Πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα 17 και 18 Οκτωβρίου 2017 με ευθύνη της Κοσμητείας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Διεπιστημονικό Συνέδριο με θέμα: «Αρχή και εξέλιξη του κόσμου και του ανθρώπου με αναφορά στην Εξαήμερο του Μ. Βασιλείου», ενταγμένο στον εορτασμό των 180 χρόνων ιστορίας τόσο του Πανεπιστημίου όσο και της Θεολογικής Σχολής.

Για το θέμα εισηγήθηκαν ειδικοί επιστήμονες, κατά κανόνα μέλη ΔΕΠ του ΕΚΠΑ, από όλους τους εμπλεκόμενους γνωστικούς χώρους: βιβλικοί,
πατερικοί και συστηματικοί θεολόγοι, φιλόσοφοι, θρησκειολόγοι, γεωλόγοι, αστρονόμοι, φυσιολόγοι, αστροφυσικοί, ανθρωπολόγοι, βιολόγοι, ανατόμοι, ψυχολόγοι, γενετιστές.

Τυπικά ή άτυπα διεξήχθη στα στενά χρονικά όρια του Συνεδρίου ένας ήρεμος, όπως ταιριάζει σε σοβαρούς και υπεύθυνους επιστήμονες, εποικοδομητικός επιστημονικός διάλογος, ο οποίος βοήθησε στο ξεκαθάρισμα κάποιων πραγμάτων που στο παρελθόν δημιουργούσαν προβλήματα, ιδιαίτερα αναφορικά με τη σχέση Θεολογίας και επιστημών.

Μεταξύ άλλων διευκρινίστηκαν ότι: α) ποτέ ο διάλογος δεν είναι βλαπτικός. Βλαπτικοί είναι οι παράλληλοι μονόλογοι που συχνά έχουν το χαρακτήρα του δογματισμού και του αφορισμού, παράγοντες που οδηγούν σε φανατισμό και ανούσιες πολώσεις και συγκρούσεις.

β) Όποιος αναζητά απάντηση στα ερωτήματα Ποιος δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο και για ποιο λόγο, ποιος προνοεί και κυβερνά τον κόσμο, ή, με άλλα λόγια, σε ποιον ή πού οφείλουν την ύπαρξή τους κόσμος και άνθρωπος, αυτός δεν καταφεύγει στην επιστήμη, γιατί απλούστατα δεν θα πάρει επιστημονική απάντηση. Αλλά και όποιος διερωτάται, πώς δημιουργήθηκαν ή πώς εξελίχτηκαν κόσμος και άνθρωπος δεν θα καταφύγει στη Θεολογία, γιατί απλούστατα δεν είναι αυτή αρμόδια να απαντήσει. γ) Ο παραπάνω κριτικός συλλογισμός σε καμιά περίπτωση δεν δημιουργεί
στεγανά. Θεολόγοι και φυσικοί επιστήμονες δεν πορεύονται αδιάφορα ούτε συμπεριφέρονται σαν ξένοι. Είναι χρήσιμο να συνειδητοποιούν αμφότεροι ότι είναι συνεργάτες στο ίδιο «οικόπεδο» με διαφορετικά χαρίσματα και διαφορετικούς ρόλους, οι οποίοι δεν τους χωρίζουν αλλά τους ενώνουν. Είναι
κάτι που κατανοούμε καλύτερα στην περίπτωση του ανθρώπινου οργανισμού.

Η διαφορετικότητα των μελών ενός σώματος όχι μόνο δεν προκαλεί δυσλειτουργίες αλλά διασφαλίζει την ομαλή λειτουργία και τη ζωή.
Σκεφθείτε, σχολιάζει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ένα σώμα να έχει όλα του τα μέλη ή κοινωνίες με μόνο ένα ή δύο επαγγέλματα.

δ) Με βάση τα παραπάνω, ο θεολόγος μπορεί αφενός να δανείζεται μεθόδους επιστημονικές για να μπορεί να διατυπώνει σαφέστερα τα ζητήματα της πίστης και αφετέρου να καταφεύγει στην επιστήμη για να είναι σε θέση να εμβαθύνει στις δημιουργικές, προνοητικές και κυβερνητικές ενέργειες του
Δημιουργού. Από την άλλη πλευρά, ο επιστήμων σαφώς και δεν χρειάζεται τη Θεολογία για να μπορεί να ερευνά ανενόχλητος το επιστητό, μπορεί όμως να καταφεύγει σ’ αυτή για να παίρνει απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα που δεν μπορεί ο ίδιος ως επιστήμων να απαντήσει. Επομένως μπορούν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι συνειδητοποιώντας ότι ένας έχει την ανάγκη του άλλου.

ε) Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο είναι προφανές ότι κάποιος μπορεί να είναι και πιστός και άριστος επιστήμων. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Η πίστη
κινδυνεύει μόνο από την απιστία και ποτέ από την επιστήμη. Αλλά και η επιστήμη κινδυνεύει μόνο από την ίδια την επιστήμη ή τη μη επιστήμη, και
ποτέ από την πίστη.