅμως, ποὺ πρέπει νὰ πῶ εἶναι ὅτι ὁ Μητροπολίτης Διονύσιος, γνώστης βαθὺς τῆς συνοδικῆς πράξης κατὰ τὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια[viii] τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ ὄχι ἀποσπασματικά, τῆς Πατερικῆς Γραμματείας, τῆς κηρυγματικῆς καὶ λειτουργικῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας, θεωρεῖ ἑαυτὸν ἀναπόσπαστο κρίκο αὐτῆς τῆς μακραίωνης παράδοσης, ἔτσι ὅπως πραγματώθηκε καὶ πραγματώνεται ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. Τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἁπλὴ φιλοφρόνηση, ἢ κάποια σκοπιμότητα κατὰ ἀνοίκειους πρὸς τὴν πίστη λόγους καὶ κατὰ τὴν ἑκάστοτε πολιτικὴ κατάσταση. Δὲν ἀγνοεῖ μήτε τὸ ἐκκλησιαστκὸ μήτε τὸ πολιτικὸ περιβάλλον τῆς ἐποχῆς του, ἀντίθετα μάλιστα, ἐπειδὴ γνωρίζει, ἐπιμένει σὲ μία ἀρχὴ σταθερότητας ἐνάντια σὲ ἕνα περιβάλλον πολιτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ρευστότητας, ἐπικαλούμενος τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸ Θεολόγο, ἕνα πολὺ ἀγαπημένο του ἅγιο: «Ἐγὼ δὲ ὁ αὐτός εἰμι καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι. Οὔκουν ματαποιηθήσεται, οὐδὲ μετατεθήσεται, οὐδὲ συμμεταπεσεῖται τοῖς καιροῖς καὶ τοῖς πράγμασιν, ἄλλοτε ἄλλος γινόμενος καὶ πολλὰς μεταλαμβάνων χρόας, ὥσπερ τὰς τῶν πετρῶν οἱ πολύποδες, αἷς ἂν ὁμιλήσωσιν· μενεῖ δὲ ὁ αὐτὸς ἀεί, πάγιος ἐν οὗ πεπηγόσι καὶ ἐν στρεφομένοις ἄστροφος»[ix].

Τὸ κείμενο, ὅμως, ποὺ τεκμηριώνει τὴν ἑδραία στάση τοῦ Διονυσίου ὡς πρὸς τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας διαχρονικὰ ὑπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τὴν ὑπ᾽ αὐτὸν κοινὴ δράση τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν στὸ σύγχρονο κόσμο εἶναι ἕνα κείμενο τοῦ 1963, ἕνα κείμενο πρὶν μισὸ αἰώνα, καὶ πλέον, τολμῶ δὲ νὰ πῶ ὅτι ὑπερβαίνει ἀκόμη καὶ τὰ παρεμφερὴ κείμενα τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης τοῦ 2016. Πρόκειται γιὰ τὴν Προσφώνηση πρὸς τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη Ἀθηναγόρα, τὴν 24η Ἰουλίου 1963, στὸν Ἱ. Ναὸ Ἁγίου Νικολάου Κοζάνης, κατὰ τὴν περιοδεία του στὶς Νέες Χῶρες[x]. Ἡ Προσφώνηση ἀποτελεῖ μαρτυρία περὶ τοῦ πλούτου τῆς «ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως»[xi] καὶ τῆς πείρας τῆς ἁγιοσύνης κατὰ τὴν ἀσκητικὴ καὶ λειτουργικὴ πράξη, ὡς ἐφοδίων καὶ πραγμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας γιὰ τὴν ἔξοδό της πρὸς τὸν κόσμο, μὲ προτεραιότητα τὴ λύση τοῦ σχίσματος Ἀνατολῆς καὶ Δύσης καὶ συνάντηση μὲ τὸ σύγχρονο κόσμο[xii]. Εἶναι ἕνα κείμενο Οἰκουμενικῆς Θεολογίας στὸν ἀπόηχο μιᾶς ἑρμηνείας τῆς πίστης καὶ ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς κατὰ τὰ κείμενα τῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν ἡσυχαστικῶν συνόδων τοῦ 14ου αἰ. Σημειώνω τὴν ἀπουσία ἀναφορᾶς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, παρὰ μόνο σὲ μία ὑποσημείωση, ἐνῶ ὑπάρχει ρητὴ ἀναφορὰ περὶ τῶν Αὐτοκεφάλων Ἐκκλησιῶν καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς δράσης τους.

