Σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του μακαριστού Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα έχομε καθήκον να επαναφέρομε στη μνήμη μας τον μεγάλο αυτό Ιεράρχη της Ορθοδοξίας, ο οποίος άνοιξε τις πύλες του κόσμου για να εμφανίσει μία Ορθόδοξη Εκκλησία γεμάτη σφρίγος και δυναμισμό, μια Ορθοδοξία η οποία καλλιεργεί τη βαθειά πνευματικότητα, αλλά και που δεν λησμονεί τα επίκαιρα καυτά προβλήματα των πιστών της και η οποία φροντίζει και για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας πάνω σε σωστές θεολογικές και εκκλησιολογικές βάσεις. Ο μεγάλος αυτός Πατριάρχης έχει παρεξηγηθεί από πολλούς δήθεν υπερασπιστές της ακραιφνούς Ορθοδοξίας.

Ἐχει συκοφαντηθεί ως επιπόλαιος συνομιλητής με τη Ρωμαιοκαθολική και με τις άλλες χριστιανικές Εκκλησίες και ούτε λίγο ούτε πολύ έχει κατηγορηθεί και ως προδότης της Ορθοδοξίας, ο οποίος δεν θα δίσταζε να υποτάξει την Ορθόδοξη Εκκλησία στον Πάπα Ρώμης. Δεν έχει γραφεί ακόμη η μονογραφία που θα ήταν αντάξια στο δυναμικό, πρωτοποριακό και αποτελεσματικό έργο του μεγάλου αυτού Πατριάρχη για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας και για την ευθύνη του χριστιανισμού ως προς τα εκάστοτε υπαρξιακά προβλήματα των ανθρώπων. Μια τέτοια επιστημονική και αντικειμενική εργασία θα αποκαταστήσει τα πράγματα και θα δικαιώσει πλήρως τα τολμηρά και ρηξικέλευθα βήματα του Πατριάρχη Αθηναγόρα.

Οι πρωτοβουλίες του υπήρξαν δυναμικές και καρποφόρες και μπορεί να φανεί και πειστικά να αποδειχθεί, ότι οι πολέμιοί του είχαν άδικο και κακώς κατασυκοφάντησαν τον Ιεράρχη και συνεχίζουν με φανατισμό να καταπολεμούν κάθε ειλικρινή προσπάθεια καταλλαγής, συνεργασίας και διαλόγου. Και μόνο τα γεγονότα που επιθυμώ να επαναφέρω στη μνήμη όλων μας με αυτό το πολύ σύντομο σημείωμα σηματοδοτούν την ορθή αντίληψη και πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και του Οικουμενικού Πατριάρχη προσωπικώς. Διότι με τις πρωτοβουλίες αυτές όχι μόνο δεν πρόδωσε την Ορθοδοξία, όχι μόνο δεν αποδείχθηκε επιπόλαιος στις σκέψεις και στις πράξεις του, αλλά κατόρθωσε να πείσει και αυτόν τον επίσης μεγάλο Πάπα Ρώμης Ιωάννη τον ΚΓ , ότι οι απόψεις του για τη μέθοδο της αποκαταστάσεως της χριστιανικής ενότητας ήταν εσφαλμένες και να το ομολογήσει ευθέως, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

Το έτος 1959 απαρχή του νέου κλίματος των σχέσεων μεταξύ Ορθοδοξίας και Καθολικισμού

Μέχρι το 1959 δεν υπήρχε καμιά επίσημη επαφή μεταξύ των δύο Εκκλησιών, της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου, σε μακρύ χρονικό διάστημα. Ούτε αλληλογραφία, ούτε ανταλλαγή αντιπροσώπων, ούτε και προσωπικές συναντήσεις μεταξύ των Πατριαρχών και των Παπών της Ρώμης. Για τον λόγο αυτό πρέπει να θεωρηθεί το έτος 1959, για άλλους πολλούς λόγους, ως έτος απαρχής του νέου κλίματος μεταξύ των δύο Εκκλησιών και απαρχής των θετικών αμοιβαίων επαφών, με πρωταγωνιστή τον Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα τον Α .

