Πριν από λίγο καιρό επισκέφθηκα ένα νεόκτιστο ναό αφιερωμένο σ’ ένα πολύ σπουδαίο σύγχρονο άγιο. Είναι αλήθεια, ότι είχα πολλές επιφυλάξεις γι’ αυτό που θα έβλεπα, διότι ο ναός είχε γίνει γνωστός λόγω του έντονου εθνικού χαρακτήρα του.

Πράγματι, το εθνικό στοιχείο ήταν κυρίαρχο στη ναοδομία, στο εσωτερικό του ναού (τέμπλο) μέχρι και στις επιγραφές των εικόνων. Το φαινόμενο αυτό, παρ’ ότι έρχεται σε σύγκρουση με την Ορθόδοξη θεολογία, δεν είναι καινούργιο. Αποτελεί απόρροια του πολύ οικείου σ’ εμάς ιδεολογήματος της «Ελληνορθοδοξίας».

Μα, θα πει κάποιος, εδώ δεν πρόκειται για μία Ελληνοποίηση της Ορθοδοξίας αλλά για μία οικουμενικότητα της πίστης, αφού προβάλλεται η αλλοεθνής ταυτότητα του τιμώμενου αγίου.

Λάθος. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει. Η τόσο έκδηλη προτεραιότητα της εθνικότητας μέσα στον συγκεκριμένο ναό υπογραμμίζει -δίνοντας πρωταρχική σημασία- στην εθνοφυλετική αντίληψη περί της Εκκλησίας.

Κάθε στοιχείο που θέτει σε προτεραιότητα την εθνικότητα ενός αγίου ή ενός λαού δεν μπορεί να ξεφύγει από τα δίχτυα του εθνοφυλετισμού, φαινόμενο το οποίο εκκολάφθηκε στην πατρίδα μας από την «γενιά του ’30» και το κίνημα της «ελληνικότητας», για να υποστηριχθεί φανατικά τα τελευταία χρόνια από ακαδημαϊκούς δασκάλους της θεολογικής σχολής Αθηνών.

Ήδη από το 1997 με αφορμή την κριτική στο εικαστικό ρεύμα του Νεοβυζαντινισμού, είχα επισημάνει τον κίνδυνο του αντιεκκλησιαστικού ιδεολογήματος της «Ελληνορθοδοξίας» με τα εξής λόγια:

«Ένας Άραβας στην καταγωγή και ελληνικής παιδείας άγιος θα πει: ‘Ιστέον, ότι δια του βαπτίσματος περιτεμνόμεθα άπαν το από γενέσεως κάλυμμα ήτοι την αμαρτίαν και Ισραηλίται πνευματικοί και Θεού λαός χρηματίζομεν’ (αγ. Ιωάννης Δαμασκηνός). Ο όρος «ελληνορθόδοξος» και «ελληνορθοδοξία» σ’ αυτή την περίπτωση συγκρούεται άμεσα με τις αποφάσεις του ‘Συνοδικού’ και την εν γένει ορθόδοξη ιστορική πορεία της Εκκλησίας. (Ο εθνοφυλετισμός καταδικάστηκε τελευταία από το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνυπογραφόντων των: πατριάρχου και Πάπα Αλεξανδρείας, πατριάρχου Αντιοχείας, πατριάρχου Ιεροσολύμων, αρχιεπισκόπου Κύπρου, κ.α. Η δε εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 1872 διετύπωσε ρητά  στον όρο της Συνόδου ότι: «τον εθνοφυλετισμόν προς τε την ευαγγελικήν διδασκαλίαν και το απ’ αιώνων της του Θεού Εκκλησίας πολίτευμα αντιπαρεξετάσαντες, ουχ όπως ξένον, αλλά και πολέμιον, αντίκρυς αυτοίς κατεφωράσαμεν…α) Αποκηρύττομεν κατακρίνοντες και καταδικάζοντες τον φυλετισμόν…β) τους παραδεχομένους τον τοιούτον φυλετισμόν (…) κηρύττομεν (…) σχησματικούς…».(«Νεοβυζαντινισμός, πρωτοπορία ή Kitsch;», εκδ. Αρμός, σσ. 53-54).

Φεύγοντας απογοητευμένος από το νεόκτιστο αυτό ναό θυμήθηκα τον σοφό, ρώσο αγιογράφο Λεωνίδα Ουσπένσκυ. Εκείνος, όταν δεχόταν παραγγελίες εικόνων από ανθρώπους διαφόρων εθνικοτήτων, ονομάτιζε τα πρόσωπα των εικόνων του στη λειτουργική γλώσσα του πιστού για τον οποίο προοριζόταν η εικόνα κι όχι στην δική του εθνική γλώσσα. Έτσι, όταν έφτιαξε την εικόνα του αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ για το παρεκκλήσιο του αγίου στην Πάτμο, έγραψε πάνω στην εικόνα ελληνικά: «Ο άγιος Σεραφείμ Σαρόβης» κι ας ήταν ένας Ρώσος άγιος, αγιογραφημένος από έναν Ρώσο αγιογράφο. Ως Ορθόδοξος αγιογράφος και πιστός γνώριζε ότι κάθε ρώσος άγιος ανήκει πάνω απ’ όλα στο λαό του Θεού κι όχι στην μητέρα Ρωσία που τον γέννησε.

Είναι πικρό, όταν διαπιστώνεις ότι οι αγιογράφοι δεν ζουν πλέον την Ορθόδοξη θεολογία της εικόνας, όπως και ότι ο κλήρος αδιαφορεί για το οικουμενικό φρόνημα της Ορθόδοξης Πατερικής Θεολογίας. Επίκαιρος όσο ποτέ ο λόγος του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ που λέει, ότι «χρειαζόμαστε θεολογία του πολιτισμού, ακόμη και για τις πρακτικές (καθημερινές) μας αποφάσεις». Καταφεύγεις, λοιπόν, ως μία θεολογική παρηγοριά, στον μοναδικό θεσμό και Μητέρα όλων μας, την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, αφού στο πρόσωπό της διασώζεται ο υπερεθνικός χαρακτήρας της Εκκλησίας. Και είναι αλήθεια, ότι ο ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από την εποχή των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου μέχρι και σήμερα, αποκαλύπτει στα μάτια  όλων μας, πως μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν έχουν καμία θέση σαν εκκλησιολογικά στοιχεία, τόσο ο φυλετισμός όσο και ο εθνικισμός.  Αυτό και μόνον το γεγονός αρκεί, για να προσδώσει στον Οικουμενικό θρόνο μία ιδιαίτερη αλλά και αναντικατάστατη διακονία μέσα σ’ ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο· μία διακονία τόσο πολύτιμη στις μέρες μας, επειδή φθάσαμε να βιώνουμε την Ορθοδοξία ως ιδεολογία και όχι ως τρόπο και στάση εκκλησιαστικής ζωής.