Ακολουθεί η εισήγηση του Ομότιμου καθηγητή του ΑΠΘ Πέτρου Βασιλειάδη στο Επιστημονικό Συμπόσιο με θέμα «Εν όψει της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου» στο Ηράκλειο Κρήτης (14-15.5.2016):

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων με τη μέθοδο της συναίνεσης (consensus), την οποία υιοθέτησε η Σύναξη των Προκαθημένων τον Μάρτιο του 2014 για τις εργασίες της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και μάλιστα για όλα τα στάδια προετοιμασίας της, αλλά και για την Σύνοδο καθαυτήν, εάν εφαρμοστεί σωστά αποτελεί την ιδανική διαδικασία, η οποία αρμόζει σε εκκλησιαστικούς και γενικότερα πνευματικούς θεσμούς, και κυρίως εκείνους που άπτονται της αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας, όπως είναι η συνοδικότητα. Διαφέρει τόσο από την μέθοδο της «πλειονοψηφίας», όσο και από εκείνην της «ομοφωνίας». Αποτελεί μάλιστα ίσως και την μοναδική για την παρούσα ιστορική συγκυρία αμφισβήτησης της ιστορικής και θεολογικής αναγκαιότητας του πρωτείου, θεσμού απολύτως αναγκαίου για την ενότητα της Εκκλησίας, αλλά και την δομική της λειτουργία, όπως και την μαρτυρία της στο έξω κόσμο, το απαραίτητο εργαλείο για την αίσια έκβαση των εργασιών της από μακρού προσδοκώμενης Πανορθόδοξης Συνόδου.

Ο όρος «συναίνεσις», για πρώτη φορά σε ζητήματα οικουμενικών συνόδων απαντά στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας Σύνοδο της Χαλκηδόνας, όταν κατά την Η' συνεδρία της κανονίσθηκε το ζήτημα του δικαίου των χειροτονιών και της κρίσεως επισκόπων στη λεγόμενη Ανατολική Διοίκηση. Εκεί έγινε δεκτή, και επικυρώθηκε, η συμφωνία που επιτεύχθηκε μετά από σχετικές διμερείς συζητήσεις μεταξύ των αρχιεπισκόπων (σημερινών δηλ. Πατριαρχών) Αντιόχειας Μαξίμου και Ιεροσολύμων Ιουβεναλίου: «Μάξιμος ο ευλαβέστατος επίσκοπος Αντιόχειας της Συρίας είπεν: ‘Ήρεσέν μοι και τω ευλαβεστάτω επισκόπω Ιουβεναλίω μετά πολλήν φιλονεικίαν κατά σύμβασιν, ώστε τον μεν θρόνον της Αντιοχέων μεγαλοπόλεως, τον του Αγίου Πέ­τρου, έχειν δύο Φοίνικας και Αραβίαν, τον δε θρόνον της των Ιεροσολυμιτών έχειν τας τρεις Παλαιστίνας’….Ιουβενάλιος ο οσιώτατος επίσκοπος της Ιεροσολυμιτών πόλεως είπεν: ‘Τα αυτά καμοί συνήρεσεν, ώστε την μεν αγίαν του Χριστού Ανάστασιν τας τρεις Παλαιστίνας έχειν, τον δε Θρόνον της Αντιοχέων δύο Φοίνικας και Αραβίαν’».

Η σύνοδος, αφού δέχτηκε ως κανόνα την αρχήν ότι «τα αμφισβητούμενα παρ’ αυτών των φιλονεικείν δοκούντων ομογνώμονι τέμνεσθαι προθέσει», αποφάσισε ομόφωνα την κανονική κύρωση της συμφωνίας των ενδιαφερομένων θρόνων ως εξής: «...η κατά σύμβασιν τοίνυν Mαξίμου του αγιωτάτου επισκόπου της Αντιοχέων και Ιουβεναλίου του οσιωτάτου επισκόπου της Ιεροσολυμιτών γενομένη συναίνεσις, καθώς η εκατέρου κατάθεσις εδήλωσε, βεβαία και εξ ημετέρας αποφάσεως και από της ψήφου της αγίας συνόδου εις τον άπαντα χρόνον διαμένει» (Ε. SCH­WARTZ, ACO, II, 1, 3, σελ. 5-7. Βλ. και Βλ. Φειδά, Το «Αυτοκέφαλον» και το «Αυτόνομον» εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Ιεροσόλυμα 1979, σελ. 17εξ).

