Η δεύτερη έκδοση ενός βιβλίου, ιδίως όταν γίνεται σε σύντομο χρόνο μετά την πρώτη, αποτελεί πάντοτε τεκμήριο της ιδιαίτερης βαρύτητάς του στον χώρο των εκδόσεων και του πνεύματος. Ο κανόνας αυτό, ισχύει βεβαίως και για την δεύτερη και επαυξημένη έκδοση του βιβλίου του κ. Αριστείδη Πανώτη, του πρεσβυγενούς Άρχοντος Μεγάλου Ιερομνήμονος της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, συγγραφέως με μεγάλη προσφορά στα θεολογικά γράμματα και ιδιαίτερα στον τομέα της εκκλησιαστικής ιστορίας, αλλά και με εξαιρετική διακονία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Γένος, του σχετικού με την προετοιμασία της Αγίας και μεγάλης Συνόδου της Ορθοδοξίας, η οποία ως γνωστόν συνήλθε στην Κρήτη, τον Ιούνιο του 2016. Το βιβλίο έχει τίτλο «Η διορθόδοξη πορεία προς τη Μεγάλη Σύνοδο (1872 – 2016)».

         Η δεύτερη αυτή έκδοση, που είναι επαυξημένη, και αποτελεί και πάλι έκδοση της «Αδελφότητος των Οφφικιαλίων του Οικουμενικού Θρόνου ‘Παναγία η Παμμακάριστος’» (Αθήνα 2017, σελ. 187, με την επιμέλεια του ομοτίμου καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κων. Δεληκωσταντή, Άρχοντος Διδασκάλου του Γένους. Δικαίως και ευλόγως είναι αφιερωμένη στην Α.Θ.Π. τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, τον ουσιαστικό εμπνευστή και συντελεστή, αλλά και πρόεδρο της Συνόδου, και αντί προλόγου περιλαμβάνει ένα πράγματι «προφητικό» κείμενο του συγγραφέα, δημοσιευμένο το 1968 σε αθηναϊκή εφημερίδα.

         Η κυρίως ύλη του βιβλίου χωρίζεται σε είκοσι μέρη, στα οποία εξετάζονται τα ζητήματα που απασχολούν τον συγγραφέα, και σχετίζονται με την ουσιαστική προετοιμασία της Συνόδου και την πορεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας προς τη συγκρότηση και πραγματοποίησή της. Στα επιμέρους αυτά κεφάλαια η ιστορική αφήγηση αρχίζει με την Αγία Μείζονα Σύνοδο των «παλαιφάτων» Πατριαρχείων του 1872, στην οποία προήδρευσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος ΣΤ΄ (1871 – 1873). Στη συνέχεια εξετάζονται οι λόγοι για τους οποίους κατέστη αναγκαία η επανασυνάντηση των Ορθοδόξων, τα βασικά προβλήματα της Εκκλησίας κατά τον 20ό αιώνα και την αναζήτηση ενοποιητικών στηριγμάτων στο παρελθόν και οι αιτίες που κατέστησαν απαραίτητη την προετοιμασία μιας νέας συνόδου.

        Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Πανώτης αναφέρεται διεξοδικά στα αίτια συγκλήσεως του «Πανορθοδόξου Συνεδρίου», του 1923, στην αναζήτηση της ενότητας και στην βασικότερη από τις διαταραχές της, που σχετίζεται με την αδικαιολόγητη από εκκλησιαστικά και πνευματικά κριτήρια έγερση ζητήματος λόγω της ημερολογιακής αλλαγής του εορτολογίου. Καταφαίνεται από όσα γράφει ότι κατά τον 20ό αιώνα, ως συνέπεια ιστορικών και κοινωνικών εξελίξεων, η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε ανάγκη ενός επαναπροσδιορισμού της ενότητας, μέσω του τονισμού του θεμελίου της πίστεως και της αναγωγής στο θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, του δομήτορος της Εκκλησίας.

       Η συνέχεια είναι απολύτως ενδιαφέρουσα αλλά και αποκαλυπτική: η «Προκαταρκτική Επιτροπή» που συνήλθε το 1930 στη μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, η θεολογική συνδρομή την περίοδο του Μεσοπολέμου για την «Προσύνοδο», τα προβλήματα της Εκκλησίας της Ρωσίας με το τότε πολιτικό καθεστώς της χώρας και η εξέλιξη της όλης της καταστάσεως εκεί μέχρις των ορίων του επικρατήσαντος «Συμβιβασμού», η κατάσταση του Οικουμενικού Θρόνου και η σχέσεις του με τις άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδική αναφορά γίνεται σε μια σειρά προβλημάτων που προκλήθηκαν από την ρωσική πλευρά, ήδη από την εποχή του Πατριάρχη Μόσχας Αλεξίου Α΄ (1945 – 1970), τα οποία περιγράφονται σαφώς από τον συγγρ. ως «ρωσική τακτική περιφρονήσεως της κανονικής τάξεως», αλλά και στις προσπάθειες για την κάλυψη των όσων αθέσμως επιχειρήθηκαν, με αποκορύφωμα όσα επιχειρήθηκαν και σχεδιάστηκαν στους εορτασμούς του 1948, οι οποίοι οργανώθηκαν στη Μόσχα.