Ὁ Διονύσιος κλείνει τὴν Προσφώνηση μὲ τὴ διαπίστωση ὅτι «φορεὺς τοῦ πνεύματος τούτου (δηλ. τῆς ἀπολύτου ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν), σύμβολον ἑνότητος καὶ ὁρατὴ ἔκφρασις τῆς ἀληθείας ταύτης εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τὸ ἱερὸν πρόσωπον τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὡς ἀποστόλου ἑκάστοτε καὶ κήρυκος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς συνεργασίας, οὐ μόνον μεταξὺ τῶν ὁμοδόξων, οὐ μόνον καὶ μεταξὺ τῶν ἑτεροδόξων ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν ἀλλοθρήσκων». Τὸ λόγου του αὐτὸ ἐπιστηρίζει στὸν Οἰκονομικὸ Πατριάρχη ἅγιο Νικόλαο τὸ Μυστικὸ (852-925), ὁ ὁποῖος θεωροῦσε τὸν ἄνθρωπο σὲ μία ἑνότητα[xiii], «παρὰ τὸ τοῦ σεβάσματος διατείχισμα», ἐνῶ ἐπιπλέον ὁ Διονύσιος διατυπώνει τὴ θέση, κατὰ Βαλσαμώνα, χωρὶς νὰ ἀγνοεῖ τὶς ἱστορικὲς ἀνελίξεις τῶν λαῶν, ὅτι ὁ Οἰκουμενικὸς Θρόνος παραμένει πάντοτε «ὁ μέγας... τὸ περιβόητον πρᾶγμα καὶ ὄνομα»[xiv].

Συνελόντι εἰπεῖν, τὸ λοιπόν, κατὰ Διονύσιο ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν πραγματικότητα γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ πράξη εἶναι τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἐνῶ τὸ πρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη χαρακτηρίζεται ἱερό. Αὐτὴ ἡ εὐσεβὴς προσέγγιση καὶ ἑδραίωση, κατὰ τὴ γνώμη μου, ὑπῆρξε ἡ ἀσφάλεια τῆς ἐλευθερίας λόγου καὶ τοῦ ἀσυμβίβαστου χαρακτήρα τοῦ Διονυσίου μὲ πιὸ συγκεκριμένο παράδειγμα τὴν ἐπὶ σχεδὸν ἑνάμιση χρόνο μὴ ἀναγνώριση τῆς πραξικοπηματικῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου τοῦ Α´, ὅπως καὶ ἡ συμμετοχή του στὴν ἐκλογικὴ διαδικασία κατ᾽ ἀντιπαράθεση πρὸς τὸ Σεραφείμ, κατὰ τὴ δεύτερη φάση τῆς δικτακτορίας, ὄχι γιατὶ πίστευε ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ ἀνατρέψει μία προδιαγεγραμμένη διαδικασία, ἀλλὰ γιὰ νὰ κριθεῖ ἡ ἐκκλησιαστικὴ κατάσταση, τὸ σῶμα τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας, τὸ σῶμα τῆς Πρεσβυτέρας Ἱεραρχίας, ἢ ἔστω νὰ ἀποκατασταθεῖ ἡ δημοκρατικὴ διαδικασία, τουλάχιστον, στὸ πολίτευμα τῆς Ἐκκλησίας, διὰ μιᾶς πράξεως «ψήφου τῶν πλειόνων».

β.1) Σὲ πολὺ στενὴ συνάφεια μὲ τὴν πρώτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχή, τὴν ὁποία διακόνησε χωρὶς τὴν παραμικρὴ σκοπιμότητα ἀλλὰ καὶ μὲ ἱερὸ δέος ὅτι ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸς συνέχεια ζωντανὴ τῆς ἀποστολικῆς καὶ πατερικῆς παραδόσεως τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἶναι ἡ ἐκφορὰ ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ καὶ κοινωνικοῦ λόγου τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης τῆς Μακεδονίας.

