Η χρονιά που πέρασε (2016) ασφαλώς σημαδεύτηκε από το κορυφαίο γεγονός της νεότερης Ορθοδοξίας, την σύγκληση μετά από 12 ολόκληρους αιώνες μιας πραγματικά Πανορθόδοξης Συνόδου, της «Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας» (Κρήτη, 19-26 Ιουνίου). Ένα γεγονός που αποτύπωσε με τον πιο επίσημο τρόπο την συνοδική ταυτότητα της κατά Ανατολάς Ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας, όχι ως απλής συνομοσπονδίας ανεξάρτητων αυτοκέφαλων εκκλησιών, αλλ’ ως της «Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής» Εκκλησίας του Χριστού. Δύσκολο ομολογουμένως εγχείρημα, που δυσκολεύτηκαν ορισμένες Ορθόδοξες εκκλησίες να ακολουθήσουν, απαραίτητο όμως προκειμένου να καταθέσει επί τέλους την αυθεντική μαρτυρία της και να εκφέρει «εν ενί στόματι και μια καρδία» λόγο παρακλήσεως στο σύγχρονο παντοιοτρόπως χειμαζόμενο κόσμο.

Η Πανορθόδοξη αυτή Σύνοδος, εκτός από την εκκλησιολογική, ιεραποστολική και γενικότερα θεολογική σημασία που είχε στον μικρόκοσμο της Ορθοδοξίας, απετέλεσε ένα γεγονός που είχε και διαχριστιανικά τεράστια απήχηση για την πορεία της αναζήτησης της «ορατής» ενότητας της διηρημένης χριστιανικής κοινότητας. Την σπουδαιότητα αυτής της συνόδου και τις παγκόσμιες και διαχριστιανικές της επιπτώσεις επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο οι σπασμωδικές αντιδράσεις κατά τα τελευταία στάδια προετοιμασίας της, την οριστική απόφαση σύγκλησής της, τις εργασίες της, και κυρίως την λυσσαλέα επίθεση με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο κατά των αποφάσεών της από γνωστή μερίδα ακραίων φονταμενταλιστικών κύκλων, στους οποίους κατ’ οικονομίαν και άκρα επιείκεια και ανοχή δεν έχουν ακόμη επιβληθεί τα υπό της κανονικής παραδόσεως της Εκκλησίας προβλεπόμενα επιτίμια.

Και για να μη νομίσει κανείς, ότι οι ακραίες αυτές αντιδράσεις οφείλονται σε πιστότητα στην Ορθόδοξη παράδοση, και όχι σε τυφλή μίμηση ακραίων κύκλων της Δυτικής χριστιανοσύνης, δεν έχει παρά να τις συγκρίνει με τις ίδιες ακριβώς αντιδράσεις εναντίον του άλλου κορυφαίου γεγονότος της χρονιάς που μας πέρασε: της Αποστολικής Προτροπής Amoris laetitia (Η χαρά της Αγάπης, 8 Απριλίου 2016), της τρίτης σημαντικής εγκυκλίου του Πάπα Φραγκίσκου, μετά την ιεραποστολική  Evangelii Gaudium (Η χαρά του Ευαγγελίου, του 2013), και την περιβαλλοντική Laudato Si (Δόξα Σοι,  του 2015).

