Ακολουθεί η ομιλία του θεολόγου Δημητρίου Κεραμιδά, διδάσκοντος στο Ποντιφικό Πανεπιστήμιο Angelicum της Ρώμης, που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της εκδηλώσεως, «Οικουμενική διάσταση του Χριστιανικού μας χρέους», η οποία διοργανώθηκε από την Κίνηση Καθολικών Επιστημόνων και Διανοουμένων Ελλάδος και την Λεόντιο Πατησίων με αφορμή τον εορτασμό των 200 ετών από την ίδρυση του Τάγματος των Μαριανών Αδελφών που έχουν αφιερωθεί στην διαπαιδαγώγηση των νέων:

Η Καθολική και η Ορθόδοξη Εκκλησία έχουν εκ νέου ανακαλύψει η μία στην άλλη μια «αδελφή Εκκλησία», μετά από αρκετούς αιώνες όπου στις μεταξύ τους σχέσεις κυριαρχούσε η δυσπιστία και η καχυποψία. Η αρχή έγινε όταν ο Πάπας Παύλος 6ος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας – δύο μεγάλοι πρόδρομοι της οικουμενικής αφύπνισης των Εκκλησιών μας – συναντήθηκαν και αγκαλιάστηκαν αδελφικά στους Αγίους Τόπους, στις 6 Ιανουαρίου 1964. Λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Δεκεμβρίου 1965, ήρθησαν τα αναθέματα του 1054 μεταξύ Ρώμης και Κων/πολης και άνοιξε η προοπτική της συμφιλίωσης των δύο μεγάλων αυτών Εκκλησιών της Δύσης και της Ανατολής. Οι δύο Προκαθήμενοι δήλωναν την αποφασιστικότητά τους ν’ αφαιρεθεί από τους κόλπους της Εκκλησίας η μνήμη των ποινών του αφορισμού, που μέχρι τότε είχε σταθεί εμπόδιο στην αμοιβαία προσέγγιση, και να καταδικαστούν στη λήθη τα παλιά αναθέματα (βλ. Κοινή Δήλωση, 1965). Ήταν μια εποχή όπου και στις δύο πλευρές ανθούσαν αισθήματα ειλικρινούς ευαγγελικής φιλίας και βαθιάς επιθυμίας για έμπρακτη ενότητα.

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, ο διάλογος μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων διεξαγόταν περισσότερο μέσα από προσωπικές, ανεπίσημες επαφές. Μια νέα γενιά, όμως, θεολόγων με όραμα, προφητική πνοή και οικουμενική διαίσθηση (όπως οι ιδρυτές της Ποντιφικής Γραμματείας για την Ενότητα των Χριστιανών, Α. Bea και J. Willebrands, οι ορθόδοξοι της ρωσικής διασποράς – Γ. Φλωρόφσκυ, Ν. Afanassieff, J. Meyendorff, οι Γάλλοι καθολικοί J. Danielou, Y. Congar και H. De Lubac, οι Έλληνες συνάδελφοί τους Ν. Νησιώτης και Μητροπολίτης Μελίτων Χατζής του Οικουμενικού Πατριαρχείου), υπενθύμισαν τη σημασία της αναβάπτισης της Εκκλησίας στις πηγές της αρχαίας εκκλησιαστικής παράδοσης (Γραφή, Λειτουργία, Πατερική θεολογία) ως στοιχεία που προβάλλουν την εκκλησιαστική διδασκαλία μ’ έναν τρόπο περισσότερο προσεκτικό στην παγκοσμιότητα του σωτηριώδους θελήματος του Θεού, μακριά από τις σκοπιμότητες ενός άγονου ομολογιακού ανταγωνισμού. Να υπενθυμίσουμε, επίσης, την πολύ σημαντική διπλωματική θητεία του Angelo Roncalli στη Βουλγαρία και την Κων/πολη, χάρη στην οποία ο μετέπειτα Πάπας Ιωάννης 23ος γνώρισε και εκτίμησε την πνευματικότητα της χριστιανικής Ανατολής, όπως και την ποιμαντική διακονία του Αθηναγόρα στις ΗΠΑ, μέσα από την οποία διεύρυνε την οικουμενική κλήση του.

