Σε πρόσφατο άρθρο μου με τίτλο: «Σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας: Χωρισμός ή ενίσχυση της αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας;» σημείωσα μεταξύ άλλων ότι η ενίσχυση της αυτοδιαθέσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος περνά μέσα και από την αναδιάρθρωση της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης. Σε συνέχεια, λοιπόν, της διαπιστώσεως αυτής, θέτω σήμερα στην κρίση σας ορισμένες σκέψεις μου επ’ αυτού του θέματος.

Η εκκλησιαστική δικαιοσύνη είναι ένας θεσμός, ο οποίος λειτουργεί βάσει ενός πλαισίου, που έχει αρκετές ατέλειες. Οι ατέλειες αυτές οφείλονται όχι μόνον στην παρέλευση μακρού χρονικού διαστήματος από την ψήφιση του ισχύοντος νόμου (η ψήφισή του έγινε το 1932), όπως έχει αυτός διαμορφωθεί με τις επιγενόμενες τροποποιήσεις αλλά και στην εξέλιξη και εκσυγχρονισμό του θεσμού της απονομής της δικαιοσύνης εν γένει. Εάν μάλιστα, στις δύο αυτές παραμέτρους (παλαιότητα του ισχύοντος νόμου και εκσυγχρονισμό του θεσμού απονομής της δικαιοσύνης) προσθέσουμε και την αδιαμφισβήτητη σε πολλά σημεία ασυμφωνία των διατάξεων του νόμου αυτού με τις σχετικές διατάξεις των ιερών κανόνων, οι οποίες διατάξεις αποτελούν και το υπόβαθρο αυτού, τότε γίνεται ευχερώς κατανοητό, πόσο έντονο είναι το πρόβλημα σχετικώς με τη λειτουργία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.

Η ανάγκη για την εξάλειψη των ατελειών αυτών οδήγησε στην σύνταξη δύο επισήμων Σχεδίων Νόμου για την εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Το πρώτο συνετάγη το 1983 από Επιτροπή, που ορίστηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος, κατόπιν αποφάσεως της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Το δεύτερο συνετάγη το 1988 από τον αείμνηστο Χ. Παπαστάθη, Καθηγητή του Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, το οποίο όμως συνιστά ακριβή σχεδόν απόδοση του χρονικώς προγενεστέρου Σχεδίου του 1983. Πέραν αυτών των προσπαθειών, η Εκκλησία της Ελλάδος συνέστησε δύο διαδοχικώς Επιτροπές περί καταρτίσεως σχεδίου αναθεωρήσεως του Ν. 5383/1932: «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας». Μία επί Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, η οποία συνέταξε κάποιο κείμενο Σχεδίου Νόμου( ο γράφων συμπεριελήφθη στη σύνθεσή της αλλά δεν κλήθηκε να μετάσχει στις εργασίες της) και μία επί του νυν Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου (ο γράφων είναι μέλος αυτής της Επιτροπής), η οποία αφού συνεδρίασε μια φορά και έγινε η κατανομή του έργου στα μέλη της, ουδέποτε επανέλαβε τις εργασίες της. Για την ιστορία του πράγματος, ο γράφων είχε αναλάβει το Κεφάλαιο περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων, των κανόνων αρμοδιότητας αυτών και περί των θεσμών του αποκλεισμού, της εξαιρέσεως και της αποχής. Το κείμενο αυτό συνετάγη και κατατέθηκε στον Πρόεδρο της Επιτροπής.

Στο παρόν άρθρο θα γίνει μια προσπάθεια καταγραφής των κυριοτέρων κατά την άποψή μου ατελειών του ισχύοντος νόμου.  Και υπάρχουν, πράγματι, πλείστα όσα αδύνατα σημεία στο υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, τα οποία θα πρέπει να τεθούν προφανώς υπό συζήτησιν. Τα σημεία αυτά είναι:

1) η απαγκίστρωση των ποινών διοικητικής φύσεως (π.χ. στέρηση μισθού) από την αρμοδιότητα των Μητροπολιτών ως δικαστών και ανάθεση σ’ αυτούς της αρμοδιότητας για επιβολή ποινών πνευματικού χαρακτήρα. Άλλωστε, η στέρηση μισθού δεν είναι ποινή, που προβλέπουν οι ιεροί κανόνες. Η πρόβλεψη αυτή θα συμβάλλει και στην επίλυση του προβλήματος της νομικής φύσεως των εκκλησιαστικών δικαστηρίων και κατ’ επέκτασιν θα διευκολύνει και το έργο του Συμβουλίου της Επικρατείας,  το οποίο θα επιλαμβάνεται πλέον των υποθέσεων που θα αφορούν αποφάσεις των Μητροπολιτών, που αυτοί εκδίδουν ως διοικητικά όργανα και όχι ως δικαστικά όργανα.

