Η Αγιορειτική Εστία Θεσσαλονίκης, με ιδιαίτερη χαρά, παρουσιάζει την Έκθεση ζωγραφικής του ζωγράφου και εικονογράφου Γιώργου Κόρδη με τίτλο «Φως εκ φωτός. Άθως. Βυζάντιο. Οικουμένη». Η Έκθεση εγκαινιάζεται την Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017 στους εκθεσιακούς χώρους του Μεγάρου Νεδέλκου και θα έχει διάρκεια έως την Παρασκευή 15 Σεπτεμβρίου 2017. Στα εγκαίνια της Έκθεσης θα παρευρεθεί και ο καλλιτέχνης.

Στην Έκθεση παρουσιάζονται 66 έργα του Γιώργου Κόρδη χωρισμένα σε δύο βασικές ενότητες. Η πρώτη ενότητα αφορά έργα που προέρχονται από παλαιότερες δουλειές και στα οποία μπορούμε να δούμε την μεγάλη ποικιλία των θεμάτων και των υλικών που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζονται αυγοτέμπερες, μελάνια σε χαρτί Λόκτα καθώς και ψηφιακά έργα, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι μία υποενότητα είναι αφιερωμένη σε προσωπικότητες του Βυζαντίου.

Η δεύτερη ενότητα της Έκθεσης, μία σειρά 21 έργων, δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την έκθεση της Αγιορειτικής Εστίας και παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο κοινό. Στα εν λόγω έργα, ο Κόρδης εμπνέεται από τους βίους Αγιορειτών Αγίων και διαχωρίζει το έργο του σε δύο υποενότητες: η πρώτη περιλαμβάνει έντεκα εικόνες με μεγαλύτερο αφηγηματικό χαρακτήρα καθώς οι άγιοι βρίσκονται σε προσευχή αναζητώντας την αγάπη του Χριστού. Η δεύτερη, περιλαμβάνει δέκα εικόνες με αγίους σε μπούστα, στις οποίες ο καλλιτέχνης προσπαθεί να φέρει σε σχέση κοινωνίας τους επισκέπτες με τους εικονιζόμενους αγίους.

Ο Γιώργος Κόρδης, γράφει για την ενότητα αυτή, την οποία τιτλοφορεί ως :  «Το φως του κόσμου. Μια ζωγραφική παραμυθία  με  ιστορημένους αγίους  του Αγίου Όρους»:

«Σε έναν κόσμο σπασμένων μορφών, σκορπισμένων σχέσεων και ορφανεμένων ελπίδων οι άγιοι είναι φως που φέρνει την ενότητα και την παρηγοριά σε όσους και για όσο την ζητούν. Ετούτο ακριβώς ήθελα να ζωγραφίσω όταν έπιασα να ζωγραφίσω την σειρά αυτή των αγιορειτών πατέρων. Δεν ήθελα να είναι απλώς μια σειρά που να αποτυπώνει τες μορφές τους, ούτε όμως και  η απόπειρα οπτικοποίησης αφηρημένων εννοιών όπως η αγιότητα ή η θέωση. Αυτό που ήθελα, ήταν να δείξω την εκκλησιολογία των εικόνων τους, την λειτουργία των αγίων μέσα σε έναν κόσμο διάσπασης όπου κι εκείνοι έζησαν και ζουν. Έναν κόσμο που αγάπησαν μέσα από την αγάπη τους για το Χριστό. Έναν κόσμο που μεταμόρφωσαν σε κάποιο μεγάλο ή μικρό βαθμό με την αγάπη τους, με τη θυσία τους, με την διακριτική μετοχή τους στη ζωή.

Όλη η ζωγραφική επομένως που ήθελα να κάνω ήταν μια καταγραφή ενός συστήματος σχέσεων. Η σχέση των αγίων με τον Χριστό, η σχέση τους με την κτίση, με τους άλλους ανθρώπους και με εμάς τους θεατές των εικόνων τους, τους κλητούς αγίους.

Όλες ετούτες τις σχέσεις έπρεπε να γίνουν σχήματα και χρώματα, για να μπορούν έτσι να περάσουν ως αισθητική εμπειρία στους θεατές-κοινωνούς των εικόνων, να γίνουν γνώση και κάλεσμα για μετάνοια και κίνηση ενέργεια για ζωή ως κοινωνία.