Είναι προφανές, ότι η συναίνεση στην κανονική παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων δεν αποτελεί μέθοδο (με την ακριβή σημασία του όρου) διαδικασίας λήψεως οικουμενικών αποφάσεων. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί κάτι τέτοιο, όταν σε άλλα πρακτικά συνόδων, και συγκεκριμένα στον 6ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής, σαφώς ορίζεται: «Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω…Ἐὰν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγῳ οὔσῃ, καὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο, ἢ τρεῖς δι᾿ οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσι, κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος».

Η πρόταση για τη χρήση της συναίνεσης ως μεθόδου λήψης αποφάσεων, σε διαχριστιανικά όμως fora, όπως για παράδειγμα το ΠΣΕ, προήλθε από την επιθυμία των Ορθοδόξων προκειμένου να είναι σε θέση να καταθέτουν αποτελεσματικά την μαρτυρία τους στον διαχριστιανικό διάλογο.  Την δεκαετία του ’80 στα περίφημα Desiderata της Σόφιας, και συγκεκριμένα στο 11ο αίτημα (από τα 13 συνολικά) των Ορθοδόξων, γίνεται λόγος για την ανάγκη αλλαγής των διαδικασιών και της μεθόδου στην υιοθέτηση των θέσεων και αποφάσεων του ΠΣΕ με «συναίνεση», όταν βέβαια πρόκειται για δογματικά θέματα,  (It was recognized that there is a need to change the procedure and methods of the final adoption of the emerging ecumenical consensus on doctrinal issues. This problem deserves serious attention from the constituency of the WCC, στο Todor Sabev (εκδ.), The Sofia Consultation - Orthodox Involvement in the WCC, σελ. 24). 

20 χρόνια αργότερα το ΠΣΕ συστήνει ειδική επιτροπή με ίσο αριθμό Ορθοδόξων και μη-Ορθοδόξων, για να προτείνει στα κεντρικά όργανά του μια σειρά από θέματα, που από καιρό απασχολούσαν τις Ορθόδοξες αντιπροσωπίες. Μεταξύ των θεμάτων που μετά από διεξοδική συζήτηση υπέβαλε η επιτροπή αυτή, και τελικά υιοθέτησε το Συμβούλιο με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του, ουσιαστικά ύστερα από πρόταση – και με πειστική επιχειρηματολογία – των Ορθοδόξων, ήταν και η διαδικασία λήψεως αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα με συναίνεση (consensus). Εκεί οι Ορθόδοξοι, αλλά και άλλες μειοψηφούσες χριστιανικές κοινότητες-μέλη του ΠΣΕ, εξηγούσαν γιατί απαιτείται η «συναίνεση» στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων.

Η διαδικασία λήψης αποφάσεων από την εποχή της ιδρύσεως του ΠΣΕ, υποστηρίχτηκε, ήταν εκείνη που ακολουθούσαν όλα ανεξαιρέτως τα συλλογικά όργανα των θρησκευτικών/εκκλησιαστικών οργανισμών της Δύσεως, και ήταν πανομοιότυπες με εκείνες των κοσμικών συλλογικών οργάνων, ήταν δηλαδή ως επί το πλείστον οι διαδικασίες που χρησιμοποιούν τα κοινοβούλια. Εκεί επικρατούσε η «αντιπαραθετική» φύση των διαδικασιών, όπου οι προτάσεις συζητούνται με τη λογική του «υπέρ ή κατά». Η διαδικασία αυτή, όπως είναι φυσικό, κατά κύριο λόγο ενθαρρύνει την τοποθέτηση υπέρ ή κατά, χωρίς τη δυνατότητα διερεύνησης σε βάθος των θεμάτων. Σε πολλά όμως ζητήματα υπάρχουν τρεις ή τέσσερις διαφορετικές απόψεις, και όχι μόνον δύο. Περιττό να υπενθυμίσουμε ότι πολλές φορές η διαδικασία αυτή καταλήγει στο να είναι «συγκρουσιακή» (Για το θέμα αυτό περισσότερα στο Αν. Βασιλειάδου, Η συμμετοχή των Ορθοδόξων στο ΣΕ υπό το φως των αποφάσεων της Ειδικής Επιτροπής, Θεσσαλονίκη 2005, επανέκδοση από τις εκδόσεις CEMES, με πρόλογο των εκδοτών το 2015, ειδικά το τρίτο μέρος του Γ’ κεφαλαίου) (δείτε εδώ). 