1. Το Μήνυμα του Πατριάρχη Αθηναγόρα επί τη πρώτη του έτους 1959

Αφορμή πήρε ο Πατριάρχης από τον νεοεκλεγέντα τότε Πάπα Ρώμης Ιωάννη τον ΚΓ . Στην πρώτη του ραδιοφωνική ομιλία τον Οκτώβριο του 1958 απηύθυνε έκκληση ενότητας προς τις μη Ρωμαιοκαθολικές Εκκλησίες, μεταξύ άλλων και πλέον συγκεκριμένα και στις Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το ύφος ήταν πολύ εγκάρδιο, αλλά η μέθοδος ήταν η παλαιά και οπωσδήποτε απαράδεκτη για την Ορθοδοξία. Κάλεσε, λοιπόν, την Ορθοδοξία προς επιστροφή για να γίνει μία ποίμνη κάτω από ένα ποιμένα, τον Πάπα της Ρώμης!

Μεταξύ άλλων ανέφερε ο Πάπας επί λέξει ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία τα εξής:

«Αγκαλιάζομε ολόκληρη την Εκκλησία της Ανατολής ακριβώς όπως και την Εκκλησία της Δύσεως, με θερμή πατρική αγάπη, καθώς επίσης και εκείνους οι οποίοι είναι κεχωρισμένοι από την αποστολική αυτή έδρα, στην οποία ζει ο Πέτρος στους διαδόχους του έως της συντελείας του αιώνος (Ματθ. 28,20) και εκπληρώνει την εντολή του Χριστού, να δένει και να λύνει τα πάντα επί της γης (Ματθ. 16, 19) και να ποιμαίνει ολόκληρη την ποίμνη του Χριστού (Ιωάνν. 21, 15-17). Και προς εκείνους ανοίγομεν με πολλήν αγάπη την καρδιά μας και τα χέρια μας. Επιθυμούμε διακαώς την επιστροφήν των στον οίκο του κοινού μας Πατρός, και επαναλαμβάνομε τους λόγους του Σωτήρος: ‘Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς‚ (Ιωάνν. 17, 11). Είθε, λοιπόν, να γίνει μία ποίμνη και εις ποιμήν (Ιωάνν. 10, 16). Προσευχόμαστε να επιστρέψουν όλοι οικειοθελώς, και είθε, με τη βοήθεια του Θεού, να γίνει τούτο πολύ σύντομα. Δεν θα βρουν κάποια ξένη οικία, αλλά την ιδική των, εκείνη, την οποίαν οι πατέρες τους παλαιόθεν φώτισαν με τη διδασκαλία των και την οποία κόσμησαν με την αρετή των».

Η πρόσκληση αυτή μεταφέρθηκε δια του ραδιοφώνου, διότι τότε δεν υπήρχε ούτε αλληλογραφία. Το περιεχόμενό της σαφέστατο και η προτεινομένη μέθοδος του Πάπα προς αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας επίσης οφθαλμοφανής: επιστροφή όλων στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και υποταγή υπό την εξουσία του Πάπα. Παρόμοια πρόσκληση έκαμε ο Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ’ και με το Μήνυμά του, το οποίο δημοσιεύθηκε τα Χριστούγεννα του ίδιου έτους.

Η φωνή του αποστολέα έφθασε στα αυτιά του παραλήπτη, του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, ο οποίος δεν έμεινε αδρανής. Παρά το ότι δεν υπήρχαν τότε επαφές, ο Οικουμενικός Πατριάρχης βρήκε τρόπο και έδωσε τη σωστή απάντηση. Παρά το ότι δεν ήταν σύνηθες κατά την πρώτη εκάστου έτους να εκδίδει το Οικουμενικό Πατριαρχείο Μήνυμα, αυτή την φορά, δηλ. την 1η Ιανουαρίου 1959, εξέδωσεν ένα βαρυσήμαντο Μήνυμα, το οποίο στην ουσία ήταν η σωστή και πρέπουσα απάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη στην πρόσκληση του Πάπα Ρώμης, απάντηση, η οποία ισχύει διαχρονικά.