Διάλεξα την αυγοτέμπερα ως τεχνική. Το σανίδι ως βάση και χαρτί χειροποίητο ως υπόστρωμα-φορέα για τη ζωγραφική. Ήθελα κάποια λεπτή αδρότητα, κάποια φυσικότητα περισσότερη από την στιλπνή αδιάφορη επιφάνεια του στόκου. Δεν στηρίχτηκα στην λάμπουσα τεχνητή υποστήριξη του χρυσού μέταλλου. Τα χρώματα αρκούσαν για να δώσουν την απλότητα της ζωής των ασκητών πατέρων.

Διάβασα τα βράδυα βίους πολλούς αγιορειτών πατέρων. Στάθηκα σε όσους με συγκίνησαν περισσότερο χωρίς κανένα άλλο κριτήριο. Και ξεκίνησα να ζωγραφίζω.

Προέκυψαν δυο ενότητες. Η μια περιλαμβάνει έντεκα εικόνες που είναι θα έλεγα περισσότερο αφηγηματικές. Οι άγιοι στην ενότητα αυτή είναι σε προσευχή, αναφέρονται στον Χριστό αναζητώντας την αγάπη Του με την αγάπη τους. Σε τοπίο ερημικό οι άγιοι δέονται έχοντας μακρύνει από τες πόλεις του κόσμου, πού αχνοφέγγουν κάπου μακρυά σχεδιασμένες χωρίς πλαστικότητα και κίνηση, χωρίς  ενέργεια και πόθο ένωσης και ζωής. Καράβια, που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τες εικόνες, διατρέχουν τες θάλασσες σημεία της τρεπτότητας των ανθρωπίνων πραγμάτων και της διαρκούς αναζήτησης των ανθρώπων που εναγωνίως ψάχνουν τη ζωή. Και τριγύρω ιχθύες και ακούραστα αθώα δέντρα υψώνονται όλα σε δοξολογία προς τον κτίστη και συντροφεύουν την προσευχή, ημερώνουν την αγωνία, γλυκαίνουν τον πόνο των ασκητών. Όλα γίνονται φως ενωμένα μέσα στο φως της παρουσίας του θεού.

Η δεύτερη ενότητα έχει δέκα εικόνες με αγίους σε μπούστα. Εδώ οι άγιοι ίστανται μετωπικοί και αναζητούν να σχετιστούν μαζί μας, αγωνιούν να μας συναντήσουν και να μας μιλήσουν για την αγάπη του Χριστού που ενώνει τον κόσμο και αφορίζει την διάσπαση και την διαίρεση του θανάτου. Στις εικόνες αυτές επιχείρησα περισσότερο να εκθέσω, να δείξω την εκκλησιολογική λειτουργία των εικόνων. Η αφήγηση εδώ δεν αναφέρεται στη σχέση του αγίου με τον Χριστό, ή σε ένα ιστορικό γεγονός, αλλά επιχειρεί να φέρει σε σχέση κοινωνίας τους αγίους με τους Θεατές πιστούς ή απίστους, με τον κόσμο όλο. Οι μετωπικές αυτές εικόνες ακολουθώντας την παραδοσιακή εικαστική φιλοσοφία δείχνουν το πώς η Εκκλησία νοεί τις σχέσεις και τη ζωή ως σχέση, ως ενότητα των πάντων εν Χριστώ.

Στις μικρογραφίες αυτές το τοπίο και τα στοιχεία του αποδίδονται συχνά καλλιγραφικά ως ένα σχέδιο ή ένα υφαντό πάνω σε ένα μονόχρωμο κάμπο για να δείξει ο κόσμος ένα στολίδι που ευμορφαίνεται από την παρουσία των αγίων και ευμορφήνει την παρουσία τους. Ο τόπος χάνει το βάρος του για να αναδειχτεί η ανθρώπινη μορφή του αγίου περισσότερο, να γίνει μια ζώσα παρουσία που δεν δεσμεύεται από τα όρια του χώρου και του χρόνου.