Στον απόηχο όλων αυτών των διεργασιών, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού συμπεριέλαβε το ζήτημα της χριστιανικής ενότητας και άλλαξε, νομίζω κατά ουσιαστικό τρόπο, την ρωμαιοκαθολική οπτική των διαχριστιανικών σχέσεων. Η Σύνοδος αναγνώρισε τα πολλά «στοιχεία αγιότητας και αλήθειας» που υπάρχουν έξω από το ορατό σώμα της Καθολικής Εκκλησίας (Lumen Gentium §8) και έκανε λόγο για τη σχέση της Καθολικής Εκκλησίας με τους άλλους χριστιανούς μέσω του Βαπτίσματος, με το οποίο αυτοί ενώνονται με τον Χριστό «σε μια ορισμένη, αν και ατελή, κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία» (Unitatis Redintegratio §3). Ειδικά για τις Εκκλησίες της Ανατολής η Σύνοδος σημείωνε πως αυτές «έχουν πραγματικά μυστήρια» δυνάμει της αποστολικής διαδοχής, της ιεροσύνης και της Ευχαριστίας (Unitatis Redintegratio §15), ενώ τα θεμελιώδη δόγματα της χριστιανικής πίστης γύρω από την Αγία Τριάδα και τον Ενσαρκωμένο από την Παρθένο Μαρία Λόγο του Θεού καθορίστηκαν σε οικουμενικές Συνόδους που πραγματοποιήθηκαν στην Ανατολή (Unitatis Redintegratio §14).

Την ίδια περίοδο, ο ορθόδοξος κόσμος είχε αρχίσει να αντιμετωπίσει συνοδικά – που σημαίνει: από κοινού – το ζήτημα των σχέσεών του με τη Ρώμη. Οι Πανορθόδοξες Διασκέψεις της δεκαετίας του ‘60 αποφάσισαν την έναρξη του διαλόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας «στο σύνολό της» και «επί ίσοις όροις» με την Καθολική Εκκλησία και ενέγραψαν το ζήτημα του διαλόγου με τους ετερόδοξους στην ημερήσια διάταξη της Πανορθόδοξης Συνόδου. Παρά τον κάποιο δισταγμό έναντι της Καθολικής Εκκλησίας και της οικουμενικής κίνησης γενικότερα, η Ορθοδοξία του ‘60 αναγνώρισε την ύπαρξη άλλων εκκλησιαστικών πραγματικοτήτων εκτός αυτής και διακήρυξε τη διάθεσή της να ενταχθεί στον «πρακτικό» λεγόμενο οικουμενισμό (την προώθηση δηλ. της διαχριστιανικής συνεργασίας σε ηθικο-κοινωνικό, ποιμαντικό και ακαδημαϊκό επίπεδο), ώστε να βρει σημεία επαφής με τους άλλους χριστιανούς και να καλλιεργήσει τη φιλία και ένα ήθος που να προωθεί την ενότητα της χριστιανικής οικογένειας.

Τώρα, ο όρος «διάλογος επί ίσοις όροις» αναγνώριζε, εμμέσως, την εκκλησιαστικότητα του Καθολικισμού (και επομένως, μπορεί κανείς να μιλήσει για διάλογο μεταξύ Εκκλησιών και όχι μεταξύ μιας Εκκλησίας και κάποιων μεμονωμένων χριστιανών, πράγμα που θα επανέφερε την ιδέα της «επιστροφής») και υπενθύμισε ότι ο οικουμενισμός είναι καθήκον ολόκληρης της Ορθοδοξίας και πως καμία Εκκλησία δεν μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό της μια θέση ανωτερότητας ή εκκλησιαστικής αποκλειστικότητας, απαιτώντας την «επιστροφή» των άλλων σ’ αυτήν. Η Γ΄ Πανορθόδοξη Διάσκεψη (1964) υπενθύμισε, εξάλλου, ότι η προπαγάνδα, ο προσηλυτισμός αλλά και η πρόσκληση από μια Εκκλησία σε μια άλλη για επιστροφή είναι μέθοδος απαρχαιωμένη και απαράδεκτη, καταδικασμένη στη χριστιανική συνείδηση.