Θέλω μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ ἐπισημάνω μερικὰ σημεῖα τῆς θρησκευτικῆς Γεωγραφίας τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, γιὰ νὰ βοηθήσω τοὺς ἀσχολούμενους ἐκ τῶν νέων μας ἐπιστημόνων μὲ τὴ χειρόγραφη καὶ βιβλιοθηκονομικὴ καταγραφή. Ὁ Διονύσιος ἔβλεπε τὴν ἐκκλησιαστικὴ- θεολογικὴ παράδοση καὶ τὴν ἐν γένει ἀνάπτυξη τοῦ τόπου μας ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς ἡσυχαστικῆς παράδοσης, ποὺ συνεῖχε τοὺς Ὀρθόδοξους λαούς, καὶ ἰδίως τῆς Βαλκανικῆς, στὴ μακρὰ περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ ἄνθηση τοῦ ἡσυχασμοῦ ἔχει σημεῖο συνοδικῆς κατοχύρωσης τὶς τρεῖς ἡσυχαστικὲς συνόδους μεταξὺ 1341-1351. Στὴν πρώτη ἑκατονταετία, πρὶν τὴν πτώση τῆς Πόλης τὸ 1453, ὑπάρχει μία ἐκρηκτικὴ μοναστηριακὴ ἄνθηση καὶ συγχρόνως ἐκκλησιαστικὴ ἀρχιτεκτόνηση, ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὄρος, τὴν Ἱ. Μονὴ Ἁγίας Ἀναστασίας, τὴν Ἱ. Μονὴ Βλατάδων (ἀδελφῶν καὶ πνευματικῶν τέκνων τοῦ Ἁγ. Γρηγηρίου τοῦ Παλαμᾶ), τὴν Ἱ. Μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου στὴ Βέροια (πρόσκαιρο ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ) μὲ παράλληλη ἀρχιτεκτονικὴ ἀνάπτυξη τῆς Βέροιας καὶ στὸν ἴδιο ὁδικὸ παραποτάμιο ἄξονα τὸ ἡσυχαστικὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικάνορα Ζάβορδας στὰ Γρεβενά, καὶ ἐνταυτῶ δευτερευόντως τὰ δικά μας μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Ἰλαρίωνος καὶ Ζιδανίου. Ὁ ἡσυχαστικὸς δρόμος διακλαδίζεται πρός Κοζάνη και Σιάτιστα- Σισάνι, μὲ τὴν Ἱ. Μονὴ Μεταμορφώσεως στὸ Δρυόβουνο, καὶ μπορῶ νὰ ἀναφέρω ὅτι συνεχίζει ὣς τὴν Καστοριά, μὲ τὴν ἁγιογραφικὴ ἀνανέωση κατὰ τὴν ἴδια περίοδο, μολονότι ἡ Καστοριὰ ἔχει τὴ δική της αὐτόνομη ζωὴ ἤδη στοὺς Βυζαντινοὺς χρόνους. Ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ζάβορδας ὁ ἡσυχαστικὸς δρόμος προχωρᾶ νοτιότερα καὶ καταλήγει στὰ Μετέωρα, τὰ μοναστήρια τῶν ὁποίων ἱδρύονται, ὡς γνωστόν, ἀπὸ ἡσυχαστὲς Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους.

Μετὰ τὸ μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου Βεροίας καὶ μέχρι τὰ Μετέωρα ὅλα αὐτὰ τὰ μοναστήρια, ἢ ἡσυχαστήρια, τὰ παρααλιάκμια, κτίζουν τὰ καθολικά τους ὡς δοξολογία στὴν Ἁγία Τριάδα, ἢ στὴ Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ, τὰ δύο ἀγαπημένα θέματα τῆς ζωῆς καὶ τῆς θεολογίας τῶν ἡσυχαστῶν Πατέρων, ὡς λειτουργική, δηλαδή, σύνοψη τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Οἰκονομίας.