Λόγω της σπουδαιότητας του Μηνύματος αυτού το παραθέτομε ολόκληρο:

Ο Αγιώτατος Αποστολικός και Οικουμενικός ούτος Θρόνος και Ημείς προσωπικώς, αδιαλείπτως προσευχόμενοι υπέρ της των πάντων ενώσεως, γηθοσήνως χαιρετίζομεν πάσαν ειλικρινή έκκλησιν προς ειρήνην, οποθνεδήποτε προερχομένην, μειζόνως δε και ως εικώς, όταν εκπορεύηται εκ Κέντρου Χριστιανικού, οίον η Πρεσβυτέρα Ρώμη.

Η θλιβερά εικών της σημερινής ανθρωπότητος, πολλαχώς δοκιμαζομένης, ως εκ της ελλείψεως αμοιβαίας κατανοήσεως και ειρηνικής διαβιώσεως των λαών, επιβάλλει εις τους Αρχηγούς των Χριστιανικών Εκκλησιών εντονώτερον το χρέος, όπως καταστήσωμεν από κοινού δήλον εις τον σημερινόν κόσμον, ότι τα τεχνικά και επιστημονικά επιτεύγματα δεν επαρκούσιν εις την διαμόρφωσιν ενός πανανθρωπίνου πολιτισμού, άνευ πνευματικών και ηθικών θεμελίων, άνευ του Χριστού, Όστις καταξιοί την αγάπην, την ειρήνην και την δικαιοσύνην μεταξύ των ανθρώπων. Διο και εν βαθυτάτη συνειδήσει της ευθύνης ταύτης, δηλούμεν, ότι είμεθα ειλικρινώς πρόθυμοι, όπως, προς τας αδιαλείπτους ευχάς και ικεσίας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, υπέρ «της ειρήνης του σύμπαντος κόσμου», επισυνάψωμεν θετικήν και την συνεργασίαν ημών και επί πρακτικωτέρων πεδίων, τόσον εντός των ευρυτέρων Διεκκλησιαστικών Οργανισμών, εν οις μετέχομεν ήδη, συνεργαζόμενοι πλήρως, όσον και εντός των πλαισίων ιδιαιτέρων επαφών μετά της Πρεσβυγενούς της Δύσεως Εκκλησίας, ίνα ελαφρύνομεν την «συνοχήν των εθνών εν απορία... από φόβου και προσδοκίας των επερχομένων τη οικουμένη», και στηρίξωμεν βεβαίαν την ελπίδα των ανθρώπων προς ευτυχεστέραν επί της αύριον προοπτικήν.

Και θεωρούμεν πλέον εύκαιρον, όπως, κατά τας κοσμογονικάς ταύτας στιγμάς, ας διέρχεται η ανθρωπότης, Ημείς οι θεόθεν κεκλημένοι επί το έργον της «μερίμνης και της επισυστάσεως» των εκατομμυρίων των πιστών των Εκκλησιών ημών, συναντηθώμεν επί της βαθυτάτης ταύτης και επιτακτικής ανάγκης των λαών, ίνα εύρωσιν ούτοι λύσιν και ανακούφισιν εκ των κυκλούντων αυτούς προβλημάτων. Υπό το κράτος τοιούτων σκέψεων και διαθέσεων τελούντες, ελάβομεν εμμέσως γνώσιν της από μέρους της Α. Αγιότητος, του Αρχηγού της Εκκλησίας της Ρώμης ανανεωθείσης «εκκλήσεως» προς ένωσιν των Εκκλησιών, ην χαιρετίζοντες αδελφικώς, Ημείς ερμηνεύομεν, ως μίαν σαφή κατανόησιν της ανάγκης συναντήσεως και συνταυτίσεως των πνευματικών δυνάμεων, ας αντιπροσωπεύει η Θεοσύστατος Εκκλησία του Χριστού, ουχί βεβαίως, εν τη καταστάσει της διαιρέσεως και διχοστασίας, εν η από αιώνων και μέχρι του νυν ευρίσκεται αύτη, δυστυχώς, αλλ’ υπό την ιδεώδη και ευκταίαν ενότητα, ην και ωραματίσθη και έδωκεν εις αυτήν ο Κύριος, και εις απόδειξιν, ότι το μήνυμα των Χριστουγέννων δεν είναι κορυφή αυτοτελειώσεως και αρετής απρόσιτος, αλλά δύναμις «εξομοιώσεως του θνητού προς το Τέλειον».