Ένα άλλο ερώτημα αφορούσε τη δυνατότητα ή όχι έναρξης του θεολογικού διαλόγου. Η ιδέα να προηγηθεί ο διάλογος της αγάπης του θεολογικού διαλόγου ήταν μια επιλογή που φιλοδοξούσε να ξεπεράσει την απολογητική νοοτροπία της β΄ χιλιετίας. Με άλλα λόγια, θα έπρεπε πρώτα να δημιουργηθούν οι απαραίτητες αντικειμενικές και ψυχολογικές συνθήκες, στη μία και την άλλη πλευρά, ώστε να επιτευχθεί η «κάθαρση της συλλογικής μνήμης» (Κοινή δήλωση του Πάπα Ιωάννη Παύλου 2ου και Οικουμενικού Πατριάρχη Δημητρίου του 1979) και στη συνέχεια να ενταχθούν οι Εκκλησίες στον καθαυτό θεολογικό διάλογο. Δυστυχώς, δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί ότι οι πληγές του παρελθόντος, παρά τις έμπρακτες χειρονομίες συγχώρεσης και συμφιλίωσης, εξακολουθούν ν’ επιδρούν αρνητικά στα συντηρητικότερα ρεύματα της Εκκλησίας.

Όλ’ αυτά μας επιτρέπουν να κάνουμε μια πρώτη γενική θεώρηση: ο θεολογικός διάλογος συνυπάρχει με αυτόν της αγάπης, διότι η απουσία του πρώτου σημαίνει την απώλεια της πνευματικής προσέγγισης και τη μετατροπή του οικουμενισμού σ’ ένα είδος «εκκλησιαστικού ακτιβισμού», στερώντας απ’ αυτόν τη χαρισματική διάσταση της πνευματικής συγγένειας μεταξύ όλων όσων πιστεύουν στο Χριστό. Από την άλλη, ο διάλογος της αγάπης ανανεώνει διαρκώς το φρόνημα και το πνεύμα των ποιμένων και των πιστών και καθιστά απτά τα αποτελέσματα του διαλόγου της αλήθειας, εμπνέοντας τις Εκκλησίες να συνεχίσουν το έργο τους υπέρ της ενότητας.

Ο διάλογος της αγάπης συγκεκριμενοποιήθηκε στις δεκαετίες του '60 και του '70 με ταπεινές, αλλά ουσιαστικές, χειρονομίες και προήχθη με διάφορους τρόπους, όπως: επιστροφή λειψάνων στις Ανατολικές Εκκλησίες, κοινές προσευχές, ανταλλαγές δώρων, επίσημα γράμματα, αποστολή αντιπροσωπειών στις θρονικές εορτές των Εκκλησιών Ρώμης και Κων/πολης, ακαδημαϊκές πρωτοβουλίες (συνέδρια, υποτροφίες) κ.λ.π. Όπως σχολίαζε ο τότε Μητροπολίτης Φιλαδελφείας και νυν Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, αν ο διάλογος ξεκινούσε από τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των Εκκλησιών, η πρόοδός του θα ήταν προβληματική, διότι θα έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει μια σειρά δυσκολιών που από ψυχολογικής απόψεως θα ήταν αδύνατο να επιλυθούν.

