Μέ ἱκανοποίηση εἶδα τό Ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τῆς 17ης Ἰανουαρίου 2017 μέ τόν τίτλο «Πρός τόν Λαό γιά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης», διότι σκέφθηκα ὅτι μέ τό ἐπίσημο αὐτό Ἀνακοινωθέν θά πληροφορηθεῖ ἐπίσημα καί ὑπεύθυνα καί ὁ πιστός Λαός γιά τό τί συνέβη πράγματι στή Σύνοδο τῆς Κρήτης καί ποιές ἦταν οἱ ἀποφάσεις της γιά τά ἐπίκαιρα καί σοβαρά προβλήματα τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς κοινωνίας, γιά νά σταματήσουν ἐπί τέλους ὅλες οἱ διάφορες ἀντιδράσεις καί ἡ πείσμων πολεμική κατά τῆς Συνόδου καί κατά τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Βαρθολομαίου. Καί εἶναι πράγματι ἀπόλυτα ἀναγκαία ἡ ἀκριβής πληροφόρηση τοῦ λαοῦ γιά τό ἱστορικό αὐτό γεγονός τῆς Ὀρθοδοξίας μας, ἀλλά καί γιά τήν ἐφαρμογή τῶν σημαντικῶν ἀποφάσεών της.

Ὅμως ὅταν ἄρχισα νά διαβάζω τό περιεχόμενο τοῦ Ἀνακοινωθέντος καί ὅσο προχωροῦσα δέν πίστευα στά μάτια μου καί μέ καταλάμβανε ὅλο καί πιό ἔντονα ἕνα συναίσθημα πικρίας, ἀλλά καί πόνου ψυχῆς. Καί ὅταν διάβασα καί ξαναδιάβασα, ὅτι τό περιεχόμενο τοῦ Ἀνακοινωθέντος στηρίζεται «Μέ βάση τά συμπεράσματα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου» τότε διερωτήθηκα σέ ποιά Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο ἀναφέρεται τό Ἀνακοινωθέν αὐτό. Βεβαίως καί ἐλήφθησαν ἀποφάσεις πολύ σημαντικές ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης, τίς ὁποῖες ὅμως δέν ἀναφέρει πλήρως τό Ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, τό ὁποῖο δηλώνει ὡς σκοπό νά πληροφορήσει τό ὀρθόδοξο πλήρωμα ἀκριβῶς γιά τίς ἀποφάσεις καί τά συμπεράσματα τῆς Συνόδου ἐκείνης. Τό Ἀνακοινωθέν κάνει μή ἀκριβή ἀπόδοση τοῦ Μηνύματος τῆς Συνόδου. Σχολιάζει καί παραποιεῖ, θά ἔλεγα μᾶλλον διαστρεβλώνει, ἀποφάσεις καί συμπεράσματα τῆς Συνόδου ἤ ἀναφέρει μόνο ἐπιλεκτικά καί ἀποσπασματικά τμήματα μόνο τῶν συμπερασμάτων τοῦ Μηνύματος, χωρίς νά λαμβάνει ὅλα τά συγκεκριμένα Κείμενα ὑπ’ ὄψη του! Τό Ἀνακοινωθέν ἀναφέρει ἀπόψεις τῶν Ἀρνητῶν τῆς Συνόδου καί τίς ἐμφανίζει ὡς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, ἐνῶ ἐκείνη δέν τίς ἔκανε ἀποδεκτές.