Σε εκκλησιαστικά, όμως, και θεολογικά ζητήματα απαιτείται μια περισσότερο «διερευνητική» διαδικασία. Ιδιαίτερα για μια εκκλησιαστική σύνοδος, στην προκειμένη περίπτωση την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κάτι τέτοιο θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση στο να φτάσει εις «νoυν Χριστού». Το θεολογικό σκεπτικό μιας τέτοιας διαδικασίας είναι καθαρά εκκλησιολογικό. Κάθε σύνοδος, αλλά και η Εκκλησία, ως σώμα Χριστού, είναι πιστή στην εσωτερική φύση και αποστολή της, όταν εφαρμόζει το ευαγγέλιο του Χριστού. Θα πρέπει, με άλλα λόγια, να επιδιώκει μέσα από αμοιβαίες προτάσεις να διερευνά «τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου» (Eφεσ 5:17). Στο χωρίο της Α΄ Κορ 12:12-27 ο απόστολος Παύλος κάνει λόγο για μέρη του σώματος που χρειάζονται το ένα το άλλο. Ως εκ τούτου, ένα πλήρως λειτουργικό, και ουσιαστικά ευχαριστιακό, σώμα, όπως η σύνοδος, οφείλει να ενσωματώνει τις δυνατότητες και τις συνεισφορές όλων των μελών του. Χρειάζεται λοιπόν να χρησιμοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δυνατότητες, την ιστορία, την εμπειρία, και την πνευματική παράδοση, όπως την αναλύσαμε στο πρώτο μέρος, αλλά και την παραδοσιακή Ορθόδοξη αρχή της οικονομίας.

Αν και η αρχή της οικονομίας είχε ιστορικά εφαρμογή κυρίως στα μυστήρια, εντούτοις μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλα εκκλησιαστικής φύσεως οργανωτικά και ποιμαντικά, ιεραποστολικά κλπ. θέματα, με τα οποία ουσιαστικά θα ασχοληθεί η Πανορθόδοξη Σύνοδος, όπως πολύ σωστά υπογράμμισε πρόσφατα και ο Οικουμενικός Πατριάρχης, εξηγώντας γιατί – ανάμεσα στα άλλα – η Πανορθόδοξη Σύνοδος ονομάζεται «Αγία και Μεγάλη», και όχι «Οικουμενική». Πάντοτε βέβαια υπό το φως της Ορθοδόξου πίστεως. Σεβασμός στην αρχή της οικονομίας σημαίνει να είναι κανείς ανοικτός στις διάφορες απόψεις, τις διαφορετικές εκφράσεις πίστεως και ζωής, παραμένοντας βέβαια πιστός «τῇ ἄπαξ παραδοθείσῃ τοῖς ἁγίοις πίστει» (Ιούδα 3), ούτως ώστε να μπορεί να διακηρύξει τελικά, ότι «ἔδοξε τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ 15:28). Και φυσικά το κυριότερο, ακόμα και όταν ασχολείται  με πρακτικά ζητήματα, πρέπει να επιδιώκει να εκφράζει την πίστη την «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην» (Γαλ 5:6).

Με αυτήν την μέθοδο της συναίνεσης αποφάσισε η Σύναξη των Προκαθημένων του 2014 (6-9 Μαρτίου) να πραγματοποιηθεί η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του Οικουμενικού Πατριάρχη, ο οποίος εισηγήθηκε την παραδοσιακή και μαρτυρούμενη υπό του 6ου κανόνος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου αρχή της «των πλειόνων ψήφου», θεωρήθηκε αυτονόητο πως με την παραπάνω κατανόηση της συναίνεσης θα διεξάγονταν οι εργασίες της συνόδου. Άλλωστε, η Εκκλησία της Ρωσίας που επέμενε στην απόφαση αυτή, με ενθουσιασμό στήριξε τις προτάσεις της Ειδικής Επιτροπής του ΠΣΕ για την αλλαγή του τρόπου λήψης αποφάσεων στον πολυμερή οικουμενικό διάλογο και την καθιέρωση της «συναίνεσης» (όχι υποχρεωτικά «ομοφωνίας»), και επομένως γνώριζε τις λεπτομέρειες των ειλημμένων εκεί αποφάσεων.