Αν η πρώτη εγκύκλιος του Πάπα Φραγκίσκου καταδίκαζε το άδικο σύστημα της παγκόσμιας οικονομίας και τόνιζε πως δεν θα πρεπει να μιλάμε «περισσότερο για το νόμο παρά για τη χάρη, περισσότερο για την Εκκλησία παρά για τον Ιησού Χριστό, περισσότερο για τον Πάπα παρά για τον Λόγο του Θεού» (38),  και υπογράμμιζε πως «όλες οι αρετές είναι στην υπηρεσία της…αγάπης. Αν η πρόσκληση αυτή δεν λάμπει με έμφαση και με ελκυστικότητα, το ηθικό οικοδόμημα της Εκκλησίας διατρέχει τον κίνδυνο να αποβεί ένας χάρτινος πύργος, και …το μήνυμα θα διατρέχει τον κίνδυνο να χάσει τη φρεσκάδα του και να μην έχει πια «το άρωμα του Ευαγγελίου» (παρ. 39). Και αν η δεύτερη έκανε λόγο – αναγνωρίζοντας την οικολογική προσφορά στον κόσμο του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, και βασιζόμενος σε μεγάλο βαθμό στις προτροπές του – για την κλιματική αλλαγή και την ανάγκη προβολής μιας «περιεκτικής οικολογίας» (integral ecology), η πρόσφατη Αποστολική Προτροπή Amoris laetitia επικεντρώνεται σε ζητήματα της σύγχρονης ηθικής και πρακτικής της εκκλησίας, που είχαν έντονα συζητηθεί κατά την συνοδική διαδικασία (της 3ης έκτακτης και της 14ης τακτικής Συνόδου των Ρωμαιοκαθολικών Επισκόπων, το 2014 και το 2015 αντίστοιχα). Αντιμετωπίζει, δηλαδή, μετά τα ιεραποστολικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά, και τα ανθρωπολογικά ζητήματα, κάτι που εμφατικά υπογράμμιζε πριν από λίγα χρόνια ο  Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος (Ware), ότι δηλαδή στον 21ο αιώνα «θα υπάρξει μια στροφή στην κεντρική εστίαση της θεολογικής έρευνας από την εκκλησιολογία στην ανθρωπολογία…Το ερώτημα-κλειδί δεν θα είναι μόνο: ‘τι είναι η Εκκλησία;’, αλλά επίσης και πιο θεμελιακά: ‘τι είναι ο άνθρωπος;’» (Η Ορθόδοξη θεολογία στον 21ο αιώνα, Αθήνα 2005, σ. 25).

Η Amoris laetitia επιχειρεί να αντιμετωπίσει τα ζητήματα του γάμου, της οικογένειας, του διαζυγίου, των σεξουαλικών ηθών, και της ποιμαντικής πρακτικής τους. Κυρίως, όμως, έγινε διεθνώς γνωστή από πρακτικά ζητήματα «λειτουργικής αναγέννησης», από τα θέματα καθολικής συμμετοχής στην Θεία Ευχαριστία, ιδιαίτερα την δυνατότητα πρόσβασης στην θεία κοινωνία και διαζευγμένων Καθολικών που παντρεύτηκαν εκ νέου με πολιτικό γάμο, πράγμα αδιανόητο με βάση την μέχρι σήμερα κανονική παράδοση της Καθολικής Εκκλησίας.

H παπική αυτή εγκύκλιος, ένα εκτενέστατο κείμενο 255 σελίδων, έγινε αφορμή να ξεσπάσει εντονότατη διαμάχη που κορυφώθηκε στο τέλος του 2016, όταν τέσσερις καρδινάλιοι ζήτησαν επίσημα από τον Πάπα Φραγκίσκο διευκρινίσεις σε επίμαχα σημεία της εγκυκλίου του. Και όταν εκείνος δεν συναίνεσε στην υποβολιμαία αυτή αξίωση, δημοσιοποίησαν τα διαβόητα Dubia, κάτι ανάλογο με την δική μας αλήστου μνήμης «Ομολογία (πίστεως: ή καλύτερα απιστίας) κατά του οικουμενισμού». Σκληροπυρηνικοί κύκλοι, μάλιστα, εντός της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας (η Novus ordo watch και όχι μόνο, οι οποίοι μάλιστα θεωρούν ψευδο-Πάπες όλους τους ηγέτες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μετά τον Ιωάννη 23ο) προτρέπουν τους πιστούς να αποκηρύξουν τον Πάπα Φραγκίσκο – όπως ακριβώς και ημέτεροι πιθηκίζοντας άρχισαν να διακινούν κείμενο με δήθεν αντι-ορθόδοξες εκκλησιολογικές απόψεις του Οικουμενικού Πατριάρχη. Πολλοί μάλιστα θεώρησαν την πρωτοβουλία του Πάπα να ορίσει ως ιωβηλαίο έτος «συγχώρεσης» την πεντηκοστή επέτειο από την λήξη της Β΄ Βατικανής Συνόδου, ως έμμεσο εκβιασμό προς τους επισκόπους να υιοθετήσουν διαλλακτική στάση απέναντι στους «αμαρτωλούς»!