Αὐτῆς τῆς παράδοσης ὑπῆρξε συνεχιστὴς ὁ ἡμέτερος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας Διονύσιος, γι᾽ αὐτό, ὅταν κατέβαινε στὴ Σαλονίκη, περνοῦσε καὶ προσκυνοῦσε τὴν τιμία κάρα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ποὺ ὣς τὰ φοιτητικά μου χρόνια ἐκτίθετο ἁπλά, ἄνευ ὅποιου καλύμματος, στὸν ὁμώνυμο Ἱ. Ναὸ τῆς Θεσσαλονίκης, μεταφερμένη ἀπὸ τὴν Ἱ. Μονὴ Βλατάδων, ἐνῶ στὴν Ὀπισθάμβωνη Εὐχὴ εἶχε προσθέσει σταθερὰ καὶ τὴν ὀνομαστικὴ ἀναφορὰ τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

β.2) Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε τώρα νὰ κάνω μία ἀκόμη παρένθεση στὴν παρένθεση, νὰ ἀπαντήσω, δηλαδή, γιατὶ στὸν τόπο μας, τὸ βουνίσιο, ἔχουμε τόσες πολλὲς ἐκκλησίες πρὸς τιμὴν τοῦ ἁγ. Νικολάου, ὅλες, ἂν δὲν κάνω λάθος, μετὰ τὴν παρουσία τῶν ἡσυχαστῶν Πατέρων στὰ μέρη μας. Ὁ ἅγ. Νικόλαος εἶναι ἕνας ἅγιος ποὺ τιμᾶται στὴ μοναστηριακὴ πράξη, ἀφοῦ ἡ Πέμπτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος εἶναι ἀφιερωμένη στοὺς Ἁγίους Δώδεκα Ἀποστόλους καὶ στὸν Ἅγιο Νικόλαο. Εἶναι, μάλιστα, ἅγιος Μυροβλίτης, ἁπτὴ ἀπόδειξη τῆς ἐπενέργειας τῆς ἄκτιστης χάριτος τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τὴν ὁμολογία τοῦ ὁποίου ὑπερασπίσθηκε κατὰ τὴν περίοδο τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἂν πάρουμε ὑπόψη μας τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Θεσσαλονικεῖς εἶχαν ἀρνηθεῖ ἀκόμη καὶ στὸν αὐτοκράτορα νὰ χορηγήσουν λείψανο τοῦ ἁγ. Δημητρίου τοῦ Μυροβλίτη, κρατώντας στὴ Θεσσαλονίκη τὴν ἀποκλειστικὴ τιμητικὴ προσκύνηση τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ἡ προβολὴ ἑνὸς ἁγίου, μάλιστα παλαιοῦ και Μυροβλίτη κατὰ τὴ μοναστηριακὴ πράξη, ὑπῆρξε ἀφορμή, κατὰ τὴ γνώμη μου, γιὰ τὴν εὐρεία διάδοση τῆς τιμῆς τοῦ Ἁγίου Νικολάου, ποὺ τὴν ἔφεραν στὰ μέρη μας οἱ ἅγιοι ἡσυχαστὲς Πατέρες τοῦ Ἀλιάκμονα.

γ) Μάκρυνα τὸ λόγο καὶ θὰ ἐπισπεύσω, καθὼς ὁ ἑπόμενος εἰσηγητὴς θὰ ἐπικεντρωθεῖ στὸ κηρυκτικὸ ἔργο. Ἐξάλλου, ὁ Διονύσιος καὶ τὸ λόγο του τὸν τοποθετοῦσε ἐντὸς τῆς λειτουργικῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας, εἴτε ὡς κήρυγμα εἴτε ὡς λόγο γιὰ κάθε τι ποὺ ἀφορᾶ στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνία, ὡς μεταλειτουργία.