Παραδόξως, η ελληνική μετάφραση του μηνύματος της Συνάξεως των Προκαθημένων του 2014 έκανε λόγο για «ομοφωνία», στην ουσία δηλαδή για δυνατότητα αρνησικυρίας (veto) – πράγμα ολέθριο για την Ορθοδοξία, στην οποία παραδοσιακά ισχύει σε δύσκολες περιπτώσεις η αρχή της «των πλειόνων ψήφου», αλλά και για το ίδιο το εγχείρημα της πραγματοποιήσεώς της – αν και το αγγλικό κείμενο ορθώς μιλούσε για «consensus». Αν συνέβαινε το πρώτο (η υποχρεωτική ομοφωνία σε όλα τα στάδια), η Σύνοδος των Προκαθημένων θα ήταν ασυνεπής προς την ίδια την απόφασή της από τα πρώτα κιόλας βήματα, αφού τελικά το μήνυμα, με το οποίο αποφασίστηκαν τα περί Πανορθοδόξου Συνόδου, δεν προσυπέγραψε η Εκκλησία της Αντιοχείας. Η ίδια παρεξήγηση δημιουργήθηκε και με την παρέμβαση τότε του Πατριάρχου Μόσχας κ. Κυρίλλου, στην οποία ανέλυε τις απόψεις της Ιεράς Συνόδου της τοπικής Εκκλησίας του. Ενώ στο αγγλικό κείμενο, το οποίο διανεμήθηκε, υπήρχε ο όρος consensus, στην ελληνική μετάφραση, την οποία κοινοποίησε η ίδια η Εκκλησία στην επίσημη ιστοσελίδα της, γινόταν λόγος για «ομοφωνία», όπως σημειώναμε σε ανάλογη παρέμβασή μας εκείνη την περίοδο (δείτε εδώ).

Η μικρή, αλλά ουσιαστική, αυτή παρανόηση στον τρόπο χρήσης της συναίνεσης ως μεθόδου λήψεως αποφάσεων στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο δημιούργησε και όλα τα διαδικαστικά προβλήματα και τις δυσλειτουργίες κατά την διετή (2014-2016) προ-διαδικασία. Και φυσικά, το κυριότερο, αγνοήθηκε η βασικότερη παράμετρος, σύμφωνα με την οποία μια σύνοδος, ακόμα και όταν ασχολείται  με πρακτικά ζητήματα, πρέπει να επιδιώκει να εκφράζει την πίστη την «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην» (Γαλ 5, 6).  Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η αποτυχία της εφαρμογής της συναίνεσης σε ένα τμήμα της προσυνοδικής διαδικασίας, στον διάλογο δηλαδή στον οποίο προσκλήθηκε το σύνολο του θεολογικού κόσμου, αρχιερείς, ιερείς, μοναχές και μοναχοί, ακαδημαϊκοί θεολόγοι, γυναίκες και άνδρες. Και η αποτυχία αυτή αναφέρεται κυρίως – για να μη πω αποκλειστικά – στις θεολογικές παρεμβάσεις των αντιστρατευομένων με κάθε τρόπο και αυτήν ακόμη την ιδέα σύγκλησης Πανορθοδόξου Συνόδου.

Για να γίνω πιο σαφής. Μπορεί η συναίνεση να είναι και μέθοδος λήψης αποφάσεων, χωρίς ή δυνατόν ψηφοφορία. μπορεί η συναίνεση να είναι πιο «συνοδική», από ό,τι η κοινοβουλευτική μέθοδος, και πιο «περιεκτική» από την κλασική αντιπαραθετική διαδικασία. μπορεί να μην είναι ταυτόσημη με την ομοφωνία. Είναι όμως κατά κύριο λόγο πνευματική διαδικασία, ένα νέο ήθος της πίστεως της «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένης», μια πνευματική πορεία προς μία με πνεύμα ταπείνωσης, ανεκτικότητας και αγάπης κατάθεση των διαφορετικών θεολογικών απόψεων, ακόμη και ουσιαστικών αντιρρήσεων σε επί μέρους ζητήματα, ούτως ώστε όλη η Εκκλησία ως το σώμα του ζώντος Χριστού να μπορέσουμε «εν ομονοία (να) ομολογήσωμεν» πίστη στον εν Τριάδι Θεό.

Να θυμίσω, λοιπόν, στο σημείο αυτό ποιοι κανόνες ισχύουν διεθνώς σε διεκκλησιαστικούς οργανισμούς, και μάλιστα όπως τους εισηγήθηκαν και τους ψήφισαν οι ίδιοι οι Ορθόδοξοι:

Συναίνεση (consensus) επιτυγχάνεται, όταν συμβεί ο,τιδήποτε από τα παρακάτω:

(α)  Συμφωνία όλων (ομοφωνία=unanimity).

