Η από δεκαετίες αναμενόμενη σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, προς την οποίαν πλέον πορεύεται εν Αγίω Πνεύματι η ανά την οικουμένην Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία μας, σοφά αποφασίστηκε να διεξαχθεί με την διαδικασία της συναίνεσης (consensus), «ίνα εν ομονοία ομολογήσωμεν» πίστη στον εν Τριάδι Θεό. Όπως από την πρώτη στιγμή υπογραμμίσαμε (δείτε ΕΔΩ και ΕΔΩ) η συναίνεση δεν ταυτίζεται ούτε με την ομοφωνία,  κάτι που θα σήμαινε την υιοθέτηση της αρνησικυρίας (veto), αλλά ούτε αποτελεί και απεμπόληση της συνοδικά κατοχυρωμένης παραδοσιακής αρχής: «η των πλειόνων ψήφος κρατείτω». Γι’ αυτό και ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην εισαγωγική του ομιλία κατά την τελευταία Σύναξη των Προκαθημένων στη Γενεύη (δείτε ΕΔΩ) έκανε λόγο για «δαμόκλειο σπάθη», που κινδυνεύει να τινάξει στον αέρα την επιτυχία της συνόδου, αν δεν ερμηνευθεί σωστά η αποφασισθείσα αυτή διαδικασία.

Η συναίνεση, πέρα από μία απλή διαδικασία, αποτελεί πολύ περισσότερο πνευματική πορεία προς μία με πνεύμα ταπείνωσης, ανεκτικότητας και αγάπης κατάθεση των διαφορετικών θεολογικών απόψεων, ακόμη και ουσιαστικών αντιρρήσεων σε επί μέρους ζητήματα, ούτως ώστε το σώμα του ζώντος Χριστού να φτάσει εις «νoυν Χριστού», να ανακαλύψει «τί τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου» (Eφεσ 5, 17), και τελικά να μπορέσει εν ενί στόματι να διακηρύξει: «ἔδοξε τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ 15, 28). Κύριο χαρακτηριστικό της πνευματικής αυτής διαδικασίας, ακόμα και όταν ασχολείται  με πρακτικά ή ποιμαντικής φύσεως ζητήματα, είναι – κατά τον διάλογο που σοφά άνοιξε στις αρχές του έτους ο Οικουμενικός Πατριάρχης στο Φανάρι προσκαλώντας Ορθοδόξους επιστήμονες διαφόρων δικαιοδοσιών, και επισημοποίησε η Σύναξη των Προκαθημένων της Γενεύης με την δημοσιοποίηση των τελικών προς ψήφιση κειμένων – να μπορέσει να εκφράσει η Εκκλησία μας την πίστη την «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην» (Γαλ 5, 6).

Δυστυχώς, όμως, σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό το πνεύμα συναίνεσης και ομονοίας  – απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχή έκβαση των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά και την αποτελεσματική μαρτυρία της στο σύγχρονο κόσμο – εκτροχιάστηκε επικίνδυνα, όπως το προέβλεψε από την αρχή του διαλόγου για την Πανορθόδοξη Σύνοδο ο προηγούμενος της Ι. Μονής Ιβήρων π. Βασίλειος Γοντικάκης (δείτε ΕΔΩ), αλλά και το υπογράμμισε πρόσφατα και ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος (δείτε ΕΔΩ).