Προμνημόνευσα τὴν Ὁμιλία Πατροπαράδοτον Σέβας, ὡς τὴν ἱερά του παρακαταθήκη περὶ τοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑρμηνείας τῆς πίστεως. Ὁ Διονύσιος πατάει γιὰ τὴν ἑρμηνεία του στὸ κείμενο τοῦ Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχὴ ἀνάγεται στὴ Συνοδικὴ Ἐπιστολὴ τῶν Πατέρων τῆς Β´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου τοῦ 382, οἱ ὁποῖοι κατάρτισαν καὶ τὸ ἐν χρήσει βαπτιστήριο- λειτουργικὸ Σύμβολο Πίστεως, καὶ μέσω τῶν βυζαντινῶν χειροτονητηρίων ἐπισκοπικῶν ὁμολογιῶν πίστεως καὶ τῶν Ὅρων- ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων καὶ τῶν γενικῶν ἁγίων καὶ ὑπερτελῶν συνόδων, ὅπως οἱ ἡσυχαστικές, λαμβάνει τὴν ἐν χρήσει του μορφὴ στὴ μεταπαλαμικὴ περίοδο.

Ὁ Διονύσιος, λοιπόν, συνδέει τὰ κριτήρια τοῦ λόγου τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι «οἱ ὁράσεις τῶν Προφητῶν, ἡ παράδοση τῶν Ἀποστόλων, ἡ διδασκαλία τῶν Πατέρων»[xv] μὲ τὴν ἀσκητικὴ ἐμπειρία ὡς μάθος μέσα ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ σταυροῦ[xvi], ὡς ἐκκλησιαστική πράξη, ἡ ὁποία ἔχει ὡς λόγο τὴ θεολογικὴ ἑρμηνεία γεγονότων καὶ πραγμάτων. Πρόκειται γιὰ μία Θεολογία τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ποὺ γεύεται τὶς ἄκτιστες ἐνέργειες τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ[xvii], ὁδηγούμενο ἀπὸ τοὺς ἔμπειρους Πατέρες του στὴν ὁδὸ τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ, καταγραφόμενη αὐτὴ ἡ θεολογικὴ ἑρμηνεία τόσο ὡς κήρυγμα - πράξη, ὅσο καὶ ὡς κοινωνικὴ παρέμβαση, σὲ μία κίνηση ἀπὸ τὸ ἱερὸ θυσιαστήριο πρὸς τὸν κόσμο, ἢ τὸ πεζοδρόμιο τῆς λαϊκῆς ἀγορᾶς τῆς Κοζάνης, ὅπου ἀκούγονταν οἱ Ραδιοφωνικὲς Ὁμιλίες τοῦ Σαββάτου ἀπὸ τὴ μία ἄκρη της ὣς τὴν ἄλλη, «ἀνεβασμένες» στὰ πτερὰ τῶν ἀνέμων[xviii], κάνοντας τὴν πόλη μας νὰ κολυμπᾶ στὸ λόγο του καὶ τὴ χάρη τῆς Ἐκκλησίας μας, καὶ κάνοντας ἐμᾶς τοὺ Κοζανίτες νὰ καυχόμαστε σ᾽ ὅλο τὸν κόσμο γιὰ τοὺς δυὸ Παπποῦδες μας, τόσο, δηλαδή, γιὰ τὸν Ἅγιο Νικόλαο, ὅσο καὶ γιὰ τὸ Μητροπολίτη μας Διονύσιο, ποὺ εἶχε, μάλιστα, τὸ βαπτιστικό του ὄνομα Νικόλαος.

[i]. Ἐκδηλώσεις Μνήμης γιὰ τὰ Εἴκοσι Χρόνια ἀπὸ τὴν Κοίμηση τοῦ Μητροπολίτη Διονυσίου Ψαριανoῦ (Ὀργανωτές: Δῆμος Κοζάνης, Κοβεντάρειος Δημοτικὴ Βιβλιοθήκη, Κοινωφελὴς Ἐπιχείρηση Κοινωνικῆς Πρόνοιας καὶ Μέριμνας, στὴ Στέγη Ποντιακοῦ Ἑλληνισμοῦ, Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017, ὥρα 11.30).

2. Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, Χαριστήριος ᾨδή, Ὁμιλία, λεχθεῖσα τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας (2 Μαρτίου 1969) ἐν τῷ ἱερῷ Ναῷ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος Ἀθηνῶν, κατὰ τὴν πανηγυρικὴν θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἐν Ἀθήναις 1969.