Σε κάθε περίπτωση στην όλη σειρά τα εικαστικά εργαλεία, ο ζωγραφικός τρόπος που ακολουθήθηκε, ήταν η βυζαντινή ζωγραφική και τα τεχνάσματά της. Ο ρυθμός και η διαχείριση του χρώματος ως φωτός.»

Για την ενότητα των Αγιορειτών Αγίων θα κυκλοφορήσει κατάλογος των 21 έργων, στον οποίο θα υπάρχουν κείμενα της Διακεκριμένης Ομότιμης Καθηγήτριας Ιστορίας της Τέχνης, Annemarie Weyl Carr, του Καθηγητή Βυζαντινής αρχαιολογίας & τέχνης του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ., Θανάση Σέμογλου, της Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου St Andrews, Judith Wolfe καθώς και του ίδιου του Γιώργου Κόρδη.

Η Διακεκριμένη Ομότιμη Καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης, Annemarie Weyl Carr, γράφει για το έργο του Γιώργου Κόρδη:

«Αντικρύζοντας τα έργα του Κόρδη, καθίσταται σαφές πως το χρώμα αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της τέχνης του. Αγαπά το χρώμα και η τεχνική του να αναμειγνύει ένα φάσμα αποχρώσεων από τρία ή τέσσερα μόνο χρώματα δίνει ένα αποτέλεσμα αντίστοιχο των απαλών, τριτογενών τόνων που χαρακτηρίζουν τις πιο εκλεπτυσμένες φάσεις της Βυζαντινής τέχνης. Αλλά το χρώμα δεν είναι μόνο μια εντύπωση αλλά θεμελιώδες στοιχείο. Γεμίζει την επιφάνεια της εικόνας με ένα βάθος που δεν μπορεί να οριστεί στον χώρο αλλά που ανταποκρίνεται στην οπτική μας, είναι δε τόσο ζωντανό όσο οι περίκλειστες με χρυσό εικόνες του παρελθόντος. Μπροστά σε αυτό το βάθος, οι αναπαριστώμενες μορφές είναι κι αυτές όλο χρώμα όπως λέει ο Κόρδης, «Οι Βυζαντινές μορφές είναι χρώμα, δεν έχουν απλά χρώμα». Τα χρώματα είναι η ουσία των εικόνων. Επειδή τα χρώματα συχνά φωτίζονται, οι ιστορικοί τέχνης έχουν πει πως το Βυζάντιο χρησιμοποιεί το φως σαν χρώμα.   Αλλά το φως τροποποιεί τη φόρμα -–το χρώμα είναι αυτό που τη διαμορφώνει, ξεκινώντας από τον προπλασμό. 

Αν το χρώμα είναι η ουσία της φόρμας, η γραμμή είναι εκείνη που την καθορίζει. Λειτουργούν μαζί ο διαχωρισμός «γραμμικού» και «ζωγραφικού» που είχε κάνει ο Heinrich Wölfflin για την τέχνη δεν βρίσκει ιδιαίτερη εφαρμογή στη Βυζαντινή παράδοση.  Ορίζει και διαχωρίζει, αλλά επίσης ενσωματώνει διαμορφώνοντας μέρη εντός άλλων μερών και προσαρμόζοντάς τα σε ένα σύνολο. Κάποια παραδείγματα βρίσκουμε στα πολλαπλασιαζόμενα ωοειδή σχήματα, παχουλά σαν παραγεμισμένες κάλτσες, που κυματίζουν στα πρόσωπα ειδικά των ασκητικών αγίων  ή στις περίπλοκες αναπαραστάσεις των πτυχών στα υφάσματα, που σχηματίζουν μοτίβο ψαροκόκαλου. Αλλά η γραμμή δίνει και πνοή, καθώς είναι η κίνηση ανάμεσα σε δυο σημεία, κι έτσι η γραμμή δίνει ενέργεια στη μορφή. Αυτό δίνει ρυθμό που, όπως γράφει ο Κόρδης «είναι κατά τη γνώμη μου η μεγαλύτερη δύναμη στη ζωγραφική των Βυζαντινών». Ο ρυθμός είναι μια από τις πραγματικές χαρές της τέχνης του και μια από τις πιο βαθιές του ανησυχίες όταν αναλύει Βυζαντινές εικόνες. Πολύ συχνά οι εικόνες αναλύονται υπό όρους κλειστών μαθηματικών πλεγμάτων. Ο Κόρδης όμως βλέπει κατευθύνσεις και ρεύματα, που προκαλούν την κίνηση. Υπαινισσόμενος τη συνέχεια και, ως εκ τούτου, τις καμπύλες, ο ρυθμός λειτουργεί πληρέστερα για τον Κόρδη υπό γωνία με τις πλάγιες γωνίες που επιτρέπουν σε ένα επίπεδο να διπλώνει πάνω από ένα άλλο, στα σκέλη που τυλίγονται με ύφασμα, αλλά πάνω απ’όλα η χιαστί αλληλεπίδραση των αλληλοσυμπληρούμενων κινήσεων στις σωστές γωνίες δημιουργεί μια δυναμική ισορροπία.  Η ζωντάνια των επαναλαμβανόμενων χιασμών και των σχημάτων που φωλιάζουν σε αυτούς διατρέχει ολόκληρη την έκθεση, προκαλώντας την ίδια την έννοια μιας στατικής τέχνης.»