Τό Ἀνακοινωθέν αὐτό τῆς ἱ. Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἀπολογητικό χαρακτῆρα καί προδίδει μεγάλη θεολογική καί ἐκκλησιολογική ἀστάθεια καί ἀβεβαιότητα. Διαφορετικά δέν θά ἐπαναλάμβανε τόσο ἐπίμονα καί μέ πείσμονα ἀποκλειστικότητα, ὅτι ἐμεῖς εἴμεθα ἡ μοναδική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀβεβαιότητα αὐτή καταφαίνεται καί μέ τήν διαβεβαίωση τοῦ Ἀνακοινωθέντος πρός τόν Λαό «ὅτι ὅλοι οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀγρυπνοῦμε καί παραμένουμε ἀμετακίνητοι στήν ὀρθόδοξη πίστη καί ἀφοσιωμένοι στήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία». Μά αὐτό δέν εἶναι αὐτονόητο; Ἀμφιβάλλει κανείς; Ἤ ὁρισμένοι ἀμφισβητοῦν τούς δέ; Ὁρισμένοι μάλιστα ἀμφισβήτησαν καί τήν σωστή ἀντιπροσώπευση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης, ἐπειδή δέν μποροῦν νά ἀποδεχθοῦν ὅτι οἱ προσωπικές των ἀπόψεις, ἀλλά οὔτε καί οἱ ἀποφάσεις Τοπικῶν Συνόδων δέν δεσμεύουν τίς ἐργασίες καί τίς ἀποφάσεις τῶν Πανορθοδόξων καί Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἐπίσης δέν θά παρασιωποῦσε τό Ἀνακοινωθέν αὐτό, μέ ἀπαράδεκτο τρόπο, ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος χρησιμοποιεῖ καί ἀποδέχεται τήν ἱστορική ὀνομασία Ἐκκλησία καί γιά τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες.

Οὕτε θά διαστρέβλωνε τό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, ἀναφέροντας ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία κάνει «διαλόγους μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς (ἄλλες χριστιανικές ὁμολογίες-αἱρέσεις)...». Πουθενά τό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου δέν ὁμιλεῖ ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία κάνει Θεολογικούς Διαλόγους μέ αἱρέσεις! Γιατί αὐτή ἡ ἀπαξίωση τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων μέ τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες, οἱ ὁποῖοι πραγματοποιοῦνται τώρα καί δεκαετίες «ἐπί ἴσοις ὅροις» σύμφωνα μέ ἀπόφαση Πανορθοδόξου Διασκέψεως μέ τόσους κόπους καί μόχθους καί ἔχουν καταστεῖ πλέον ἰσχυρόν «ἀρχαῖον ἔθος» καί θεόσδοτον καθῆκον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας; Ὅλα τά ἐπίσημα σχετικά Κείμενα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅλων τῶν τελευταίων δεκαετιῶν καί οἱ σοβαροί ἐπιστήμονες Θεολόγοι καί Καθηγητές Πανεπιστημίων, οἱ ἀσχολούμενοι μέ τά θέματα αὐτά, ἀναφέρουν τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες Ἐκκλησίες. Πρέπει ἐπίσης νά ὑπενθυμίσω, ὅτι, ὡς γνωστόν, ἡ δυνατότης ὑπάρξεως Παρατηρητῶν ἀπό τίς ἑτερόδοξες Ἐκκλησίες καί τούς Οἰκουμενικούς Ὀργανισμούς τῶν Ἐκκλησιῶν στήν Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Κρήτης ἐδόθη κατόπιν πανορθοδόξου ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ὑπεγράφη ἀπό ὅλους ἀνεξαιρέτως τούς Προκαθημένους τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, κατά τήν Ἱερά Σύναξή των τήν 27η Ἰανουαρίου 2016 στό Σαμπεζύ τῆς Ἑλβετίας. Ὁ ὑπογεγραμμένος Κατάλογος τῶν προσκληθησομένων τότε Παρατηρητῶν εἶναι σαφής: Τό ἐπίσημο αὐτό πανορθόδοξο Κείμενο μέ τήν ὑπογραφή ὅλων τῶν Προκαθημένων Πατριαρχῶν καί Ἀρχιεπισκόπων (ἤ τῶν ἐκπροσώπων των) χαρακτηρίζει τούς Παρατηρητές τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐκπροσώπους Ἐκκλησιῶν ἤ Οἰκουμενικῶν Ὀργανισμῶν Ἐκκλησιῶν χωρίς κανένα περιοριστικό ἤ ἐπιφυλακτικό σχόλιο.

Κατά συνέπειαν, ἡ ἄρνηση τοῦ χαρακτηρισμοῦ των ὡς Ἐκκλησίες ἀπό μεμονωμένα ἄτομα ἤ Τοπικές Ἐκκλησίες ἀποτελεῖ ἀπαράδεκτο νεωτερισμό κατά τῆς πανορθοδόξου ἀποφάσεως. Γιά τό λόγο αὐτό, ἔπραξε τελικά ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ὀρθά καί σοφά καί διατήρησε τόν ὅρο Ἐκκλησία, παρά τίς σφοδρές, ὅμως μή πειστικές ἀντιρρήσεις.

Μερικοί μάλιστα ψάχνουν νά βροῦν κάπου αἱρετικές διατυπώσεις καί σέ ὀρθόδοξους Θεολόγους, κληρικούς καί λαϊκούς, χαρακτηρίζουν μή ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες αἱρετικές καί τούς Πατριάρχες των αἱρετικούς καί ἐάν ἀκόμα δέν ὑπάρχει καταδίκη ἀπό Οἰκουμενική Σύνοδο, ὅπως κάνει μεταξύ ἄλλων καί ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιῶς κ. Σεραφείμ γιά πολλούς καί τελευταῖα γιά τόν νῦν Πατριάρχη τῆς Κοπτικῆς Ἐκκλησίας Θεόδωρο, «ἀπό καθαρή, ἄδολη καί ἀνιδιοτελῆ χριστιανική ἀγάπη», γιά τόν ὁποῖο ἀποφαίνεται ὅτι εἶναι «αἱρετικός», διότι ὅπως «προφητικά» ἰσχυρίζεται ὁ Σεβασμιώτατος, ὁ «Προκάτοχός» τοῦ Πατριάρχη τῶν Κοπτῶν ὁ Ἀλεξανδρείας Διόσκορος, «Δικαίως καθαιρέθηκε ἀπό τήν Δ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο, ἐπειδή κλήθηκε τρεῖς φορές καί δέν προσῆλθε. Ἀλλά, καί ἄν προσερχόταν, πάλι θά καταδικαζόταν ὡς αἱρετικός.» Δέν πῆγε ὅμως στήν Σύνοδο ἐκείνη, ἄρα δέν ἔχει καταδικασθεῖ ὡς αἱρετικός! Μερικοί μάλιστα - πάντα οἱ ἴδιοι – θέλουν νά ἀνυψώσουν Συνόδους σέ Οἰκουμενικές γιά νά ἀποδείξουν ὅτι καί Οἰκουμενικές Σύνοδοι ἔχουν καταδικάσει ὡς αἱρετική καί τήν Ρωμαιοκαθολική Ἐκκλησία, πρᾶγμα τό ὁποῖο βέβαια δέν ἔχει συμβεῖ. Γιατί αὐτό τό μῖσος ἐν ὀνόματι τῆς ἀγάπης; Ἀντί νά ἐπιδιώκουμε νά βροῦμε λύσεις στά ὑπάρχοντα προβλήματα, νά ἐπιτύχουμε τήν καταλλαγή καί τήν συμφιλίωση γιά νά καταλήξουμε στήν ἑνότητα στήν αὐτή πίστη μέ ἀγάπη, νά συνεργασθοῦμε μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις γιά νά βοηθήσουμε σήμερα καί νά συμπαρασταθοῦμε στόν πάσχοντα λαό, ρίχνουν ὁρισμένοι συνεχῶς λάδι στή φωτιά καί θριαμβολογοῦν δημιουργοῦντες ἀντιμαχόμενα καί διασπαστικά μέτωπα μέσα στήν Ἐκκλησία, «ἐπικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικῆς ἀκριβείας,» ὅπως τονίζει πολύ ὀρθά τό ὑπό συζἠτηση Ἀνακοινωθέν.

Γιατί ἀγνοεῖ τό Ἀνακοινωθέν αὐτό σκανδαλωδῶς τό Κείμενο τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» γιά τήν διατύπωση τοῦ σκοποῦ τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων; Τό ἐγκριθέν Κείμενο τονίζει σαφέστατα, ὅτι «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀδιαλείπτως προσευχομένη «ὑπέρ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως», ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετά τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καί τῶν μακράν, ἐπρωτοστάτησε μάλιστα εἰς τήν σύγχρονον ἀναζήτησιν ὁδῶν καί τρόπων τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἑνότητος τῶν εἰς Χριστόν πιστευόντων, μετέσχε τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως ἀπό τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς καί συνετέλεσεν εἰς τήν διαμόρφωσιν καί περαιτέρω ἐξέλιξιν αὐτῆς.»(4). Συγκεκριμένα ἀναφέρει ἐπίσης ὅτι «Οἱ σύγχρονοι διμερεῖς θεολογικοί διάλογοι, κηρυχθέντες ὑπό Πανορθοδόξων Διασκέψεων, ἐκφράζουν τήν ὁμόθυμον ἀπόφασιν πασῶν τῶν κατά τόπους ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν,»(9), διεξάγονται «ἐπί τῷ τέλει τῆς ἀναζητήσεως, βάσει τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τῆς παραδόσεως τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων, τῆς ἑνότητος ὅλων τῶν Χριστιανῶν»(5) καί «ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι διά τοῦ διαλόγου δίδει δυναμικήν μαρτυρίαν τοῦ πληρώματος τῆς ἐν Χριστῷ ἀληθείας καί τῶν πνευματικῶν αὐτῆς θησαυρῶν πρός τούς ἐκτός αὐτῆς, μέ ἀντικειμενικόν σκοπόν τήν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ὁδηγούσης πρός τήν ἑνότητα.»(6). Ἐπίσης «Εἶναι εὐνόητον ὅτι κατά τήν διεξαγωγήν τῶν θεολογικῶν διαλόγων κοινός πάντων σκοπός εἶναι ἡ τελική ἀποκατάστασις τῆς ἐν τῇ ὀρθῇ πίστει καί τῇ ἀγάπῃ ἑνότητος.»(12). Καί καταλήγει τό Κείμενο μέ μία δέηση, ἡ ὁποία δεικνύει καί τόν σκοπό τῶν Θεολογικῶν Διαλόγων: «Δεόμεθα ὅπως οἱ Χριστιανοί ἐργασθῶσιν ἀπό κοινοῦ, ὥστε νά ἀποβῇ ἐγγύς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἥν ὁ Κύριος θά ἐκπληρώσῃ τήν ἐλπίδα τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί «γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10,16).» (24) Τό Κείμενο δέν ὁμιλεῖ πουθενά περί «ἐπιστροφῆς τῶν ἑτεροδόξων καί ἀλλοδόξων εἰς αὐτήν», δηλ. στήν Ὁρθόδοξη Ἐκκλησία.

Ὡς πρός τό θέμα περί Γάμου, γιατί παρασιωπᾶ τό Ἀνακοινωθέν τήν δυνατότητα πού δίδει μέ τήν ἀπόφασή της ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος στίς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες νά ἐπιτρέπουν τήν τέλεση Μικτῶν γάμων κατ’ οἰκονομίαν; Δέν ὑπάρχει τό πρόβλημα αὐτό στήν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος; Πόσα ποιμαντικά προβλήματα τῶν συζύγων καί τῶν παιδιῶν των, δηλ. τῶν οἰκογενειῶν των, παραμένουν ἀναπάντητα;

Ὡς πρός τό θέμα τῆς ὑπάρξεως καί ἄλλων Συνόδων στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία μετά τήν ἐποχή τοῦ ἱ. Φωτίου στήν δεύτερη χιλιετία, ἀπορεῖ κανείς μέ ποιά ἑρμηνευτική ἀρχή καταλήγει τό Ἀνακοινωθέν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό ἐσφαλμένο συμπέρασμα, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός των ἀπό τήν Σύνοδο τῆς Κρήτης ὡς «καθολικοῦ κύρους» σημαίνει «δηλαδή Οἰκουμενικές»; Μέ ποιά κριτήρια ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι γιά πρώτη φορά ἡ Σύνοδος τῆς Κρήτης ἀναγνώρισε ὅλες αὐτές τίς Συνόδους ὡς Οἰκουμενικές; Οὕτε τό ἔπραξε οὔτε ὑπῆρξε κἄν παρόμοια σκέψη ἤ πρόθεση. Ὁρισμένοι μάλιστα ἀπορρίπτουν τό κῦρος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Κρήτης, διότι δέν προέβη σέ ἀναγνώριση τῆς Οἰκουμενικότητας τῶν Συνόδων ἤ μερικῶν ἀπό αὐτές, οὔτε καί τῆς Συνόδου Κωνσταντινουπόλεως ὑπό τήν Προεδρία τοῦ ἱ. Φωτίου (879/880). Βεβαίως, ἡ Σύνοδος αὐτή ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά μιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου καί θά πρέπει νά ἀναγνωρισθεῖ ἀπό κοινοῦ ὡς ἡ 8η Οἰκουμενική Σύνοδος Ἀνατολῆς καί Δύσεως, στήν ὁποία ἔλαβε μέρος κανονικά καί ἡ Δυτική Ἐκκλησία μέ ἐκπροσώπους τοῦ Πάπα καί ἐξέδωσε κοινά ἀνεγνωρισμένες ἀποφάσεις. Ἡ Σύνοδος αὐτή πρέπει μάλιστα νά χαρακτηρισθεῖ καί ὡς ἑνωτική, ὁπωσδήποτε δέ ὄχι ὡς «ἀντιπαπική», ὡς ἰσχυρίζονται ὁρισμένοι ὑπερορθόδοξοι. Ὅμως ἡ ἀναγνώριση αὐτή δέν ἔγινε στή Σύνοδο τῆς Κρήτης οὔτε καί μονομερῶς μόνον ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, οὔτε ἦταν ἄμεσα ἀναγκαῖο νά γίνει τώρα. Καί ἡ Β΄ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν ἀναγνωρίστηκε ἀπό τήν ἑπομένη, δηλ. ἀπό τήν Γ΄ Οἰκουμενική τῆς Ἐφέσου τό 431, ἀλλά ἀπό τήν Δ’ Οἰκουμενική Σύνοδο τό 451 στήν Χαλκηδόνα.

Μέ μεγάλη ἱκανοποίηση διάβασα ὅμως τήν ἐπιτακτική προτροπή τοῦ Ἀνακοινωθέντος γιά τήν ἐμβάθυνση στά Κείμενα τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης «χωρίς φανατισμούς καί διαιρέσεις, χωρίς παρασυναγωγές καί σχίσματα, τά ὁποῖα πληγώνουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Τά σχίσματα εἶναι δυσίατες πνευματικές ἀσθένειες.» Πολύ χρήσιμο εἶναι καί τό ἀπόσπασμα τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου. «τό σχίσαι Ἐκκλησίαν καί φιλονείκως διατεθῆναι, καί διχοστασίας ἐμποιεῖν, καί τῆς συνόδου διηνεκῶς ἑαυτόν ἀποστερεῖν, ἀσύγγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχει τήν τιμωρίαν» (PG 48, 872). Πράγματι ποιοί εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ἐπιζητοῦν «σχίσαι Ἐκκλησίαν, καί φιλονείκως διατεθῆναι, καί διχοστασίας ἐμποιεῖν...» κλπ.; Ἀλλά δέν πρέπει νά ἐφαρμοσθεῖ ἡ τελευταία πρόταση τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου γιά ὅλα ὅσα ἐκεῖνοι πράττουν; Ὁ ἱ. Χρυσόστομος ἐτόνιζεν: «ἀσύγνωστον καί κατηγορίας ἄξιον καί πολλήν ἔχειν τήν τιμωρίαν». Εἶναι δυνατόν νά δροῦν ὅλοι αὐτοί καί νά ἀπορρίπτουν τά πάντα, νά συκοφαντοῦν, νά χαρακτηρίζουν ὡς προδότες τῆς πίστεως καί αἱρετικούς καί νά ἀναθεματίζουν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν κατ’ ἀνάθεσιν τῶν Ἐκκλησιῶν των ὅλους αὐτούς τούς Θεολογικούς Διαλόγους καί νά μή συμβαίνει τίποτα ἀπό καμμία ἐκκλησιαστική Ἀρχή καί ἀπό κανένα κανονικό θεσμικό ὄργανο; Ἀλλά ἀκόμα, ποῦ εἶναι οἱ φωνές ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέν συμφωνοῦν μέ τίς μεμονωμένες ἀρνητικές ἀπόψεις; Ποῦ εἶναι οἱ παρεμβάσεις καί οἱ διαμαρτυρίες ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβαν μέρος στή Σύνοδο τῆς Κρήτης καί ἐψήφισαν ὑπέρ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνόδου τῆς Κρήτης καί ὑπέγραψαν τά ἐπίσημα Κείμενά της;

Ἡ ἑπόμενη προτροπή τοῦ Ἀνακοινωθέντος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐπίσης πολύ σοβαρή καί ἀξιοπρόσεκτη: «Γι’ αὐτό προτρέπονται οἱ πιστοί νά μή δίνουν βαρύτητα στά λόγια ἐκείνων, πού τούς παρακινοῦν νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό Αὐτήν προκειμένου νά ἀποτελέσουν ξεχωριστή ὁμάδα ἔξω ἀπό τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἐπικαλούμενοι φανταστικούς λόγους δογματικῆς ἀκριβείας.» Νομίζω, ὅτι εἶναι γνωστοί «ἑκεῖνοι πού παρακινοῦν» καί οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν σέ διάφορες τάξεις τῆς Ἐκκλησίας, λαϊκοί καί κληρικοί, Θεολόγοι καί Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ἐπανέρχονται μέ τούς ἴδιους ἰσχυρισμούς καί μέ ἀθεολόγητα καί ἀνιστόρητα ἐπιχειρήματα, ἐπιμένοντες, παρά τό ὅτι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος δέν ἀποδέχθηκε τίς ἀπόψεις των!

Παρόλα ταῦτα: Μετά λύπης μου πρέπει νά διαπιστώσω γενικά, ὅτι τό Ἀνακοινωθέν αὐτό δέν ἀποδίδει οὔτε τό γράμμα οὔτε τό φρόνημα τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Δυστυχῶς δέν ἀποτελεῖ πληροφόρηση τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά παραπληροφόρηση καί δημιουργεῖ τεράστια σύγχυση καί διασπάσεις στούς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη.

Θεάρεστον ὅμως καί ἀπόλυτα ἀναγκαῖον θά εἶναι τό ἔργον τῆς ἀντικειμενικῆς ἐνημερώσεως τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας γιά τό τί συνέβη καί τί ἀπεφασίσθη στή Σύνοδο τῆς Κρήτης καί ποιά σημασία ἔχει γιά τήν ζωή τῶν πιστῶν, πρᾶγμα τό ὁποῖον δέν ἔχει γίνει ἀκόμα. Ἐπίσης ἀπαραίτητον εἶναι νά ἒνθαρρυνθοῦν οἱ ἁρμόδιοι φορεῖς γιά τήν ἐφαρμογή τῶν ἀποφάσεων αὐτῶν στήν ζωή τῶν πιστῶν μέ τήν συνεργασία ὅλων, διορθόδοξα, διαχριστιανικά καί διαθρησκειακά, ὅπως προτρέπει καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Κρήτης. Ὅμως ἐλπίζομε!