Η έναρξη του διαλόγου της αλήθειας ανακοινώθηκε επισήμως από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο 2ο και τον Οικουμενικό Πατριάρχη Δημήτριο το 1979. Πρόθεσή τους ήταν να χαράξουν μια κοινή πορεία προς τα εμπρός. Τα κείμενα της Μεικτής Διεθνούς Επιτροπής που έκτοτε παρήχθησαν δεν αποτελούν «ομολογίες πίστεως», ούτε έχουν κανονιστική-δεσμευτική αξία για τις δύο Εκκλησίες· είναι απλώς κείμενα εργασίας, που αντανακλούν ορισμένα σημεία σύγκλισης και μπορούν να αξιολογηθούν από τις δύο Εκκλησίες, ώστε να βοηθήσουν τους εκκλησιαστικούς ηγέτες και το πλήρωμα να κατανοήσουν καλύτερα ο ένας την εκκλησιαστική ταυτότητα του άλλου.

Ο θεολογικός διάλογος έχει, λοιπόν, ως απώτερο σκοπό την αποκατάσταση της πλήρους κοινωνίας μεταξύ της Καθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην πίστη και την κοινή τέλεση της Ευχαριστίας, με βάση την εμπειρία και την παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας. Επομένως, ο θεολογικός διάλογος εκφράζει τη δέσμευση των δύο Εκκλησιών ν’ αποκαταστήσουν την πλήρη ενότητα, έτσι όπως (ή, καλύτερα, κατά τον τρόπο που) αυτή η ενότητα βιωνόταν στο πλαίσιο του αδιαίρετου Χριστιανισμού. Με άλλα λόγια, η μυστηριακή κοινωνία προϋποθέτει μια συγκεκριμένη εμπειρία ενότητας σύμφωνη με την αποστολική πίστη, την πατερική παράδοση, τις εκκλησιαστικές συνόδους. Ως εκ τούτου, ο διάλογος πρέπει σήμερα:

1. Να διακρίνει αυτό που ενώνει τις Εκκλησίες, να ενεργείται με θετικό πνεύμα και μ’ έναν νέο τρόπο, πέρα ​​από το παράδειγμα της απολογητικής θεολογίας.

2. Να μην αγνοεί τα υφιστάμενα προβλήματα, αλλά ν’ αξιολογεί τις διαφορετικές θεολογικές ερμηνείες, διακρίνοντας τις πρακτικές ή διδασκαλίες που είναι συμβατές με την ευχαριστιακή κοινωνία από όσα καθιστούν αδύνατο το διαμοιρασμό των Τιμίων Δώρων. Ανατολή και Δύση έχουν αλλάξει ριζικά από το...1054!

Ερωτάται, όμως, με ποιές θεολογικές προϋποθέσεις εντάσσεται η Ορθοδοξία στο διάλογο με την Καθολική Εκκλησία. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας (2016) διακήρυξε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει συνείδηση ότι αποτελεί την αυθεντική συνέχεια της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας», ότι ομολογεί το Σύμβολο της Πίστεως και διαφυλάσσει την πατερική και συνοδική διδασκαλία των 7 Οικουμενικών Συνόδων (Μήνυμα, §1 και Εγκύκλιος §2).

Η Ορθοδοξία δεν αδιαφορεί για την οικουμενική κίνηση· αντιθέτως, ανταποκρίνεται στο χρέος που της έχει δοθεί από τον Κύριο «νά μαρτυρεῖ τήν ἀλήθεια καί τήν ἀποστολική της πίστη» (Μήνυμα, §3). Η συμμετοχή στην κίνηση για την αποκατάσταση της ενότητας «οὐδόλως τυγχάνει ξένη πρός τήν φύσιν καί τήν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συνεπῆ ἔκφρασιν τῆς ἀποστολικῆς πίστεως καί παραδόσεως, ἐντός νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν». Η μεθοδολογία που ακολουθείται στους διαλόγους αποσκοπεί στην λύση των υπαρχουσών θεολογικών διαφορών και στην αναζήτηση των κοινών στοιχείων της χριστιανικής πίστης. Προϋποθέτει δε απαραβάτως τον αποκλεισμό κάθε πράξης προσηλυτισμού ή προκλητικής ενέργειας ομολογιακού ανταγωνισμού (Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν Χριστιανικόν κόσμον).