Μια από τις αιτίες αυτού του φαινομένου, που μάλιστα άρχισε να εμφανίζεται από πολύ νωρίς – πριν από έναν περίπου αιώνα – από την αρχή δηλαδή της προσυνοδικής διαδικασίας, είναι μια αντίληψη για την αυθεντική Ορθόδοξη παράδοση, η οποία περιορίζεται στην μετά το σχίσμα διαμορφωθείσα εκκλησιολογική αυτοσυνειδησία, που ως επί το πλείστον, για λόγους καθαρά ποιμαντικούς, εξέφραζε η αντιρρητική και πολεμική γραμματεία της εποχής, και όχι η διαχρονική Ορθόδοξη θεολογική παράδοση, η βιβλική δηλαδή, λειτουργική και κανονική παράδοση της Εκκλησίας μας. Αιχμή του δόρατος αυτού του φαινομένου απετέλεσε το «ζηλωτικό κίνημα» (με σημείο αιχμής το παλαιό ημερολόγιο), για την αντιμετώπιση του οποίου και για την αποτροπή της διεύρυνσης του επάρατου εκείνου σχίσματος, πολλοί στο παρελθόν πρόσθεσαν στον «ζηλωτισμό»…και τον «οικουμενισμό», τον διάλογο δηλαδή και την απαράβατη ευθύνη και υποχρέωση της πρωτόθρονης Εκκλησίας να συμβάλει στην αποκατάσταση του σκανδάλου του σχίσματος, χαρακτηρίζοντάς τον μάλιστα «παναίρεση»!

Κατά τη γνώμη μου οι σπασμωδικές αντιδράσεις των παντοίων αυτοαποκαλούμενων υπερασπιστών της Ορθοδοξίας – αρχικά να αποτρέψουν παντελώς τη σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, και στη συνέχεια να υποβαθμίσουν τη σημασία της ή και να ψαλιδίσουν το αισιόδοξο μήνυμά της – ήταν αναμενόμενες, αφού διέβλεπαν την συνοδική καταδίκη των απόψεων και ενεργειών τους, και μάλιστα ομόφωνα από σύνολη την ανά την οικουμένη Εκκλησία, δια του άρθρου 22 του εκκλησιολογικού κειμένου (Σχέσεις της Ορθόδοξου Εκκλησίας προς τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον, δείτε ΕΔΩ), το οποίο σαφέστατα αναφέρει, πως «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ καταδικαστέαν πᾶσαν διάσπασιν τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας, ὑπό ἀτόμων ἤ ὁμάδων, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας. Ὡς μαρτυρεῖ ἡ ὅλη ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ διατήρησις τῆς γνησίας ὀρθοδόξου πίστεως διασφαλίζεται μόνον διά τοῦ συνοδικοῦ συστήματος, τό ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀπετέλει τόν ἁρμόδιον καί ἔσχατον κριτήν περί τῶν θεμάτων πίστεως».

Όλοι αυτοί, που είτε από ζήλο «ου κατ’ επίγνωση», είτε από πλάνη, τις τελευταίες δεκαετίες κακόβουλα διέβαλαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη (αλλά και όλους όσοι στηρίζονταν σε πανορθόδοξες αποφάσεις και με κόστος διακονούσαν την Εκκλησία μας), ως προδότες της Ορθοδοξίας, είναι φυσικό να αισθάνονται απογοήτευση, ότι «εις αέρα έδερον», και αισθάνονται ότι θα πρέπει – αν βέβαια έχουν το θάρρος και τιμούν την επισκοπική, ιερατική ή και ακαδημαϊκή τους συνείδηση –ή να ζητήσουν δημόσια συγνώμη για τον επί δεκαετίες σκανδαλισμό των πιστών, ή να εγκαταλείψουν την Ορθόδοξη Εκκλησία και να αποτειχιστούν, όπως έντιμα το έπραξαν οι σχισματικοί παλαιοημερολογίτες. Η αγκαλιά βέβαια της Εκκλησίας είναι μεγάλη και μπορεί να δεχθεί όλους τους μετανοούντες, δεν δέχεται όμως επ' ουδενί λόγω σχίσματα στο εσωτερικό της. Αυτή άλλωστε ήταν και η κύρια αιτία σύγκλησης εκτάκτων γενικών (οικουμενικών) συνόδων, συνέχεια των οποίων αποτελεί η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Και μια και ο λόγος για όσα κατά του Οικουμενικού Πατριάρχη τον τελευταίο καιρό έχουν ανερυθρίαστα διατυπωθεί, αλλά και για την αιτία των κακών, το ημερολογιακό ζήτημα και τον συνακόλουθο ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα – το οποίον ας σημειωθεί φέτος εμείς οι Ορθόδοξοι εορτάσαμε κατά παράβαση των αποφάσεων της Πρώτης «αγίας και μεγάλης» Οικουμενικής Συνόδου, προς χάριν των αδυνάτων αδελφών μας των ελαχίστων (δείτε ΕΔΩ) – σκέφτηκα να ανατρέξω στην παρακαταθήκη του αποστόλου των εθνών για παρόμοια ζητήματα: στην προς Κολοσσαείς  επιστολή του. Και με έκπληξη διαπίστωσα, ότι τα όσα γράφει ο κορυφαίος αυτός θεολόγος του αρχέγονου χριστιανισμού, θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν και εγκύκλιο του διαδόχου του στην πρωτόθρονη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, με τις αναγκαίες για την σημερινή περίπτωση συγχρονιστικές ερμηνευτικές (και μάλιστα απειροελάχιστες) διευκρινίσεις.

