Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής πριν από τα Φώτα είναι από τη Β΄προς Τιμόθεον επιστολή του Απ.Παύλου, όπου ο Απόστολος από τη μια μεριά απευθύνει τις τελευταίες υποθήκες στον μαθητή και στενό συνεργάτη του Τιμόθεο, από την άλλη κάνει ένα απολογισμό του έργου του, καθώς η επιστολή αυτή γράφεται μέσα από τη φυλακή και ο Παύλος βλέπει να έρχεται το τέλος του. Δεν τον κατέχουν αισθήματα απελπισίας αλλά εμπιστοσύνης προς τον Θεό. Γράφει στον συνεργάτη του και τώρα επίσκοπο Εφέσου:

«Παιδί μου Τιμόθεε, να είσαι άγρυπνος για να τα αντιμετωπίσεις όλα αυτά. Να κακοπαθήσεις, να εργαστείς για τη διάδοση του ευαγγελίου, να εκπληρώσεις το καθήκον σου στην υπηρεσία του Θεού.

Εγώ πια ήρθε η ώρα να χύσω το αίμα μου σπονδή στο Θεό· έφτασε ο καιρός να φύγω απ' αυτό τον κόσμο. Αγωνίστηκα τον ωραίο αγώνα, έτρεξα το δρόμο ως το τέλος, φύλαξα την πίστη. Τώρα πια με περιμένει το στεφάνι της δικαιοσύνης, που μ' αυτό θα με ανταμείψει ο Κύριος εκείνη την ημέρα, ο δίκαιος κριτής. Κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν με αγάπη τον ερχομό του» (Β΄Τιμ.4,5-8).

Ο Απόστολος έχει τη βεβαιότητα ότι έφερε εις πέρας ό,τι του ανέθεσε ο Χριστός όταν τον κάλεσε στον δρόμο του προς τη Δαμασκό, χαρακτηρίζει «ωραίο» τον αγώνα που αγωνίστηκε και αισθάνεται ότι διεφύλαξε την πίστη που του παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός. Ως εκ τούτου περιμένει «το στεφάνι της δικαιοσύνης» κατά την έσχατη κρίση, με το οποίο θα τον ανταμείψει ο δίκαιος κριτής, και όχι μόνο αυτόν αλλά και όσους αγωνίστηκαν περιμένοντας με αγάπη τον ερχομό του. Ο δεύτερος ερχομός, της κρίσεως, χαρακτηρίζεται στο πρωτότυπο κείμενο με τη λέξη «επιφάνεια», όπως άλλωστε με τη λέξη αυτή και το αντίστοιχο ρήμα «επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις», χαρακτηρίζεται και η πρώτη εμφάνιση του Χριστού στην ανθρώπινη ιστορία. Αυτός είναι κατά πάσαν πιθανότητα και ο λόγος για τον οποίο η Εκκλησία καθώρισε αυτό το ανάγνωσμα την Κυριακή πριν από τη μεγάλη γιορτή των Θεοφανείων ή της Επιφάνειας του Θεού. Ας σημειωθεί ότι στους πρώτους αιώνες η εορτή της Γεννήσεως του Χριστού και της Βαπτίσεως (Θεοφάνεια ή Επιφάνεια)  γιορταζόταν την ίδια μέρα (στις 6 Ιανουαρίου).

Η ημέρα του αναμενόμενου δεύτερου ερχομού του Χριστού χαρακτηρίζεται στο κείμενο που διαβάζεται την Κυριακή ως «επιφάνεια», - μια λέξη με μεγάλη προϊστορία στον αρχαίο κόσμο και στους ελληνιστικούς χρόνους, την εποχή δηλ. που γράφεται το κείμενό μας. Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους η λέξη έχει θρησκευτική έννοια και δηλώνει την εμφάνιση της θεότητας και δη όχι γενικά αλλά σε συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, δηλώνει την ευνοϊκή και σωστική επέμβαση, που ενδεχομένως οδηγεί στη συνέχεια στην εγκαθίδρυση λατρείας της επεμβαίνουσας και βοηθούσας τους ανθρώπους θεότητας. Η λέξη απαντά σε πολλές επιγραφές των ελληνιστικών χρόνων με αυτήν την θρησκευτική έννοια.