Τελευταία πράξη αυτής της εξέλιξης, άχρι καιρού, αναφορικά με αυτό το εξίσου σημαντικό, όπως και η Πανορθόδοξη Σύνοδος, εκκλησιαστικό γεγονός του 2016 υπήρξε η καθιερωμένη ομιλία του Πάπα προς την Ρωμαϊκή Κούρια λίγο πριν από τα Χριστούγεννα (22.12.2016). Εκεί, επαινώντας ως υγιές φαινόμενο την εσωτερική κριτική, την διαχώρισε σαφώς από την «κακόβουλη αντίσταση, που εξαπολύει κατηγορίες και κρύβεται πίσω από τις παραδόσεις»! Αυτές ακριβώς τις παραδόσεις – και κυρίως ορισμένους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας – επισείουν ως έγκλημα καθοσιώσεως, πρόσφατα μάλιστα ακόμη και επιβάλλοντας την διακοπή του μνημοσύνου των οικείων επισκόπων, με πρώτο τον Πατριάρχη, και την αποτείχιση από την περιπεσούσα στην αίρεση (για ορισμένους μάλιστα «παναίρεση», που έβγαλαν από το μυαλό τους) του οικουμενισμού!

Όλα αυτά, όπως και στις παρυφές του Καθολικισμού μετά το κίνημα του Λεφέβρ, ξεκίνησαν από μια παρασυναγωγή, καταστρατηγώντας βάναυσα τους ιερούς κανόνες – που υποτίθεται πως υπερασπίζονται – όπως δημόσια σε επιστολή του ανέφερε ο μακαριστός ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ Ιωάννης Κορναράκης. Πρόσφατα πρότειναν, με πρωτοβουλία του π. Θεοδώρου Ζήση και σκοπό την κατηγοριοποίηση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου ως «ληστρικής», και την οριστική διακοπή του μνημοσύνου των Ορθοδόξων επισκόπων που την…αποδέχονται.

Για όλους τους παραπάνω που συνεχίζουν ασύστολα να καθυβρίζουν την κορυφή της Ορθοδοξίας οι παρακάτω κανόνες είναι σαν να …μη ισχύουν:

1.Ο 25ος κανών της εν Αντιοχεία Συνόδου (“Επίσκοπον έχει των της Εκκλησίας πραγμάτων εξουσίαν, ώστε αυτά διοικείν εις πάντας τους δεομένους μετά πάσης ευλαβείας και φόβου Θεού”).

2.Ο 8ος  κανών της Δ' Οικ. Συνόδου (Οι Κληρικοί των πτωχείων και των Μοναστηρίων και Μαρτυρίων υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει Επισκόπων, κατά την των Αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωσαν του ιδίου Επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν καθ’ οίον δήποτε τρόπον και μη υποτασσόμενοι τω ιδίω Επισκόπω, ει μεν είεν Κληρικοί, τοις των κανόνων υποκείσθωσαν επιτιμίοις, ει δε μονάζοντες ή Λαϊκοί έστωσαν ακοινώνητοι”).

3.Ο 18ος  κανών της Δ' Οικουμενικής Συνόδου (“Εί τινες Κληρικοί ή μονάζοντες ευρεθείεν συνομνύμενοι ή φατριάζοντες ή κατασκευάς τυρεύοντες Επισκόποις, ή συγκληρικοίς, εκπιπτέτωσαν πάντη του οικείου βαθμού”).

Και να θυμίσουμε πως τον περασμένο αιώνα το Πρωτοβάθμιο δι' Αρχιερείς Δικαστήριο της Εκκλησίας της Ελλάδος, με την υπ' αριθμ. 3/3-7-1935 απόφαση κήρυξε του πρωτεργάτες παρόμοιας κίνησης, εκείνης του παλαιοημερολογητισμού, ενόχους αντιποίησης αρχής, καθώς και «συμπήξεως παρασυναγωγής, φατρίας και τυρείας», και τους επέβαλε «την ποινήν της καθαιρέσεως και της επαναφοράς εις την των μοναχών τάξιν».