Η διακονία του Οικουμενικού Πατριάρχη στην  Ορθόδοξη Εκκλησία

  «Χαίρομαι τώρα που υποφέρω για χάρη σας και συντελώ έτσι με τα σωματικά μου παθήματα, ώστε να ολοκληρωθούν οι θλίψεις που πρέπει να υπομείνει το σώμα του Χριστού, δηλαδή η (Ορθόδοξη) Εκκλησία. Αυτήν υπηρετώ κι εγώ, σύμφωνα με την αποστολή που μου εμπιστεύτηκε ο Θεός μέσα στο λυτρωτικό του σχέδιο για σας, ώστε να ολοκληρώσω το έργο του κηρύγματος. Αυτό το λυτρωτικό σχέδιο είναι το μυστήριο που, κρυμμένο για αιώνες και γενιές ολόκληρες, φανερώθηκε στους πιστούς. Σ’ αυτούς θέλησε ο Θεός να κάνει γνωστό πόσο πλούσιο κι ένδοξο είναι το μυστήριο αυτό, που εκτείνεται και στους ειδωλολάτρες (εκτός των κανονικών ορίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας). Και το μυστήριο αυτό δεν είναι άλλο παρά ο Χριστός, που βρίσκεται ανάμεσά σας και αποτελεί την ελπίδα της συμμετοχής σας στη μελλοντική δόξα. Αυτόν το Χριστό κηρύττουμε κι εμείς. Συμβουλεύουμε και διδάσκουμε κάθε άνθρωπο με όλη τη σοφία που μας δίνει ο Θεός, για να τους βοηθήσουμε όλους να γίνουν τέλειοι, σύμφωνα με το πρότυπο του Ιησού Χριστού. Για να πραγματοποιηθεί αυτό το έργο μοχθώ κι αγωνίζομαι με τη δύναμη του Χριστού, που ενεργεί πανίσχυρη μέσα μου. Θέλω να γνωρίζετε τι δύσκολο αγώνα έχω αναλάβει για σας και για τους χριστιανούς της Λαοδίκειας (των άλλων Αυτοκεφάλων Ορθοδόξων Εκκλησιών) και για όσους δεν με γνώρισαν προσωπικά. Αγωνίζομαι να ενισχυθούν οι καρδιές τους, να είναι όλοι ενωμένοι με αγάπη και πλουτισμένοι με τη βεβαιότητα που δίνει η αληθινή γνώση. Έτσι θα γνωρίσουν καλά το μυστήριο του Θεού Πατέρα και του Χριστού, στον οποίο βρίσκονται κρυμμένοι όλοι οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως. Τα λέω αυτά, για να μη σας ξεγελάσει κανένας με συλλογισμούς που φαίνονται λογικοί, είναι όμως απατηλοί. Γιατί, αν και είμαι σωματικά μακριά σας, με το πνεύμα μου βρίσκομαι μαζί σας και με χαρά διαπιστώνω την τάξη και τη σταθερότητα της πίστης σας στο Χριστό.