[iii]. Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, «Πατροπαράδοτον Σέβας» (Χαριστήριος ᾨδὴ β´), Ὁμιλία, στὴν ἑορτὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας λεχθεῖσα στὸν Μητροπολιτικὸ Ναὸ τῶν Ἀθηνῶν (28 Φεβρουαρίου 1988), Ἀθήνα 1988.

[iv]. Β´ Τιμ. 1, 14.

[v]. Πρόκειται γιὰ στάση ζωῆς τοῦ Διονυσίου, ὄχι γιὰ μία συνειδητοποίηση ποὺ προῆλθε ἁπλῶς ἀπὸ τὴ μελέτη τῆς κειμενικῆς παραδόσεως καὶ τῆς συνοδικῆς πράξης τῆς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τὰ «χαρτιά». Ὁ Διονύσιος κατέστη ἔμπειρος τῆς Πατριαρχικῆς παραδόσεως μέσω τοῦ μεγάλου Ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου κατὰ τὰ ἔτη 1949-1956, τὸν ὁποῖο διηκόνησε μετὰ μεγίστης εὐλαβείας, ὡς φορέα τοῦ ὁραματισμοῦ καὶ τῆς οἰκουμενικότητας τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ ἐναντίον τοῦ ἐθνοφυλετισμοῦ. Παρενθετικὰ θέλω νὰ σημειώσω ὅτι ὁ Σπυρίδων Βλάχος ἐξελέγη  τὸ 1906 Μητροπολίτης Βελλᾶς καὶ Κονίτσης καὶ τὸ 1916  Ἰωαννίνων, ἐνῶ τὸ 1952 ὡς Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν παρενέβη ἀνδρείως ὑπὲρ τοῦ Νίκου Μπελογιάννη. Ἦταν μεταξὺ μιᾶς σειρᾶς οὐ τυχαίων Μητροπολιτῶν, νέων κατὰ τὴν ἡλικία, ὅπως ὁ ἱερομάρτυς Αἰμιλιανὸς (Λαζαρίδης) Γρεβενῶν καὶ ὁ Γερμανὸς (Καραβαγγέλης) Καστοριᾶς στὰ μέρη μας. Ὁ Διονύσιος μετέφερε  καὶ ἐμπότισε ἐκ νέου τὴν Κοζάνη ἀκριβῶς μὲ αὐτὴν τὴν ἐμπειρία τῆς μαρτυρίας περὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τουτέστιν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὅπως τὴν παρέλαβε ἀπὸ τὸ Σπυρίδωνα Βλάχο. Ὁ Γέροντάς μας Διονύσιος ὑπῆρξε ἐπ᾽ αὐτοῦ μία ζωντανὴ συνέχεια, γι᾽ αὐτὸ καὶ τὸν εὐγνωμονοῦμε διὰ βίου. Θυμᾶμαι τὴν κατ᾽ ἔτος μετάβασή του στὰ Γρεβενὰ γιὰ τὸ μνημόσυνο εἰς μνήμην Αἰμιλιανοῦ. Ἦταν μία πράξη ποὺ μᾶς ἕνωνε μὲ ὅλους τοὺς Πατέρες ἡμῶν.

[vi]. Ὁ βυζαντινὸς καὶ μεταβυζαντινὸς δρόμος, ὁ ὁποῖος ἕνωνε τὴ Θεσσαλονίκη μὲ τὴ Δυτικὴ Μακεδονία, δὲν ἔχει σχέση οὔτε μὲ τὸν παλαιὸ δρόμο μέσω Καστανιᾶς, οὔτε μὲ τὴ νέα ἐθνικὴ ὁδό, ἦταν ἕνας δρόμος ποὺ ἀκολουθοῦσε ἐν πολλοῖς τὴν κοίτη τοῦ ποταμοῦ Ἀλιάκμονα, ὅπως συνέβαινε καὶ μὲ ὅλα τὰ ποτάμια. Ἱκανὰ ἴχνη αὐτοῦ τοῦ λιθόκτιστου δρόμου (πεζούλια) εἶναι ὁρατὰ στὴν περιοχὴ τῆς Βέροιας κάτω ἀπὸ το μοναστήρι τοῦ Τιμίου Προδρόμου.