2) η επιλογή των μελών των Συνοδικών Δικαστηρίων από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και όχι από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο. Η ρύθμιση αυτή έχει δύο πλεονεκτήματα. Το πρώτο είναι αυτό της επιλογής των εκκλησιαστικών δικαστών από ευρύτερο αριθμητικώς όργανο, με αποτέλεσμα να συγκροτούνται πιο «απρόσωπα» τα πολυμελή εκκλησιαστικά δικαστήρια και να διασφαλίζεται ακόμη περισσότερο η αμεροληψία των εκκλησιαστικών δικαστών. Το δεύτερο είναι αυτό της επιλογής των εκκλησιαστικών δικαστών από το όργανο, που είναι και πραγματικά το διοικητικό όργανο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

3) η ένταξη της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως δικαστηρίου στο σύστημα απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης μέσω της ενσωματώσεως της σχετικής διατάξεως του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (άρθρο 44 πργφ. 2) στο νέο νόμο.

Η διάταξη του συγκεκριμένου άρθρου προβλέπει την άσκηση εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου και από τους Μητροπολίτες της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, εξισώνοντάς τους με αντιστοίχους των Ν. Χωρών. Ουσιαστικώς, πρόκειται για δικονομική διάταξη, η οποία θα πρέπει να αποσπασθεί από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και να ενταχθεί και οργανικώς στον νέο νόμο περί εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.  

4) ο επαναπροσδιορισμός της κατά τόπον αρμοδιότητας κρίσεως των παραπτωμάτων των μοναχών σε συνάρτηση με τις ρυθμίσεις των ιερών κανόνων, και με ειδική πρόβλεψη για τις κανονικές δικαιοδοσίες άλλων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών, όπως τα Πατριαρχικά Σταυροπήγια, καθώς και τα μετόχια του Παναγίου Τάφου και της Μονής Σινά, τα οποία δεν υπάγονται στις διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος συμφώνως προς ρητή διάταξη (άρθρο 39 πργφ. 8).

5) η κατάργηση της αρμοδιότητας κατά την ποινή, η οποία, ενώ δεν προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες, προβλέπεται στο άρθρο 12 του ν. 5383/1932 και η οποία θα συμπαρασύρει – και ορθώς κατά την άποψή μου – και την κατάργηση του Πρωτοβαθμίου Συνοδικού Δικαστηρίου ως κατά παραπομπήν πρωτοβαθμίου εκκλησιαστικού δικαστηρίου, ρύθμιση η οποία είναι απαραίτητη, προκειμένου να καταργηθεί ο ανεπίτρεπτος αυτός διπολισμός στην κρίση παραπτωμάτων κληρικών και μοναχών.

6) η αναθεώρηση του άρθρου 23 του ν. 5383/1932 που αφορά στην αρμοδιότητα του Πρωτοβαθμίου για τους Αρχιερείς Δικαστηρίου, ούτως ώστε να περιληφθούν στο πεδίο αρμοδιότητας του Δικαστηρίου αυτού και οι αρχιερείς που διαπράττουν μεν κανονικό παράπτωμα εντός των γεωγραφικών ορίων της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανήκουν όμως σε κανονική δικαιοδοσία άλλης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας, περίπτωση η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από το Κανονικό Δίκαιο.

7) η κατάργηση του Δικαστηρίου για τους Συνοδικούς, διότι παραβιάζει την αρχή της ισότητας μεταξύ ομοιοβάθμων κληρικών, εισάγοντας διαφορετική μεταχείριση για τους αρχιερείς – μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου έναντι των υπολοίπων αρχιερέων – μελών της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας (απαγόρευση εφέσεως για τα παραπτώματα κατά το διάστημα που είναι μέλη της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου).

8) η κατάργηση του μονομελούς δικαστηρίου του άρθρου 11 πργφ. 3 του ν. 5383/1932 (δικαστής ο Μητροπολίτης μόνος), διότι παραβιάζει βασικά δικαιώματα του κατηγορουμένου κληρικού, όπως το δικαίωμα υπερασπίσεως και το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως. Κυρίως όμως καταργεί τον θεσμό του φυσικού δικαστή, αφού η επιλογή της συνοπτικής διαδικασίας του άρθρου αυτού δεν ρυθμίζεται από τον νόμο αλλά ανήκει στην διακριτική ευχέρεια του Μητροπολίτη και κριτή του κατηγορουμένου.