            Από τα χωρία των Ποιμαντικών Επιστολών ( Α΄και Β΄προς Τιμόθεον και προς Τίτον), όπου απαντά ο όρος «επιφάνεια», άλλα μεν αναφέρονται  σαφώς στον παροντικό χαρακτήρα της επιφάνειας του Θεού εν Χριστώ όπως π.χ. τα Β΄ Τιμ. 1,10: «Αυτή η χάρη είχε δοθεί προαιώνια,  φανερώθηκε όμως τώρα με την εμφάνιση στη γη («επιφάνεια» στο κείμενο) του σωτήρα μας Ιησού Χριστού, που με το ευαγγέλιο κατήργησε τον θάνατο κι έκανε να λάμψει η άφθαρτη ζωή.  Τιτ 2,11: «Ο Θεός φανέρωσε τη χάρη του, για να σώσει όλους τους ανθρώπους» («επεφάνη η χάρις του Θεού η σωτήριος πάσιν ανθρώποις») και Τιτ. 3,4: «'Οταν όμως ο σωτήρας μας ο Θεός φανέρωσε την καλοσύνη του και την αγάπη του στους ανθρώπους…» («ότε δε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού…») και άλλα έχουν μελλοντική – εσχατολογική αναφορά όπως τα Α΄ Τιμ 6,14:  «να διατηρείς ακηλίδωτη και άψογη, την εντολή που σου έχει δοθεί, ώσπου να έρθει ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός» («τηρήσαι σε την εντολήν άσπιλον ανεπίληπτον μέχρι της επιφανείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»), Β΄ Τιμ 4,1:  «…του Κυρίου Ιησού Χριστού, που πρόκειται να κρίνει τους ζωντανούς και τους νεκρούς όταν θα εμφανιστεί και θα βασιλέψει» («….Χριστού Ιησού του μέλλοντος κρίνειν  ζώντας και νεκρούς κατά την επιφάνειαν αυτού και την βασιλείαν αυτού») και Τιτ 2,13: «περιμένοντας τη μακαριότητα που ελπίζουμε, δηλαδή την εμφάνιση της δόξας του μεγάλου Θεού και σωτήρα μας, του Ιησού Χριστού» («προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού»). Στη δεύτερη αυτή έννοια αναφέρεται και ο στίχος από το ανάγνωσμά μας Β΄ Τιμ 4,8: «πάσι τοις ηγαπηκόσι την επιφάνειαν αυτού» («Κι όχι μόνο εμένα, αλλά κι όλους εκείνους που περιμένουν με αγάπη τον ερχομό του»).

            Πρέπει να σημειώσουμε ότι η επιφάνεια δεν έχει στατική αλλά δυναμική έννοια: αρχίζει από την πρόθεση του Θεού «προ χρόνων αιωνίων» (Β΄Τιμ 1,9), γίνεται εμφανής με την ιστορική «επιφάνειαν του σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Β΄ Τιμ 1,10) και εκτείνεται στην μέλλουσα δόξα (Τιτ. 2,13). Εκείνο όμως που είναι εξόχως σημαντικό να σημειώσουμε είναι ότι η «επιφάνεια» του Θεού σε όποια φάση της ιστορίας της θείας οικονομίας κι αν χρησιμοποιείται είναι άρρηκτα συνδεδεμένη – φραστικά και θεολογικά –  είτε με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Σωτήρ» είτε με το επίθετο «σωτήριος». Εκφράζει με άλλα λόγια την εισβολή της λυτρωτικής χάρης του Θεού μέσα στον κόσμο, την αλλαγή και μεταμόρφωση του κόσμου, τον εσχατολογικό του προορισμό.

            Η Ορθόδοξη Εκκλησία χρησιμοποίησε στη λειτουργική της ζωή τον χαρακτηριστικό αυτόν όρο των Ποιμαντικών Επιστολών για να δηλώσει τη γέννηση και βάπτιση του Ιησού Χριστού (αρχικά συνεορταζόμενα γεγονότα, όπως ήδη σημειώσαμε) και ψάλλει ύμνους στις δυο αυτές Δεσποτικές εορτές που έχουν εν αφθονία τους όρους σωτήρ, επιφαίνεσθαι, φανερούν, σωτήριος, φως, φωτίζειν, επιφάνεια κ.ά.

* * *

Ο συγγραφέας των επιστολών αυτών ενδιαφέρεται να εκφράσει την πίστη της Εκκλησίας στο ότι η σωτηρία απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους, διότι ο Θεός «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ 2,4), διότι είναι «σωτήρ πάντων ανθρώπων μάλιστα πιστών» (Α΄Τιμ 4,10).