Ο οικουμενισμός, λοιπόν, τοποθετεί την αποστολική πίστη σε νέες ιστορικές συγκυρίες. Υπ’ αυτήν – και μόνο – την έννοια η Ορθοδοξία μαρτυρεί τη διαχρονική πίστη της Αποστολικής Εκκλησίας και είναι ένας ζωντανός παράγοντας της Εκκλησίας του Χριστού.

Τα παραπάνω έκαναν δυνατή την αλλαγή της οπτικής ως προς τη Ρώμη: από τη στιγμή που δεν εκφραζόμαστε πλέον με όρους αποκλειστικότητας, μαθαίνουμε – δίχως να καταδικάζουμε – την εκτός ημών εκκλησιαστική ζωή.

Επί του παρόντος, βέβαια, ο επίσημος θεολογικός διάλογος επικεντρώνεται στη μελέτη της σχέσης μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητας στη συνάφεια της ενωμένης Εκκλησίας της πρώτης χιλιετίας. Υπενθυμίζουμε εδώ την εκπεφρασμένη διακήρυξη του νυν Πάπα Φραγκίσκου να προχωρήσει σε μια περισσότερο συνοδική άσκηση του λειτουργήματός του, ενώ η Ορθοδοξία λίγους μήνες πριν εόρτασε την «Αγία και Μεγάλη» της Σύνοδο μετά από μια προετοιμασία που διήρκεσε περίπου 80 χρόνια. Υπάρχει, λοιπόν, η βάσιμη ελπίδα πως καθολικοί και ορθόδοξοι θα συναντηθούν στο σημείο όπου τέμνονται η συνοδική φύση της Εκκλησίας και το πρωτείο και συνδιαμορφώνουν ένα μοναδικό πλέγμα διακονίας, ως έκφραση μιας ανανεωμένης μαρτυρίας ενότητας και διαλόγου μεταξύ των Χριστιανών.

Με βάση αυτά μπορούμε να επιχειρήσουμε μια σύντομη αξιολόγηση του υφιστάμενου διαλόγου.

Μια πρώτη θετική πτυχή του διαλόγου είναι το ίδιο το γεγονός πως και οι δύο Εκκλησίες εξέφρασαν επίσημα την – ελπίζουμε μη αναστρέψιμη – δέσμευσή τους να οικοδομήσουν μαζί μια πορεία που να οδηγήσει στην επιθυμητή ενότητα. Χάρη σ’ αυτή την κοινή διαδρομή θα είμαστε σε θέση να επαληθεύσουμε εάν είναι δυνατή ή όχι η σύγκλισή μας σε ορισμένα σημεία όπως: Ευχαριστία, Βάπτισμα, ιεροσύνης, αποστολική διαδοχή, συμφωνία με την αποστολική πίστη, κανονιστική αξία των Οικουμενικών Συνόδων, καταδίκη της «εκκλησιολογίας της επιστροφής/μεταστροφής». Ο διάλογος επιδιώκει να εμβαθύνει στα σημεία σύγκλισης και να ρίξει φως σε εκείνα της απόκλισης. Ο επίσημος διάλογος συνδέεται με την ευρύτερη οικουμενική ατμόσφαιρα, δεδομένου ότι διευκολύνει την ένταξή του στην καθόλου ζωή της Εκκλησίας. Δυστυχώς, συχνά η δυναμική του διαλόγου παραμένει άγνωστη στο ευρύ κοινό, παρά τις σημαντικές και ειλικρινείς προσπάθειες κληρικών, θεολόγων και ακτιβιστών του οικουμενισμού να υπερβούν τις παλαιές προκαταλήψεις και να οικοδομήσουν από κοινού έναν νέο τρόπο σκέψης και μαρτυρίας του Χριστού που να οδηγεί στη σύγκλιση της δυτικής και ανατολικής Χριστιανοσύνης στην κοινή αποστολική πίστη. Υπ’ αυτή την έννοια, μεμονωμένες παρεμβάσεις, και από τις δύο πλευρές, που απορρίπτουν την ανάγκη του διαλόγου δεν βοηθούν, κατά τη γνώμη μου, στη λογική της ενότητας.