(β)  Οι περισσότεροι συμφωνούν, και όσοι διαφωνούν έχουν ικανοποιηθεί από το γεγονός, ότι οι διαδικασίες ήταν εξαντλητικές και δίκαιες, και ότι η απόφαση εκφράζει τo γενικότερο πνεύμα της συνόδου, και κατ’ επέκταση της Εκκλησίας. Επομένως, η διαφωνούντες παρέχουν τη συγκατάθεσή τους.

(γ) Η σύνοδος αναγνωρίζει, ότι υπάρχει ποικιλία απόψεων και συμφωνεί να τις καταγράψει στην τελική απόφαση (όχι απλά και μόνο στα πρακτικά).

(δ)   Η σύνοδος συμφωνεί να αναβάλει την απόφασή της.

(ε)   Συμφωνείται ότι είναι αδύνατη η λήψη αποφάσεως.

Η διαδικασία συναίνεσης επιτρέπει σε όλα τα μέλη της συνόδου να έχουν τις αντιρρήσεις τους σε οποιαδήποτε πρόταση πριν από την έγκρισή της. Εάν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση, τότε εξετάζεται: (α) «Αν πρέπει να ληφθεί απόφαση». (β) «Αν μπορεί να ληφθεί απόφαση, τη στιγμή που μερικά μέλη δεν μπορούν να τη στηρίξουν». (γ) «Αν μπορεί να επαναδιατυπωθεί με περισσότερο αποδεκτό τρόπο η προς ψήφιση πρόταση». Και (δ) σε σπάνιες περιπτώσεις, στις οποίες οι διαδικασίες συναίνεσης έχουν δοκιμαστεί και αποτύχει, απαιτείται ένας μηχανισμός για να αποκλειστεί το αδιέξοδο. Στις περιπτώσεις αυτές είναι επιβεβλημένη η συνεργασία όσων εκφράζουν ανησυχίες με εκείνους που συνέταξαν τα προς ψήφιση κείμενα, ώστε να βρεθούν δημιουργικοί τρόποι επίλυσής τους. Στόχος θα πρέπει να είναι η μεταξύ των μελών της συνόδου, αλλά και όλου του σώματος της Εκκλησίας, «κοινωνία» και η βελτίωση της αποστολής και μαρτυρίας της στον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι θα υπάρξουν περιπτώσεις κατά τις οποίες τα μέλη της συνόδου αποδέχονται μια κατάσταση διαφωνίας (όχι βέβαια σε θέματα πίστεως), αλλά συνεχίζουν να βοηθούν και να στηρίζουν ο ένας/μία τον/την άλλο/η, αλλά και την Εκκλησία. Είναι τότε που εφαρμόζεται ο 6ος κανόνας της Α΄Οικουμενικής Συνόδου, της αποκαλούμενης – ειρήσθω εν παρόδω – «αγίας και μεγάλης».

Κοντολογίς, στη συναίνεση, μια μειοψηφούσα άποψη μπορεί να συμφωνήσει στην προώθηση μιας απόφασης, την οποία αποδέχονται τα περισσότερα, όχι όμως και όλα τα μέλη της συνόδου. Στην περίπτωση αυτή η μειονότητα δέχεται ότι η πρόταση αντιπροσωπεύει το γενικό «πνεύμα της συνόδου». Αυτό βέβαια γίνεται, μόνον όταν οι επιφυλάξεις των διαφωνούντων έχουν ακουστεί, έχουν γίνει κατανοητές, και έχουν γίνει σεβαστές. Είναι δυνατόν, επίσης, για μερικά θέματα να συνεχίσει η σύνοδος ακόμη και στη λήψη αποφάσεων κατά πλειοψηφία, είτε απλή είτε ενισχυμένη. Ακριβώς, δηλαδή, σύμφωνα με τον 6ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής.

Συμπερασματικά: η συναίνεση, ακόμη και ως απλή διαδικαστική μέθοδος, μπορεί να είναι η κανονική διαδικασία, αλλά όχι και η μόνη και αμετάβλητη.