Εφ’ ω και πεποίθαμεν, ότι πάσα έκκλησις προς ένωσιν δέον να συνοδεύηται και υπό των απαραιτήτων εκείνων και συγκεκριμένων πράξεων και ενεργειών, όσαι θα απεδείκνυον μεν ενηρμονισμένας τας προθέσεις προς τα έργα και θα έφερον ημάς και τα μέλη των Εκκλησιών ημών όντως πλησιέστερον του Κυρίου, τουλάχιστον το γε νυν επί εδάφους πρακτικού και εν πνεύματι ισότητος, δικαιοσύνης, ελευθερίας πνευματικής και αλληλοσεβασμού. Κατά τας ημέρας τοίνυν ταύτας της Επιφανείας του Σωτήρος Χριστού εκ των ηγιασμένων της Ανατολής χωμάτων, θεωρούμεν ευσταθούσαν την ελπίδα και την προσευχήν Ημών, ότι, συν πάση τη ανθρωπότητι, τη νοερώς εστραμμένη προς τον εξ Εώας ανατέλλοντα «Άρχοντα της Ειρήνης και Πατέρα του μέλλοντος αιώνος»(Ησ. 9, 5), και η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ρώμης θα στραφή αδελφικώς προς την Ανατολήν, και τούτο ευχόμεθα και προσδοκώμεν παρά της Α. Αγιότητος του νέου Πάπα Ρώμης Ιωάννου του ΚΓ , του τόσον προσωπικώς γνωστού, αγαπητού και σεβαστού εις τα καθ’ ημάς κλίματα, ως παγκόσμιον αίτημα και χαραυγήν ενός αληθώς νέου έτους εν Χριστώ.

Και μόνο με μια απλή ανάγνωση διαπιστώνει κανείς τη βαρύτητα και τη σπουδαιότητα του Μηνύματος τούτου του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της σημερινής ανθρωπότητας, τονίζει ο Πατριάρχης ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία όλων των πνευματικών δυνάμεων του Χριστιανισμού και η συνάντηση των Αρχηγών των Εκκλησιών, όχι βέβαια στην κατάσταση της διαιρέσεως, αλλά της ευκταίας ενότητας.

Για το λόγο αυτό χαιρετίζει ο Πατριάρχης την έκκληση αυτή του Πάπα Ρώμης και προτείνει για πρώτη φορά την πραγματοποίηση μιας συνάντησης των Αρχηγών των Εκκλησιών. Όμως τονίζει ο Πατριάρχης ευθαρσώς, ότι οι προϋποθέσεις μιας τέτοιας συναντήσεως και ενότητας πρέπει να είναι «εν πνεύματι ισότητος, δικαιοσύνης, ελευθερίας πνευματικής και αλληλοσεβασμού». Αυτές είναι οι σωστές βάσεις, τις οποίες καθώρισε πρωτοποριακά ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, απαραίτητες προϋποθέσεις και αμετακίνητοι όροι για κάθε Διάλογο. Αυτές τις αρχές πρέπει να ακολουθήσει και κάθε Οικουμενικός Διάλογος.

Τις Αρχές αυτές θα θεσμοθετήσει η Ορθοδοξία και στη Β Πανορθόδοξη Διάσκεψη της Ρόδου το 1963, όταν θα αποφασίσει την πρόταση Διαλόγου με την Πρεσβυτέρα Ρώμη «επί ίσοις όροις» και αυτό θα αποφασίσει και η Β Βατικανή Σύνοδος στο Διάταγμα περί Οικουμενισμού, όταν αναφέρεται στον Οικουμενικό Διάλογο επί ίσοις όροις - par cum pari agat. Και συνεχίζει ο Πατριάρχης, καθορίζοντας τις αρχές και τις προϋποθέσεις της συναντήσεως.

Ο Οικουμενικός Διάλογος και η αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας δεν είναι μονόδρομος, δεν είναι επιστροφή από την Ανατολή προς τη Δύση, από την Κωνσταντινούπολη προς τη Ρώμη, και εάν ακόμη έχει ο Πάπας ανοικτές τις αγκάλες του με πολλή αγάπη. Αυτό δεν είχε γίνει ποτέ στην ιστορία, ούτε πρόκειται να γίνει στο παρόν η στο μέλλον. Η στάση του Πατριάρχη και της Ορθοδοξίας είναι ξεκάθαρη.

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης συνεχίζει στο Μήνυμά του και γίνεται πιο σαφής: «... θεωρούμεν ευσταθούσαν την ελπίδα και την προσευχήν Ημών, ότι συν πάση τη ανθρωπότητι... και η Αγιωτάτη Εκκλησία της Ρώμης θα στραφή αδελφικώς προς την Ανατολήν, και τούτο ευχόμεθα και προσδοκώμεν παρά της Α. Αγιότητος του νέου Πάπα Ρώμης Ιωάννου του ΚΓ ... ως παγκόσμιον αίτημα και χαραυγήν ένός αληθώς νέου έτους εν Χριστώ».

Όχι, λοιπόν, μονόδρομος και επιστροφή, αλλά συνάντηση επί ίσοις όροις και με αλληλοσεβασμό, και με τη στροφή και της Ρώμης προς την Ανατολή. Ο νέος Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ, ο Άγγελος Ρονκάλλι, γνωρίζει την Ανατολή, γνωρίζει και την Ορθόδοξη Εκκλησία, διότι υπηρέτησε από διάφορες θέσεις και με διάφορα αξιώματα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας στις Ανατολικές χώρες, όπου ζει η Ορθοδοξία: Στους Αγίους Τόπους, στη Βουλγαρία, στην Κωνσταντινούπολη και στην Ελλάδα. Η ελπίδα, λοιπόν, του Πατριάρχη έχει βάση. Αποκατάσταση της ενότητας με επιστροφή και υποταγή είναι απαράδεκτη για την Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή είναι η ακράδαντη πεποίθηση και αρχή της Ορθοδοξίας, αυτό μεταφέρουν οι Πατριάρχες και Ιεράρχες της Ορθοδοξίας στις οικουμενικές συναντήσεις τους επί ανωτάτου επιπέδου, αυτό μεταφέρουν και υποστηρίζουν και όλοι οι αντιπρόσωποι των Ορθοδόξων Εκκλησιών στα διάφορα θεολογικά και οικουμενικά συνέδρια και στους διαφόρους επισήμους Οικουμενικούς Θεολογικούς Διαλόγους, στους οποίους αποστέλλονται κατόπιν συνοδικών αποφάσεων. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, η έχει άγνοια των γινομένων η είναι κακόβουλος ή συναμφότερα.

2. Αποστολή του Αρχιεπισκόπου Αμερικής Ιακώβου στον Πάπα Ρώμης Ιωάννη τον ΚΓ στο Βατικανό τον Μάρτιο του 1959

Ο διορατικός και ρηξικέλευθος Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας τολμούσε και πρωτοστατούσε για να ανοίξει νέους δρόμους και εάν ακόμη δεν υπήρχαν προηγούμενα, ούτε κανόνες κοινοί πρωτοκόλλου. Εκείνος δημιουργούσε με τις πρωτοβουλίες του νέα προηγούμενα για περαιτέρω νέα και τολμηρότερα βήματα.

Ως απεσταλμένος του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα επισκέφθηκε την 17η Μαρτίου 1959 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος τον Πάπα Ρώμης Ιωάννη τον ΚΓ στο Βατικανό. Η αποστολή αυτή ήταν μυστική, αλλά επίσημη. Ήταν η πρώτη, ευρύτερα γνωστή, επίσημη επίσκεψη μετά το Μάιο του 1547, οπότε ο Πάπας Παύλος ο Γ’ είχε δεχθεί τον Έξαρχο του Πατριάρχη Διονυσίου Β Μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, που εξελέγη αργότερα Οικουμενικός Πατριάρχης ως Μητροφάνης Γ (1565-1572). Η συζήτηση που έγινε μεταξύ του Πάπα Ιωάννη του ΚΓ και του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου αποδεικνύει πολύ έντονα την πρόθεση του Πατριάρχη, την τόλμη του, αλλά και το θάρρος της γνώμης του να διορθώσει την άποψη του Πάπα, αλλά και γενικότερα τη μέθοδο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας με την επιστροφή όλων στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και την υποταγή όλων κάτω από την εξουσία και το πρωτείο του Πάπα.

Η υποδοχή του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου στο Βατικανό από τον Πάπα Ιωάννη έγινε με εγκάρδιο εναγκαλισμό, καθώς επίσης και η συζήτηση με αντικειμενικότητα και ειλικρίνεια, όπως δείχνουν και τα λίγα αποσπάσματα, τα οποία θα αναφέρω εδώ:

Ο Αρχιεπίσκοπος: «Αγιώτατε. Η Α. Θ. Παναγιότης μοι ανέθεσε την υψίστην τιμήν να επιδώσω προς την Υμετέραν Αγιότητα όχι εν γράμμασιν, αλλ’ εν τη ζώση το εξής Μήνυμα: Εγένετο άνθρωπος απεσταλμένος παρά Θεού, όνομα αυτώ Ιωάννης. ... Αυτό το μήνυμα, μήνυμα ανανεωμένης πίστεως, ελπίδος και αγάπης, έχω την σεπτήν εντολήν να υποβάλω προς Υμάς, συνοδευόμενον από τας προσευχάς του Πατριάρχου, όπως το μήνυμα γίνη βίωμα ενώσεως, δια την διηρημένην πλην “Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν”».

Ο Πάπας: «‘Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω εγένετο‘. Έχω το αίσθημα, ότι επεσκέφθη τον οίκον τούτον ο Θεός ο ίδιος. Και τον επεσκέφθη....Η Νέα Ρώμη προς την Παλαιάν. Της τελευταίας ήταν χρέος. Με προέλαβεν ο Πατριάρχης. Είχον κατά νουν να απέστελλον Αντιπροσωπείαν, δια να εξηγήση τον σκοπόν της συγκλήσεως της Συνόδου (δηλ. της Β΄ Βατικανῆς). Όχι γράμματα (Βούλλα), όπως συνέβη με την Α Βατικανήν Σύνοδον. Είναι ο καιρός της απ’ ευθείας προσωπικής κοινωνίας. Τα γράμματα δεν αποσαφηνίζουν πάντοτε την καλήν πρόθεσιν. Σκοπός της νέας Συνόδου είναι η επανένωσις της Εκκλησίας».

Ο Αρχιεπίσκοπος: «Μού επιτρέπετε Αγιώτατε; Ελπίζομεν να μη επαναληφθή η παλαιά πρόσκλησις, ή έννοια της ενώσεως: επιστρέψατε, δια να ενωθήτε... Είναι καιρός να είπωμεν: πρέπει να ενωθώμεν. Και να το είπωμεν εν ταπεινώσει και προσευχή....».