O θρίαμβος του Χριστού εναντίον των δαιμονικών δυνάμεων

Δεχτήκατε ως Κύριό σας τον Ιησού Χριστό. Να ζείτε λοιπόν ενωμένοι μαζί του. Να είστε ριζωμένοι σ’ αυτόν και να οικοδομείτε τη ζωή σας πάνω του. Να γίνεστε όλο και πιο σταθεροί στην πίστη σας, όπως τη διδαχτήκατε, και να προοδεύετε σ’ αυτήν ευχαριστώντας το Θεό. Προσέχετε καλά, μη σας εξαπατήσει κανείς με τους απατηλούς και κούφιους συλλογισμούς της ανθρώπινης (δήθεν Ορθόδοξης) σοφίας, που στηρίζονται σε ανθρώπινες παραδόσεις και σε μια λαθεμένη πίστη προς τα στοιχεία του κόσμου, όπως το παλαιό ημερολόγιο, και όχι στη διδασκαλία του Χριστού. Γιατί μόνο στο Χριστό κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα. Μόνο αυτός μπορεί να μας δώσει την πληρότητα της ζωής, αυτός που είναι κύριος κάθε αρχής και εξουσίας. Πιστεύοντας σ’ αυτόν λάβατε την πραγματική περιτομή (Ορθόδοξη πίστη), αυτή που δε γίνεται με ανθρώπινα χέρια (ανθρώπινες διδασκαλίες), αλλά την κάνει ο Χριστός και είναι η απαλλαγή από την αμαρτία που εξουσίαζε τον άνθρωπο. Όταν βαφτιστήκατε, θαφτήκατε μαζί με το Χριστό, αλλά κι αναστηθήκατε μαζί του, γιατί πιστέψατε στη δύναμη του Θεού, ο οποίος τον ανέστησε από τους νεκρούς. Κι εσάς, που ήσασταν νεκροί εξαιτίας των αμαρτιών και της (ημερολογιακής) ειδωλολατρίας σας, ο Θεός σάς ζωοποίησε μαζί με το Χριστό. Μας συγχώρησε όλα τα παραπτώματα. Κατήργησε το χρεόγραφο με τις διατάξεις του, που ήταν εναν­τίον μας, και το έβγαλε από τη μέση καρφώνοντάς το στο σταυρό. Αφαίρεσε τη δύναμη που είχαν οι δαιμονικές αρχές και εξουσίες και τις διαπόμπεψε, σέρνοντάς τες νικημένες στο θρίαμβο του σταυρού του Χριστού.