        Ακολουθεί η εξιστόρηση των όσων σχετίζονται με τη συσπείρωση των Ορθοδόξων και το έργο που επιτελέσθηκε επί της πατριαρχίας του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα Α΄ (1948 – 1972), η προσέγγιση με τη Δύση και η συμβολή σε αυτήν του πάπα Ιωάννη ΚΓ΄, και βεβαίως των κατά τις τρεις «Πανορθόδοξες Διασκέψεις» της Ρόδου (24-29 Σεπτεμβρίου 1961, 26-30 Σεπτεμβρίου 1963 και 1-15 Νοεμβρίου 1964) και την τέταρτη διάσκεψη της Γενεύης (8-15 Ιουλίου 1968). Εκτενή επίσης λόγο κάνει για το έργο και τη συμβολή του διαπρεπούς ιεράρχη του Οικουμενικού Θρόνου, του Μητροπολίτη Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος (1913 – 1989).

        Σημαντικά είναι τα όσα γράφει ο κ. Πανώτης για την απόφανση περί της εκκλησιαστικότητος των μη Ορθοδόξων, αλλά και για τη συνέχεια της προσπάθειας: η «Α΄ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή» (16 – 28 Ιουλίου 1971) και η «Α΄ Προσυνοδική Πανορθόδοξη Διάσκεψη» (21 – 28 Νοεμβρίου 1976), αλλά και οι υπόλοιπες τέσσερεις Προσυνοδικές Πανορθόδοξες Διασκέψεις (ως το 2015) ουσιαστικά υπήρξαν τα αλληλοδιάδοχα και κοπιαστικά βήματα προς την Αγία και μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης του 2016. Σημαντικός είναι επίσης ο επίλογος αλλά και η επιλογή εννέα άρθρων του συγγρ. για διάφορες διαστάσεις του ίδιου ζητήματος, η οποία παρατίθεται ως κατακλείδα του σημαντικότατου αυτού τόμου, ενώ πρέπει ευφήμως να μνημονευθεί και η εικονογράφηση του τόμου με πολλές και σπουδαίες ιστορικής σημασίας φωτογραφίες, συνοδευτικές και ενδεικτικές των γραφομένων.

          Όπως και στην αρχή έγραψα, το βιβλίο αυτό, κατ’ εμέ κριτή, είναι σπουδαιότατο. Πρώτον, διότι προέρχεται από έναν έμπειρο και αξιόπιστο συγγραφέα, με ανεκτίμητη προσφορά στην Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, ο οποίος έχει ζήσει πολλά από αυτά που διηγείται, και έχει γνωρίσει πολλούς από τους πρωταγωνιστές όσων εξιστορεί, άρα έχει τις περισσότερες φορές ιδία πείρα και οπωσδήποτε διαθέτει ξεχωριστή και έγκυρη γνώση. Δεύτερον, επειδή αφηγείται γεγονότα της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ακόμη εξεταστεί λεπτομερώς, και για τα οποία δεν έχει μελετηθεί ή δημοσιευθεί ανάλογο αρχειακό υλικό, άρα περιλαμβάνει στο βιβλίο του στοιχεία που είτε δεν μπορεί να βρει ο σύγχρονος ερευνητής, είτε χρειάζεται να ερευνήσει σε πολλές και διαφορετικές πηγές για να τα εντοπίσει. Τρίτον δε, επειδή ο κ. Πανώτης συνδέει και συσχετίζει τα γεγονότα, ώστε να μας δείξει την ουσιαστική ανάγκη συγκλήσεως και την πραγματική πορεία προς αυτήν της Αγίας και μεγάλης Συνόδου της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πέρα από φανατισμούς ή διαστρεβλώσεις.

         Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό πρέπει να διαβαστεί απ’ όλους, και προπάντων από εκείνους που ασκούν κριτική στη Σύνοδο, στους σκοπούς των πρωταγωνιστών της, στα αποτελέσματα και στην αξία της για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Και τούτο επειδή ένας καλόπιστος άνθρωπος διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, καθώς μάλιστα είναι απαλλαγμένο από τον συχνό σχολαστικισμό των λεπτομερών βιβλιογραφικών αναφορών, θα κατανοήσει ποιοι ήταν οι λόγοι που η Ορθόδοξη Εκκλησία χρειαζόταν την Σύνοδο, ποια η αξία και η κυριαρχική σημασία της, αλλά και ποιες οι μεγάλες προοπτικές που άνοιξε στην Ορθοδοξία η σύγκλησή της στην Κρήτη. Η γνώση δε αυτή, θα βοηθήσει στην πληρέστερη κατανόηση των αποφάσεων και των κειμένων της, όπως αυτά έχουν ήδη δημοσιευθεί, τόσο ηλεκτρονικά όσο και «τύποις».

           Όσα αναγράφονται και εξιστορούνται από τον κ. Πανώτη, που είναι γεγονότα και όχι εικασίες, δείχνουν και πόσο άδικη είναι η απόδοση στη Σύνοδο της Κρήτης σκοπών και δήθεν υποκρυπτόμενων στόχων που δεν έχουν υπόσταση πραγματική. Δείχνουν επίσης ξεκάθαρα τον ρόλο της Μητέρας Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, η οποία σε μια θαυμαστή συνέχεια και με αξιέπαινη συνέπεια αντιλήφθηκα ενωρίς τη σημασία σύγκλησης μιας τέτοιας συνόδου, και έφερε εις πέρας το έργο, παρά τις αντιξοότητες, που συχνά οφείλονται στις ανθρώπινες αδυναμίες και σκοπιμότητες, αλλά και σε προκαταλήψεις που τείνουν να λάβουν δεισιδαιμονική χροιά. Καταδεικνύουν την ατελεύτητη αγάπη και την μαρτυρική θυσιαστικότητα με την οποία ο Οικουμενικός Θρόνος αναλώθηκε στην επίτευξη του ιερού αυτού σκοπού, ο οποίος ήχθη εις πέρας επιτυχές «θεία συνάρσει και βοηθεία» το καλοκαίρι του 2016 στην Κρήτη. Παραλλήλως δε φανερώνουν πόσο δίκιο είχε η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος που προσπάθησε με κάθε τρόπο να γίνει πραγματικότητα ο ιερός σχεδιασμός ενός περίπου αιώνα, και πόσο κατώτεροι των περιστάσεων αποδείχθηκαν όσοι δεν θέλησαν να πάρουν μέρος.

            Είναι γνωστό ότι η ιστορία γράφεται με τους παρόντες, και υπό το πρίσμα αυτό πιστεύω ότι η εκκλησιαστική ιστορία θα κρίνει την Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας του 2016, αλλά και τις ανάλογες συνόδους που εύχομαι να ακολουθήσουν, εδραιώνοντας την ενότητα και τη συνοδικότητα των Ορθοδόξων. Την ιστορία αυτή διασαφηνίζει με το βιβλίο του αυτό ο κ. Αρ. Πανώτης, με τρόπο που μόνον εκείνος θα μπορούσε να το πράξει, με την πείρα, τη σοφία, την νηφαλιότητα, την εμβρίθεια και την εγκυρότητα που χαρακτηρίζουν την πένα του. Για τους λόγους αυτούς αξίζουν συγχαρητήρια τόσο στον ίδιο, όσο και στο Διοικητικό Συμβούλιο  της «Αδελφότητος των Οφφικιαλίων του Οικουμενικού Θρόνου ‘Παναγία η Παμμακάριστος’», και ξεχωριστά στον επιμελητή του τόμου ομ. Καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Κων. Δεληκωσταντή.

            Χάρισαν μια εξαιρετική πηγή στους ιστορικούς του μέλλοντος, αλλά και ένα έργο πνευματικού προσανατολισμού και ορθόδοξου λόγου για όσους ακούν πολλά και διάφορα για την Σύνοδο και αμφιταλαντεύονται ασκόπως. Καταδεικνύοντας την ανάγκη συγκλήσεως και την ιστορική πορεία προς αυτήν, και εντάσσοντας τα ζητήματα τούτα στο γενικότερο ιστορικό γίγνεσθαι του 20ού αιώνα, το μετά χείρας βιβλίο φανερώνει περίτρανα ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης υπήρξε έργο θεόπνευστο, με ιδιαίτερη και ξεχωριστή βαρύτητα για την Ορθόδοξη Εκκλησία.

           Παραλλήλως δε δείχνει στους χριστιανούς ότι δεν πρέπει να κάμπτονται και να αμφιταλαντεύονται, αλλά μπορούν να έχουν ακλόνητη σιγουριά για το έργο και τις επιλογές των ποιμένων μας, των Επισκόπων και του Πρώτου της Ορθοδοξίας, της Α.Θ.Π. του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, διότι «έχουσιν γνώσιν» ως φύλακες, και αγρυπνούν.