Ο Πάπας: «Η ένωσις θα είναι ένωσις καρδιών. Ένωσις προσευχής. Ένωσις-καρπός αναζητήσεως του ενός υπό του άλλου. Εάν δεν επικρατήση το σύνθημα της Γαλλικής Επαναστάσεως: ελευθερία, ισότης, αδελφότης, ούτε ειρήνη θα υπάρξη μεταξύ των εθνών, ούτε ένωσις μεταξύ των Εκκλησιών. Επαναλάβατε ταύτα εις τον Παναγιώτατον. Βεβαιώσατε Αυτόν περί της ευγνωμοσύνης μου και της αδελφικής αγάπης μου. Και είπατε προς αυτόν, ότι είμεθα όλοι απεσταλμένοι, εκείνος και εγώ, και ότι αποστολή μας είναι η προετοιμασία της οδού προς τον διάλογον της αγάπης, έως ότου ούτος γίνει προσευχή και η προσευχή ένωσις».

Ο διάλογος αυτός ήταν σύντομος, σαφής, ειλικρινής με νέα στοιχεία ιστορικής σημασίας από ρωμαιοκαθολικής πλευράς. Από τον Οκτώβριο του 1958 μέχρι τον Μάρτιο του 1959 κατόρθωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας να αλλάξει τη γνώμη και την στάση του Πάπα Ιωάννη του ΚΓ΄ όσον αφορά στην πρόθεση και τη μέθοδο για την αποκατάσταση της χριστιανικής ενότητας.

Βέβαια δεν φθάσαμε στο τέλος και ο δρόμος είναι ακόμα δύσβατος και μακρύς. Όμως δεν επιτρέπεται να αγνοούμε τα θαρραλέα αυτά ιστορικά βήματα του μεγάλου Πατριάρχη Αθηναγόρα, πολύ δε ολιγότερο να κατασυκοφαντείται ως επιπόλαιος οικουμενιστής ή και ως προδότης της Ορθοδοξίας! Γιατί δεν πληροφορούνται οι πιστοί μας πώς άνοιξε ο δρόμος για έναν ειλικρινή διάλογο της αγάπης και της αληθείας; Οι Αρχές από το σύνθημα της Γαλλικής Επαναστάσεως, τις οποίες αναφέρει ο Πάπας Ιωάννης, ελευθερία, ισότης, αδελφότης, ανταποκρίνονται προς τις Αρχές, τις οποίες ανέφερε ο Πατριάρχης Αθηναγόρας στο Μήνυμά του της 1ης Ιανουαρίου 1959, εν πνεύματι ισότητος, δικαιοσύνης, ελευθερίας πνευματικής και αλληλοσεβασμού. Καμία απαίτηση προς επιστροφή και υποταγή, αλλά Διάλογος εν αγάπη και αληθεία! Προβλήματα υπάρχουν ακόμη, αλλά δεν παύομε να ελπίζομε στο συνεχιζόμενο Διάλογο.

Το έτος 1959 και οι τολμηρές πρωτοβουλίες του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα του Α΄ αποτελούν, ως εκ τούτου, την απαρχή του νέου κλίματος των αμοιβαίων σχέσεων της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και εάν αυτά όλα δεν τα γνωρίζουν οι πιστοί μας, η και εάν αυτά όλα τα έχουν λησμονήσει και οι Ρωμαιοκαθολικοί, είμαστε υποχρεωμένοι να τα διαδίδουμε, να τα υπενθυμίζουμε και να τα προωθούμε και όχι να δημιουργούμε νέα προβλήματα και να εκσφενδονίζουμε κατάρες και αναθέματα. Η Ορθοδοξία ποτέ δεν απέφυγε ούτε φοβήθηκε το Διάλογο. Οὔτε καί σήμερα έχει λόγο νά τον φοβάται! «Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, ότι αυτοί υιοί Θεού κληθήσονται».