Μια «λογική ενότητας» σημαίνει πως:

1) Όποιος εντάσσεται στο διάλογο το κάνει όχι για να τονίσει θριαμβευτικά την – υποτιθέμενη – ανωτερότητα της πίστης του, αλλά για να βοηθήσει το έργο της ενότητας με ταπεινότητα και προσευχή, δώρα που χορηγούνται από το Άγιο Πνεύμα. Για να γίνει αυτό, όμως, θα πρέπει να επιδιωχθεί μια πορεία συγχώρεσης και οικοδόμησης χώρων συνάντησης και διαλόγου, που να εμπεδώνουν τη σχεσιακή πραγματικότητα της Εκκλησίας (η τριαδική υπόσταση του Θεού υποδεικνύει την προτεραιότητα της κοινοτικής κι όχι συγκεντρωτικής διάστασης του εκκλησιαστικού γεγονότος). Θα πρέπει, επίσης, να είμαστε σε θέση να βρούμε στοιχεία που να ενισχύουν την ενότητα των Χριστιανών βασισμένα σε εκκλησιολογικούς κι όχι εξω-θεολογικούς παράγοντες. Όπως σχολίαζε ο επίσκοπος Ιωάννης Σπιτέρης η ιδεολογία δεν είναι θεολογία και ακόμη περισσότερο δεν έχει σχέση με το μήνυμα της σωτηρίας! Η μοναδικότητα του Χριστιανισμού βρίσκεται στην Ανάσταση και την Πεντηκοστή. Η τελευταία διαχέει και διαμοιράζει όλες τις εκφάνσεις της βασιλείας του Θεού και δεν αναζητεί την ταύτιση με την μία ή την άλλη κοσμική εξουσία.

2) Κατά βάση, ο οικουμενισμός πηγάζει από μια ιεραποστολική πρόσκληση: η Εκκλησία «βγαίνει» στον κόσμο (κι όχι από τον κόσμο), προκειμένου να κηρύξει την αλήθεια του Ευαγγελίου και την ελπίδα της συμφιλίωσης που η ίδια βιώνει ήδη στο εσωτερικό της. Η ιεραποστολή, συνεπώς, είναι η υπέρβαση του «όχι ακόμα» (του σκανδάλου της διαίρεσης) από το «ήδη» της ευχαριστιακής συμμετοχής όλων στην Τριαδική ζωή, η οποία συνενώνει όλη την ανθρωπότητα γύρω από τη δοξολογία του Θεού.

Κατά συνέπεια, είναι αιτία ελπίδας το ότι ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, στην Κοινή Δήλωση που υπέγραψαν το 2014 στα Ιεροσόλυμα, κατέθεσαν ως παρακαταθήκη την έκκλησή τους για μια πνευματικότητα κοινής αναγγελίας της πίστης, μια πνευματικότητα προσευχής και ανανέωσης της εσωτερικής ζωής και αδελφικού διαλόγου με τρόπο που να εμπνέει τις σχέσεις των δύο Εκκλησιών, ώστε να διακρίνονται τα ίχνη του Ευαγγελίου του Χριστού μέσα από την αγαπητική περιχώρηση των πνευματικών εμπειριών του καθενός και την συν-υπευθυνότητα όλων στην προώθηση της ενότητας.