Η ελευθερία των Ορθοδόξων χριστιανών

Μην αφήνετε, λοιπόν, κανέναν να σας κρίνει για ζητήματα φαγητών ή ποτών (ή αυστηρότητας της νηστείας ή των μικτών γάμων) ή πως δεν τηρείτε τις γιορτές, τις νουμηνίες ή τα Σάβ­βατα (ή το παλαιό ημερολόγιο). Αυτά ήταν απλώς σκιά της πραγματικότητας που επρόκειτο να έρθει, και η πραγματικότητα αυτή είναι τώρα ο Χριστός. Ας μη σας κατακρίνει κανένας απ’ αυτούς που τους αρέσει μια δήθεν ταπεινόφρονη λατρεία των αγγέλων, (του εορτασμού του Πάσχα με τον λαθεμένο επιστημονικό υπολογισμό), που βυθίζον­ται σε ψεύτικα οράματα και χωρίς λόγο υπερηφανεύονται με το υποδουλωμένο στην αμαρτία μυαλό τους. Αυτοί δεν είναι ενωμένοι με το Χριστό, που είναι η κεφαλή. Απ’ αυτήν τρέφεται, συγκρατείται κι αυξάνει όλο το σώμα με τις αρθρώσεις και τους μυώνες του, όπως το θέλει ο Θεός. Αφού, λοιπόν, πεθάνατε μαζί με το Χριστό και λυτρωθήκατε από τα στοιχεία του κόσμου, γιατί ζείτε σαν να είστε υποταγμένοι σ’ αυτά; Και γιατί δέχεστε να σας επιβάλλουν απαγορεύσεις, όπως: «μην ακουμπήσεις αυτό, μη γευτείς το άλλο, μην αγγίξεις εκείνο»; Αυτές οι απαγορεύσεις αναφέρονται σε πράγματα που είναι καταδικασμένα να φθαρούν μετά τη χρήση τους· πρόκειται για κανόνες που στηρίζονται σε ανθρώπινες διατάξεις και διδασκαλίες. Βέβαια, αυτές οι διατάξεις έχουν μια εξωτερική εμφάνιση σοφίας, που εκδηλώνεται σαν θρησκεία στηριγμένη στο ανθρώπινο θέλημα, σαν ψευτοταπεινοφροσύνη και περιφρόνηση του σώματος. Δεν έχουν όμως καμιά αξία και το μόνο που κάνουν είναι να ικανοποιούν το αμαρτωλό φρόνημα».

(Το παραπάνω κείμενο προέρχεται αυτολεξεί από την εγκεκριμένη μετάφρασή μας στο παρακάτω πρωτότυπο της προς Κολοσσαείς επιστολής (1,24-2,23) της Πατριαρχικής εκδόσεως του 1904. Οι ελάχιστες συγχρονιστικές διευκρινιστικές παρατηρήσεις τοποθετήθηκαν εντός παρενθέσεως)