9) η κατάργηση της αποκλειστικής αριθμήσεως των ποινών, που παρέχουν δικαίωμα εκκλήτου ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

10) η αποσαφήνιση της υπαγωγής ή μη των λαϊκών στην αρμοδιότητα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης, καθώς και η συμμετοχή αυτών στην απονομή αυτής.

11) η επανεξέταση των δικαιούχων προς άσκηση εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριαρχείου με προοπτική επεκτάσεως του δικαιώματος στους υπολοίπους κληρικούς και στους μοναχούς, όπως προβλέπεται από την κανονική νομοθεσία.

12) ο καθορισμός των περιοχών, που λόγω των διαφορετικών εκκλησιαστικών καθεστώτων δεν υπάγονται στο νομοθετικό πλαίσιο της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης στην Εκκλησία της Ελλάδος

13) η απαγόρευση - στο επίπεδο αρμοδιότητας του Επισκοπικού Δικαστηρίου - αναλήψεως καθηκόντων ανακριτή και διωκτικής Αρχής από τον Μητροπολίτη, ο οποίος στη συνέχεια κρίνει κατά το ισχύον καθεστώς και ως δικαστής. Θα ήταν σκόπιμη η δημιουργία εισαγγελικού σώματος, του οποίου τα μέλη θα αναλαμβάνουν να φέρουν σε πέρας τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες της διωκτικής Αρχής

14) η αναγνώριση και στον κατήγορο, όποτε υπάρχει, του δικαιώματος να παρίσταται με συνήγορο και να υποβάλλει αιτήσεις εξαιρέσεως.

15) η άρση της απαγορεύσεως καταθέσεως αιτήσεως εξαιρέσεως κατά του Μητροπολίτη, ως προέδρου του Επισκοπικού Δικαστηρίου, και η κατοχύρωση αντιστοίχως του δικαιώματος προσφυγής του αιτούντος την εξαίρεση είτε σε όμορο Μητροπολίτη είτε στον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.

16) η ρητή απαγόρευση στους Μητροπολίτες, στους μοναχούς, στους ιερομονάχους και στους δοκίμους μοναχούς να παρίστανται ως συνήγοροι ενώπιον των εκκλησιαστικών δικαστηρίων.

         Τα δεκαέξι αυτά σημεία δεν είναι σίγουρα τα μόνα, τα οποία χρειάζεται να εξετασθούν και να αναθεωρηθούν. Είναι όμως αρκετά για να καταδείξουν την αναγκαιότητα επανατοποθετήσεως του θεσμού της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης σε νέες βάσεις, συμβατές τόσο με βασικές αρχές που διέπουν την απονομή εν γένει της δικαιοσύνης όσο – και κυρίως – με το πνεύμα και τον σκοπό υπάρξεως της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης, που εισάγουν οι ιεροί κανόνες. Η επανατοποθέτηση, όμως, αυτή θεωρώ ότι δεν θα επιφέρει πλήρως τα επιθυμητά αποτελέσματα, αν δεν συνδυασθεί:

α) με την εξέταση των ρυθμίσεων των ιερών κανόνων,  που μπορούν να αποτελέσουν την αφετηρία και την αφορμή για τη ρύθμιση ή θέση σε νέα βάση αρκετών από τα παραπάνω εκτεθέντα ζητήματα, όχι όμως και την πανάκεια για την λύση αυτών,

β) με την οργάνωση μετεκπαιδεύσεως των κληρικών στο νέο νομοθετικό πλαίσιο και στα συναφή με αυτό γνωστικά αντικείμενα (Κανονικό Δίκαιο, Γενικές Αρχές Ποινικού Δικαίου και Ποινικής Δικονομίας) μέσω της ιδρύσεως Σεμιναρίων Εκκλησιαστικών Δικαστών. Ή ακόμη καλύτερα, αν και η πρόταση θα φαντάζει τολμηρή, η ίδρυση Σχολής Εκκλησιαστικών Δικαστών, στην οποία θα φοιτούν κατόπιν εξετάσεων κληρικοί στον βαθμό του διακόνου και του πρεσβυτέρου. Η δε φοίτηση και λήψη του πτυχίου της Σχολής αυτής θα είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την περαιτέρω εξέλιξη στον βαθμό του Επισκόπου, αφού οι κληρικοί του βαθμού αυτού είναι επιφορτισμένοι με την αρμοδιότητα απονομής της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης.