«Мне скучно, бес» (Devil, I'm bored)

Α. S. Pushkin, «Faust»

 

Πόσο άχαρος πρέπει να είναι ο ρόλος της αντιπολιτεύσεως, ιδιαίτερα όταν το αντικείμενο που αντιπολιτεύεσαι απολαμβάνει υψηλά ποσοστά δημοτικότητας και είναι ικανό να προσαρμόζεται στις σύγχρονες απαιτήσεις της διεξαγωγής του... «πολέμου εντυπώσεων», ενώ εσύ παραμένεις προσκολλημένος σε στρατηγικές και τακτικές που θυμίζουν παλαιό ραδιόφωνο από βακελίτη με λυχνίες. Πόσο δε εκνευρισμό πρέπει να προκαλεί το να συνειδητοποιείς ότι, αν και καταβάλλεις κάθε προσπάθεια για να προβάλεις τις αρνητικές πλευρές ενός επαίσχυντου, όπως εσύ νομίζεις, καθεστώτος, το εκλογικό σώμα παραμένει συσπειρωμένο και αμετακίνητο από τις επιλογές των τελευταίων δυο δεκαετιών, ενώ την ίδια στιγμή οι δικές σου δυνάμεις παραμένουν «λίθοι, πλίνθοι, κέραμοι  ατάκτως ερριμένα» χωρίς καμία απολύτως προοπτική. Πόση απελπισία και απόγνωση θα πρέπει να σε πνίγει όταν κατανοείς, χωρίς να θέλεις να το ομολογήσεις, ότι το αντικείμενο του αγώνα σου εναντίον της «απολυταρχίας», στον οποίο έχεις εμπλακεί περισσότερο ως raison d'être παρά εκ συνειδήσεως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά αγώνας «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη» (Γ. Σεφέρης, «Ελένη»). Πόσο μόνος, λοιπόν, θα πρέπει να αισθάνεσαι;

Οι σκέψεις αυτές (που ομολογουμένως θα ταίριαζαν περισσότερο στη θέση του επιλόγου) είναι ουσιαστικά η κατακλείδα της πολυετούς εντρυφήσεως του γράφοντος στα εκκλησιαστικά πράγματα της πρώην «ναυαρχίδας» του, ούτως ειπείν, υπαρκτού σοσιαλισμού. Πρόκειται για μια περίοδο πλέον των είκοσι ετών, η οποία θα μπορούσε να χωρισθεί σε τρεις κατηγορίες: αναμονή, απογοήτευση και ρεαλισμός. 

Η πτώση του καθεστώτος, που αυτάρεσκα ονόμαζε εαυτό «σοσιαλιστικό», μπορεί μεν να δημιούργησε ένα κύμα ευφορίας στην πολιτικά αγράμματη όπως αποδείχθηκε αργότερα με τον τραγικότερο τρόπο Δύση, όμως όσοι γνώριζαν, είτε λιγότερο είτε περισσότερο, τις «γκρίζες περιοχές» της ιστορίας της νεότερης Ρωσίας κατανοούσαν ότι η λογικότερη προσέγγιση στα γεγονότα ήταν η τήρηση στάσεως αναμονής.

Η ορθότητα της παραπάνω επιλογής επιβεβαιώθηκε στη διάρκεια της περιόδου 1990-2000. Πρώτα από όλα, η διάλυση της Σοβιετικής Ενώσεως, μάλλον ο τρόπος που διαπράχθηκε αυτό το «ιστορικό ανοσιούργημα», έπρεπε να δημιουργήσει εύλογες υποψίες στον ευρισκόμενο σε επίπεδο πολιτικής νιρβάνας δυτικό κόσμο, εφόσον η απόλυτη έλλειψη δημοκρατικών παραδόσεων, όπως θα μπορούσε εύκολα κάποιος να  ανιχνεύσει ακόμα και στα βιβλία ιστορίας της μέσης εκπαιδεύσεως, δεν θα μπορούσε κατ᾽ ουδένα τρόπο να «γεννήσει» ένα ακραιφνές δημοκρατικό καθεστώς. Η έλλειψη δημοκρατικών παραδόσεων δεν μπορεί να αναπληρωθεί «εν μια νυκτί», είναι μια μακροχρόνια διαδικασία, η οποία στο τέλος ίσως να μην οδηγήσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. 

Όπως φάνηκε στη συνέχεια, τα περισσότερα, αν όχι όλα, πολιτικά κόμματα που εμφανίσθηκαν στη διάρκεια  εκείνης της δεκαετίας δεν κατόρθωσαν να προσφέρουν στην κοινωνία όχι μόνο μια νέα «μεγάλη ιδέα», αλλά ούτε και το αίσθημα ασφαλείας που τόσο είχε ανάγκη το απογοητευμένο κοινωνικό σύνολο εξ αιτίας της πολιτικής και, κυρίως, οικονομικής αστάθειας που γεννούσε την αβεβαιότητα για το μέλλον και την πράγματι εντυπωσιακή έξαρση της εγκληματικότητας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την οριακή τους συρρίκνωση όταν «εισέβαλαν» στην πολιτική σκηνή οι δυνάμεις εκείνες, οι οποίες δήλωσαν ευθύς εξ αρχής ότι στόχος τους είναι η αποκατάσταση της απολεσθείσας αξιοπρέπειας της χώρας.

Η εμμονή του γράφοντος στην σύντομη παρουσίαση των εξελίξεων στο πολιτικό τοπίο της Ρωσίας οφείλεται στο γεγονός ότι  σε αυτή τη νέα πραγματικότητα του πολιτικού ρεαλισμού παρατηρείται εκτός των άλλων και μια σαφή σύμπνοια πολιτικής και εκκλησιαστικής αντιπολιτεύσεως. Και αν η πρώτη, δηλαδή η πολιτική,  έχει ως στόχο, όπως ευκόλως γίνεται κατανοητό, την κυβέρνηση και τους περιφερειακούς της θεσμούς, αποφεύγοντας ταυτόχρονα επιμελώς στις περισσότερες περιπτώσεις να αναμειγνύεται σε εκκλησιαστικά ζητήματα, η δεύτερη, η εκκλησιαστική, έχοντας ως κύριο μέλημα την κριτική - σκόπιμη ή άσκοπη δεν έχει σημασία - της επικρατούσας Εκκλησίας, την οποία θεωρεί ως ένα περιφερειακό θεσμό της πολιτικής εξουσίας, στρέφει τα «πυρά» της και εναντίον του πολιτικού καθεστώτος, προσδιορίζοντας με αυτόν τον τρόπο το κοινό σημείο συναντήσεως με την πολιτική αντιπολίτευση.

Αφήνοντας, για ευνόητους λόγους, κατά μέρους την πολιτική, παρατηρούμε ότι η ρωσική ορθόδοξη εκκλησιαστική αντιπολίτευση εκφράζεται κυρίως από ποικίλα σχισματικά μορφώματα διαφόρων ειδών «γνησίων, αυτονόμων ή ανεξαρτήτων ορθοδόξων», τα οποία με τη σειρά τους συχνά διασπώνται σε ακόμα μικρότερες οργανώσεις («γκρουπούσκουλα», όπως τις χαρακτήρισε ο καλός Έλληνας φίλος). Πρόκειται δηλαδή για ομάδες που κινούνται στο περιθώριο του εκκλησιαστικού βίου της χώρας, έχουν κάποιους «πιστούς οπαδούς», όμως η επιρροή τους στην ορθόδοξη κοινότητα είναι αμελητέα. Ως παράδειγμα μπορούμε να αναφέρουμε τις αλλεπάλληλες διασπάσεις που υπέστησαν εκείνες οι ενορίες της Υπερορίου Ρωσικής Εκκλησίας όταν αρνήθηκαν να ακολουθήσουν την απόφαση της συντριπτικής πλειοψηφίας της Εκκλησίας αυτής να επανενωθεί με το Πατριαρχείο Μόσχας.

Αυτή η ιδιαιτερότητα εντείνει τον τραγικό χαρακτήρα των αντιπολιτευτικών τους παθών, εφόσον όχι μόνο ακόμα και ο πλέον αδαής περί των εκκλησιαστικών πραγμάτων ευκόλως κατανοεί ότι οι απέλπιδες προσπάθειές τους δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να οδηγήσουν σε ανατροπές ή αλλαγές στο εσωτερικό της κανονικής Εκκλησίας, αλλά και επειδή όπως προείπαμε έχουν πλήρη συνείδηση της βαθύτατης κρίσεως που βιώνουν τα τελευταία χρόνια. Μοιραία λοιπόν επιλέγουν την αναζήτηση «ομοϊδεατών» πέραν των καθαρά εκκλησιαστικών ορίων, μιας και το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως τους ωθεί στη σύναψη αντιφατικών συμμαχιών. Όμως οι συμμαχίες αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν τον «μίτο της Αριάδνης» που θα βγάλει αυτές τις ομάδες από τον πνευματικό λαβύρινθο, επειδή με τη σειρά τους και οι πολιτικές οργανώσεις ευρίσκονται στο ίδιο αδιέξοδο, βεβαίως όχι πνευματικό αλλά καθαρά υπαρξιακό. 

Σπεύδοντας να προλάβω το συναίσθημα αμφιβολίας που ίσως δημιουργήσει η βεβαιότητα, με την οποία εκφράζει την άποψή του ο συντάκτης του παρόντος σημειώματος, παραθέτω στην κρίση του φιλαλήθους αναγνώστη του ΑΜΗΝ ορισμένα στατιστικά στοιχεία που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του «Yuri Levada Analytical Center». Σύμφωνα λοιπόν με στοιχεία του Ιανουαρίου 2017 το 85% της ρωσικής κοινής γνώμης επικροτεί το έργο του Βλ. Πούτιν (Βλ. εδώ), ενώ σχεδόν το 1/3 θεωρεί ότι η ζωή επί Β. Πούτιν είναι η καλύτερη τα τελευταία 100 χρόνια (Βλ. εδώ)! Είναι λοιπόν ίσως περισσότερο από αφελές να πιστεύουμε ότι οι, ούτως ειπείν, «λοιπές δημοκρατικές και φιλελεύθερες δυνάμεις» είναι ικανές να διαδραματίσουν κάποιο ουσιαστικό ρόλο είτε στο πολιτικό, είτε στο εκκλησιαστικό γίγνεσθαι.

Σήμερα είμαστε μάρτυρες της τρίτης, της «ρεαλιστικής περιόδου» του μεταπολιτευτικού κοινωνικού βίου της Ρωσίας. Η ρωσική κοινωνία, έχοντας αντιμετωπίσει, από τη μια πλευρά, τις κυρώσεις μιας υπερφίαλης και εκδικητικής δυτικής πολιτικής, και από την άλλη, παρακολουθώντας την αποτυχημένη κατάληξη του κάποτε ελπιδοφόρου - τουλάχιστον για τον γράφοντα - «ουκρανικού δημοκρατικού πειράματος» με τις αποκρουστικές της παρενέργειες, όπως η εντυπωσιακού μεγέθους διαφθορά, η αναβίωση και ιστορική δικαίωση του εθνικοσοσιαλισμού/ναζισμού, η έξαρση του αντισημιτισμού, η αντιρωσική υστερία, η οποία περιέλαβε ακόμα και το Πατριαρχείο Μόσχας, εφόσον το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας της Ουκρανίας εξετάζει, με τη σοβαρότητα που αρμόζει σε μια υπηρεσία εθνικής ασφαλείας, την περίπτωση  λήψεως... περιοριστικών μέτρων εναντίον του Πατριάρχη Κυρίλλου, όπως μεταδίδει σήμερα το ουκρανικό πρακτορείο εκκλησιαστικών ειδήσεων RISU (Βλ. εδώ), οι εμφύλιες συγκρούσεις κ.α., συσπειρώνεται ακόμα περισσότερο πέριξ του «ενός ανδρός». Έτσι η αντιπολίτευση μετατρέπεται σε μια φρεναπάτη, η οποία, όπως συμβαίνει συχνά με τις φρεναπάτες, αποκτά για τους μακράν μυθικές διαστάσεις, κάτι παρόμοιο δηλαδή με αυτό που συνέβαινε με τους εκτός των συνόρων αντιφρονούντες στη διάρκεια του πρώτου ψυχρού πολέμου.

Η διαμόρφωση μιας ευρύτερης «εθνικής ιδέας», στην οποία, ας μη λησμονούμε, επιθυμεί διακαώς να συμβάλει και το Πατριαρχείο Μόσχας με το αδέξιο θεωρητικό πείραμα του «ρωσικού κόσμου», αποτελεί για τον συντάκτη του παρόντος σημειώματος την κύρια αιτία της κοινωνικής απομονώσεως της εκκλησιαστικής (και πολιτικής) αντιπολιτεύσεως. Επομένως η «υπερτίμησή» της, δηλαδή η απομάκρυνση από μια εκκλησιαστική realpolitik, μάλλον θα εντείνει περισσότερο τα υπάρχοντα εκκλησιαστικά αδιέξοδα, όπως π.χ. αυτό της Ουκρανίας, παρά θα οδηγήσει τους ενδιαφερόμενους σε κάποια βιώσιμη λύση.