[vii]. Βλ. γιὰ τὴ σημασία καὶ τὴ θέση τῶν Ἑλλήνων Ὀρθοδόξων καὶ τῶν Ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Βαλκανικῆς ὡς μία πολιτικὴ ἐπισήμανση ἑνότητος ἐν Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, «Πατροπαράδοτον Σέβας» (Χαριστήριος ᾨδὴ β´), μν. ἔργ., σσ. 8 - 9: «Καὶ εἶναι κρῖμα, ποὺ ἡ πολιτικὴ τῶν λαῶν αὐτῶν ἀγνόησε καὶ δὲν ἐκμεταλλεύτηκε θετικὰ καὶ εἰλικρινὰ τὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ πίστη καὶ παράδοση, ὡς τὴν πιὸ γερὴ καὶ ἀσάλευτη βάση, γιὰ τὴν ἵδρυση, τοὐλάχιστον ἐδῶ στὸ βαλκανικὸ χῶρο, μιᾶς ὀρθόδοξης συμπολιτείας».

[viii]. Ὅρος ποὺ χρησιμοποιήθηκε πληθωρικὰ ἀπὸ τὸ Νίκο Ματσούκα ὡς ἀντίστοιχος, ἢ συμπληρωματικὸς τοῦ ὅρου παράδοση.

[ix]. Λόγ. 36, 9, Eἰς ἑαυτόν καί... PG 36, 276C- 277Α.

[x]. Ἡ Προσφώνηση φέρει τὸν τίτλο Ὑποστρέφειν διὰ Μακεδονίας, (ἀναδημοσίευση) ἐν Οἰκοδομὴ καὶ Μαρτυρία, Ἔκφρασις ἀγάπης καὶ τιμῆς εἰς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Σερβίων καὶ Κοζάνης Κύριον Διονύσιον, τόμ. Α´, ἐν Κοζάνῃ 1991, σ. 331- 342.

[xi]. Ἔνθ. ἀν., σ. 334.

[xii]. Ἔνθ. ἀν., σ. 334. Χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ ἀναφορὰ περὶ «τῆς ὥρας τῆς Ἐκκλησίας».

[xiii]. Ἔνθ. ἀν., 341.

[xiv]. Ἔνθ. ἀν., σ. 342, ὅπου καὶ οἱ ἀκριβεῖς παραπομπὲς στὰ κείμενα.

[xv]. Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, «Πατροπαράδοτον Σέβας» (Χαριστήριος ᾨδὴ β´), μν. ἔργ., σ. 7.

[xvi]. Ἔνθ. ἀν., σ. 7.

[xvii]. Ἔνθ. ἀν., σ. 8.

[xviii]. Ὑπαινιγμὸς στὸν τίτλο τοῦ τετράτομου ἔργου, στὸ ὁποῖο συμπεριλαμβάνονται ὅλες οἱ Ραδιοφωνικὲς Ὁμιλίες, οἱ ὁποῖες ὡς πρὸς τὸ συγγραφέα ἦταν γραπτὰ κείμενα, γιατὶ οὐδέποτε ὁ Διονύσιος ἐξέφρασε λόγο, εἴτε ὡς κήρυγμα, εἴτε ὡς κοινωνικὴ παρέμβαση, ἐκ τοῦ προχείρου. 1. Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΑΝΕΜΩΝ (Ραδιοφωνικές ὁμιλίες) Α´ 1983, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος: Ἀθήνα 2011, 2) Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΑΝΕΜΩΝ (Ραδιοφωνικές ὁμιλίες) Β´ 1984, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος: Ἀθήνα 2012, 3) Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΑΝΕΜΩΝ (Ραδιοφωνικές ὁμιλίες) Γ´ 1985, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος: Ἀθήνα 2015, 4) Ἐπισκόπου Διονυσίου Λ. Ψαριανοῦ, Μητροπολίτου Σερβίων καὶ Κοζάνης, ΕΠΙ ΠΤΕΡΥΓΩΝ ΑΝΕΜΩΝ (Ραδιοφωνικές ὁμιλίες) Δ´ 1986-1987, ἐκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος: Ἀθήνα 2013.