Στο μείζον αυτό ηθικό ζήτημα (κωλυσιεργίας, εκβιαστικής στάσεως κλπ) το ηθικό ανάστημα των πάσης φύσεως ζηλωτών απεδείχθη απελπιστικά ελλιπές, και οι δήθεν τηρητές της Ορθοδόξου παραδόσεως έδειξαν στην καλύτερη περίπτωση πνευματική ένδεια και στη χειρότερη αλαζονεία. Και αυτό δυστυχώς δεν συνέβη μόνο στον ευρύτατο θεολογικό διάλογο που ενθάρρυνε η Εκκλησίας μας, αλλά και στις επίσημες προσυνοδικές διαδικασίες, όπου παρατηρήθηκε, ας μου επιτραπεί, η ίδια παταγώδης αποτυχία αναφορικά με τη σωστή χρήση της συναίνεσης. Μάλιστα, ήταν τέτοιες οι καταχρήσεις από την εσφαλμένη χρήση της και τις εκβιαστικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, ώστε ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην εισαγωγική του ομιλία κατά την τελευταία Σύναξη των Προκαθημένων στη Γενεύη (Ιανουάριος 2016) να κάνει λόγο για «δαμόκλειο σπάθη», που κινδυνεύει να τινάξει στον αέρα την επιτυχία της συνόδου (δείτε εδώ).

Έχω επανειλημμένα υποστηρίξει, πως μια από τις αιτίες αυτού του φαινομένου, που μάλιστα άρχισε να εμφανίζεται από πολύ νωρίς – πριν από έναν περίπου αιώνα – από την αρχή δηλαδή της προϊστορίας της συνοδικής διαδικασίας, είναι μια αντίληψη για την αυθεντική Ορθόδοξη παράδοση, η οποία περιορίζεται στην μετά το σχίσμα διαμορφωθείσα εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, που ως επί το πλείστον, για λόγους καθαρά ποιμαντικούς και κυρίως άμυνας, εξέφραζε –και ορθώς – η αντιρρητική και πολεμική γραμματεία της εποχής, και όχι η διαχρονική Ορθόδοξη θεολογική παράδοση, η βιβλική δηλαδή, λειτουργική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας. Αιχμή του δόρατος αυτού του φαινομένου απετέλεσε το «ζηλωτικό κίνημα», για την αντιμετώπιση του οποίου, και κυρίως για την αποτροπή της επιδείνωσης του συντελεσθέντος  σχίσματος, πολλοί στο παρελθόν πρόσθεσαν στον «ζηλωτισμό» … και τον «οικουμενισμό», τον διάλογο δηλαδή και την sine qua non ευθύνη και υποχρέωση της Εκκλησίας μας να συμβάλει στην αποκατάσταση του σκανδάλου του σχίσματος, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα «παναίρεση»!

Οι σπασμωδικές αντιδράσεις των παντοίων αυτοαποκαλούμενων υπερασπιστών της Ορθοδοξίας – αρχικά να αποτρέψουν παντελώς τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και στη συνέχεια να υποβαθμίσουν τη σημασία της ή και να ψαλιδίσουν το αισιόδοξο μήνυμά της, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τη συναίνεση, ή για την ακρίβεια παραποιώντας το βαθύτερο νόημά της, είναι αναμενόμενες. Διαβλέπουν την συνοδική καταδίκη των απόψεων και ενεργειών τους από σύνολη την ανά την οικουμένη Εκκλησία, δια του άρθρου 22 του ομόφωνα από όλες τις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες εκκλησίες προταθέντος προς ψήφιση εκκλησιολογικού κειμένου, το οποίο σαφέστατα αναφέρει, πως «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας». Έτσι χρησιμοποιούν τη συναίνεση καταστρατηγώντας το ουσιαστικό της πνευματικό περιεχόμενο. Όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο καθ. της συστηματικής Θεολογίας του Αγ. Βλαδιμήρου Peter Bouteneff, «εάν τα μέλη της Πανορθοδόξου Συνόδου χρησιμοποιήσουν τη συναίνεση ως ένα στυγνό εργαλείο, αυτό θα σημάνει πως η Σύνοδος με βεβαιότητα θα περιοριστεί σε παχιά λόγια και ανώδυνα κηρύγματα προς τις εκκλησίες, και όχι σε προφητικούς, καθοδηγητικούς, και ίσως και ριζοσπαστικούς λόγους» (δείτε εδώ). [Παρόμοια επεσήμανε και μόλις προχθές (17.5), μετά δηλαδή την ομιλία μου (15.5), και ο καθηγητής του Κανονικού Δικαίου και Λειτουργικής στη Θεολογική Σχολή του Αγ. Βλαδιμήρου Alexander Rentel (δείτε εδώ