Ο Καθηγητή Βυζαντινής αρχαιολογίας & τέχνης του Τμήματος Ιστορίας – Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ., Θανάσης Σέμογλου, γράφει επίσης για την τέχνη του Γιώργου Κόρδη:

«Η συνάντηση της ορθόδοξης θρησκευτικής τέχνης με τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα των αρχών του 20ου αιώνα στα έργα του Κόρδη είναι ανατρεπτική, καθώς επαναφέρει δυναμικά την έννοια της αφαίρεσης στη βυζαντινή ζωγραφική απομακρύνοντας κάθε νατουραλιστικό στοιχείο. Με τον τρόπο αυτό, ο καλλιτέχνης κοινωνεί στον θεατή την συγκλονιστική και ασύλληπτη λογικά εμπειρία της θεοφάνειας και της ανατρεπτικής δύναμης του θείου φωτός ως αποτέλεσμα της καθημερινής άσκησης, της προσευχής και του μοναστικού ενάρετου βίου. Η καλλιτεχνική ανατροφοδότηση της βυζαντινής αγιογραφίας με την αφαιρετική δύναμη των χρωμάτων και των σχημάτων αποκαθιστά και φανερώνει τον μυστηριακό της χαρακτήρα μακριά από τη φαινομενική πραγματικότητα και τους κανόνες της. Έτσι, ο Γεώργιος Κόρδης μοιάζει να αποτίει, μέσα από την τέχνη του, έναν φόρο τιμής στους πρωτοπόρους καλλιτέχνες του μοντερνισμού όπως τον Georges Rouault ή τον Henri Matisse, η συμβολή των οποίων στην επανεκτίμηση της βυζαντινής ζωγραφικής στην Ευρώπη ήταν τεράστια, καθώς σε αυτήν αναζήτησαν μια νέα καλλιτεχνική γλώσσα ενάντια στον κρατούντα ορθολογισμό του Διαφωτισμού και τον συντηρητικό ρεαλισμό.

Στο έργο του Γιώργου Κόρδη αποτυπώνεται η πιθανότερη, κατά τη γνώμη μου, εξέλιξη της Βυζαντινής αγιογραφίας, αν δεν γνώριζε το 1453 την βίαιη και απότομη διακοπή του θεσμικού της φορέα: μία θρησκευτική "μεταησυχαστική" τέχνη που θα οδηγούσε στην αναίρεση της ίδιας της μορφής, επιταχύνοντας τον μοντερνισμό κατά μισή χιλιετηρίδα.»

Κατά τη διάρκεια της Έκθεσης θα πραγματοποιηθούν εργαστήρια – μαθήματα από τον Γιώργο Κόρδη στον χώρο της Αγιορειτικής Εστίας. Οι ημερομηνίες θα ανακοινωθούν σύντομα.

 

Επιμελητής Έκθεσης: Αναστάσιος Ντούρος

Εγκαίνια έκθεσης: Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017, ώρα 20:00

Ώρες λειτουργίας:

Δευτέρα και Τετάρτη: 09:00 – 16:00

Τρίτη, Πέμπτη και Παρασκευή: 09:00 – 20:00

Σάββατο: 09:00 – 14:00

Τηλέφωνο επικοινωνίας: 2310263308