«Νῦν χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ἀνταναπληρῶ τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ σαρκί μου ὑπὲρ τοῦ σώματος αὐτοῦ, ὅ ἐστιν ἡ ἐκκλησία,  ἧς ἐγενόμην ἐγὼ διάκονος κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ Θεοῦ τὴν δοθεῖσάν μοι εἰς ὑμᾶς, πληρῶσαι τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ,  τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ δὲ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησεν ὁ Θεὸς γνωρίσαι τίς ὁ πλοῦτος τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὅς ἐστι Χριστὸς ἐν ὑμῖν, ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης· ὃν ἡμεῖς καταγγέλλομεν νουθετοῦντες πάντα ἄνθρωπον καὶ διδάσκοντες πάντα ἄνθρωπον ἐν πάσῃ σοφίᾳ, ἵνα παραστήσωμεν πάντα ἄνθρωπον τέλειον ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· εἰς ὃ καὶ κοπιῶ ἀγωνιζόμενος κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ τὴν ἐνεργουμένην ἐν ἐμοὶ ἐν δυνάμει. Θέλω γὰρ ὑμᾶς εἰδέναι ἡλίκον ἀγῶνα ἔχω περὶ ὑμῶν καὶ τῶν ἐν Λαοδικείᾳ καὶ ὅσοι οὐχ ἑωράκασι τὸ πρόσωπόν μου ἐν σαρκί, ἵνα παρακληθῶσιν αἱ καρδίαι αὐτῶν, συμβιβασθέντων ἐν ἀγάπῃ καὶ εἰς πάντα πλοῦτον τῆς πληροφορίας τῆς συνέσεως, εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καὶ πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἐν ᾧ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι. Τοῦτο δὲ λέγω ἵνα μή τις ὑμᾶς παραλογίζηται ἐν πιθανολογίᾳ· εἰ γὰρ καὶ τῇ σαρκί ἄπειμι, ἀλλὰ τῷ πνεύματι σὺν ὑμῖν εἰμι, χαίρων καὶ βλέπων ὑμῶν τὴν τάξιν καὶ τὸ στερέωμα τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως ὑμῶν. ῾Ως οὖν παρελάβετε τὸν Χριστὸν ᾿Ιησοῦν τὸν Κύριον, ἐν αὐτῷ περιπατεῖτε, ἐρριζωμένοι καὶ ἐποικοδομούμενοι ἐν αὐτῷ καὶ βεβαιούμενοι ἐν τῇ πίστει καθὼς ἐδιδάχθητε, περισσεύοντες ἐν αὐτῇ ἐν εὐχαριστίᾳ. Βλέπετε μή τις ὑμᾶς ἔσται ὁ συλαγωγῶν διὰ τῆς φιλοσοφίας καὶ κενῆς ἀπάτης, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, κατὰ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου καὶ οὐ κατὰ Χριστόν· ὅτι ἐν αὐτῷ κατοικεῖ πᾶν τὸ πλήρωμα τῆς θεότητος σωματικῶς, καὶ ἐστὲ ἐν αὐτῷ πεπληρωμένοι, ὅς ἐστιν ἡ κεφαλὴ πάσης ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας, ἐν ᾧ καὶ περιετμήθητε περιτομῇ ἀχειροποιήτῳ ἐν τῇ ἀπεκδύσει τοῦ σώματος τῶν ἁμαρτιῶν τῆς σαρκός, ἐν τῇ περιτομῇ τοῦ Χριστοῦ, συνταφέντες αὐτῷ ἐν τῷ βαπτίσματι, ἐν ᾧ καὶ συνηγέρθητε διὰ τῆς πίστεως τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐγείραντος αὐτὸν ἐκ τῶν νεκρῶν. καὶ ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι καὶ τῇ ἀκροβυστίᾳ τῆς σαρκὸς ὑμῶν, συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ, χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα, ἐξαλείψας τὸ καθ᾿ ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ· ἀπεκδυσάμενος τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτοὺς ἐν αὐτῷ. Μὴ οὖν τις ὑμᾶς κρινέτω ἐν βρώσει ἢ ἐν πόσει ἢ ἐν μέρει ἑορτῆς ἢ νουμηνίας ἢ σαββάτων, ἅ ἐστι σκιὰ τῶν μελλόντων, τὸ δὲ σῶμα Χριστοῦ. μηδεὶς ὑμᾶς καταβραβευέτω θέλων ἐν ταπεινοφροσύνῃ καὶ θρησκείᾳ τῶν ἀγγέλων, ἃ μὴ ἑώρακεν ἐμβατεύων, εἰκῆ φυσιούμενος ὑπὸ τοῦ νοὸς τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, καὶ οὐ κρατῶν τὴν κεφαλήν, ἐξ οὗ πᾶν τὸ σῶμα διὰ τῶν ἁφῶν καὶ συνδέσμων ἐπιχορηγούμενον καὶ συμβιβαζόμενον αὔξει τὴν αὔξησιν τοῦ Θεοῦ. Εἰ οὖν ἀπεθάνετε σὺν τῷ Χριστῷ ἀπὸ τῶν στοιχείων τοῦ κόσμου, τί ὡς ζῶντες ἐν κόσμῳ δογματίζεσθε, μὴ ἅψῃ μηδὲ γεύσῃ μηδὲ θίγῃς - ἅ ἐστι πάντα εἰς φθορὰν τῇ ἀποχρήσει - κατὰ τὰ ἐντάλματα καὶ διδασκαλίας τῶν ἀνθρώπων; ἅτινά ἐστι λόγον μὲν ἔχοντα σοφίας ἐν ἐθελοθρησκείᾳ καὶ ταπεινοφροσύνῃ καὶ ἀφειδίᾳ σώματος, οὐκ ἐν τιμῇ τινι πρὸς πλησμονὴν τῆς σαρκός».