Η αποστολική περικοπή της Κυριακής Β΄ Ματθαίου από την προς Ρωμαίους επιστολή του Απ.Παύλου είναι σε μετάφραση η ακόλουθη: 

«Αδελφοί, δόξα, τιμή και ειρήνη προσμένουν όποιον κάνει το καλό, πρώτα τον Ιουδαίο αλλά και τον εθνικό·  γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις.  'Ετσι, λοιπόν, όσοι αμάρτησαν χωρίς να ξέρουν τον νόμο του Θεού, θα καταδικαστούν όχι με κριτήριο τον νόμο. Κι από την άλλη, όσοι αμάρτησαν γνωρίζοντας τον νόμο, θα δικαστούν με κριτήριο τον νόμο. Γιατί στο θεϊκό δικαστήριο δεν δικαιώνονται όσοι άκουσαν απλώς τον νόμο αλλά μόνο όσοι τήρησαν τον νόμο.  'Οσο για τα άλλα έθνη, που δεν γνωρίζουν τον νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνοι τους αυτό που απαιτεί ο νόμος. Αυτό δείχνει πως, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει νόμος.  Η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους· και σ' αυτό συμφωνεί και η συνείδησή τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους.  'Ολα αυτά θα γίνουν την ημέρα που ο Θεός θα κρίνει δια του Ιησού Χριστού τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων, όπως λέει το ευαγγέλιό μου» (Ρωμ.2,10-16).

Ο Απ. Παύλος στην περικοπή αυτή της προς Ρωμαίους επιστολής θίγει το θέμα της καθολικότητας και βεβαιότητας της τελικής κρίσης των ανθρώπων από τον δικαιοκρίτη και αμερόληπτο Θεό. Ο Ισραηλιτικός λαός είχε τον Νόμο που έδωσε ο Θεός στον Μωυσή στο όρος Σινά και ο νέος λαός, η Εκκλησία, έχει τον ευαγγελικό Νόμο της Χάρης που δίδαξε ο Χριστός. Το ερώτημα που θέτουν πολλοί χριστιανοί είναι: Καλά, οι Ισραηλίτες και οι Χριστιανοί έχουν τον Νόμο τους, όμως το υπόλοιπο μέρος της ανθρωπότητας – που είναι κι αυτό δημιούργημα του Θεού – με ποιο κριτήριο θα αντιμετωπισθεί στην τελική κρίση; Θα αδικηθεί επειδή δεν γνώρισε τον Νόμο του Θεού; ή μήπως γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο θα τύχει ευμενούς κρίσης;  Πολλοί φιλόσοφοι και θεολόγοι από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες μέχρι σήμερα τόνισαν την απεριόριστη αγάπη του Θεού που δεν συμβιβάζεται με οποιαδήποτε σκέψη τιμωρίας και διατύπωσαν την άποψη ότι ο πανάγαθος Θεός θα δώσει γενική άφεση αμαρτιών σε όλους. Βέβαια κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να θέσει  όρια στην ευσπλαχνία του Θεού ή να την περιορίσει σε ορισμένους μόνο καλούς χριστιανούς, διότι οι  βουλές του Θεού είναι ανεξιχνίαστες. Από την άλλη μεριά όμως ας μη λησμονούμε ότι η Αγία Γραφή δεν ομιλεί μόνο για την αγάπη αλλά και για τη δικαιοσύνη του Θεού.

            Ας δούμε τώρα και την απάντηση του Απ.Παύλου στην παραπάνω περικοπή. Ο Θεός αποκαλύπτεται στην ανθρωπότητα κυρίως δια του Ιησού Χριστού, της διδασκαλίας του, των θαυμάτων, του Σταυρού και της Ανάστασης, Αποκαλύπτεται όμως και δια των δυνατοτήτων που έδωσε στους ανθρώπους κατά τη δημιουργία τους. Όλοι οι άνθρωποι έχουν έναν αδέκαστο κριτή μέσα τους που λέγεται συνείδηση, η οποία ελέγχει ή επιδοκιμάζει τις διάφορες πράξεις τους, ώστε να αισθάνονται «θλίψη» και «στενοχώρια», όταν διαπράττουν το κακό ή «δόξα» και «τιμή» και «ειρήνη», όταν ενεργούν το καλό. Έτσι, σε κάθε άνθρωπο μπορεί να διαπιστώσει κανείς την παρουσία του Θεού μέσα του.

            ΄Ισως παρατηρήσει κανείς ότι μια τέτοια διδασκαλία είχαν ήδη διατυπώσει οι Στωικοί φιλόσοφοι. Αυτό είναι σωστό, γιατί ο Θεός φώτισε πολλούς ανθρώπους και στα προχριστιανικά χρόνια να φθάσουν ψηλαφώντας την αλήθεια. Τους έδωσε κατά τον φιλόσοφο και μάρτυρα Ιουστίνο τον «σπερματικό λόγο». Η διαφορά όμως της χριστιανικής διδασκαλίας από τη στωική είναι: α) ότι η συνείδηση δεν είναι αυτονόητο φυσικό δεδομένο αλλά δώρο του Θεού στον άνθρωπο, β) ότι σχετίζεται όχι με ένα ακαθόριστο Θεό που συγχέεται πανθεϊστικά με τη φύση αλλά με έναν προσωπικό Θεό αγαθό και δίκαιο, και τέλος γ) το έργο της συνείδησης τελεί σε σχέση με την τελική κρίση, όπως γράφει ο Απ.Παύλος στη σημερινή περικοπή.    

            Βέβαια όλα αυτά δεν γράφονται από τον Απόστολο με σκοπό να οικοδομηθεί μια «φυσική θεολογία», ή μια φιλοσοφία περί του «άγραφου νόμου της συνείδησης», αλλά γράφονται με ενδιαφέρον ιεραποστολικό, με σκοπό να αφυπνιστούν οι εθνικοί ακροατές του χριστιανικού κηρύγματος και ξεκινώντας από την ολοφάνερη παρουσία του Θεού μέσα τους να προχωρήσουν στο να αναγνωρίσουν αυτόν τον Θεό, όπως τον αποκάλυψε στον κόσμο ο Ιησούς Χριστός. Γράφονται επίσης και προς τους γεμάτους αυτοπεποίθηση Ιουδαίους αλλά και προς Χριστιανούς που βλέπουν όλους τους άλλους ανθρώπους σαν μάζα απωλείας, ώστε να καταλάβουν επιτέλους ότι όλοι οι άνθρωποι βρίσκονται κάτω από τη δίκαιη κρίση του Θεού.

            Αυτό το τελευταίο είναι που χρειάζεται να υπογραμμιστεί στην εποχή μας.  Όσο κι αν αισθάνεται παντοδύναμος και αυτάρκης ο σύγχρονος άνθρωπος με τις επιστημονικές του γνώσεις και την τεχνολογική εξέλιξη, τα σκοτεινά βάθη της καρδιάς του, οι μύχιοι λογισμοί και οι κρυφές επιθυμίες του βρίσκονται ανά πάσα στιγμή κάτω από την κρίση του Θεού. Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από τα εξωτερικά τεχνικά κατορθώματά του – που σε τελική ανάλυση αποτελούν πραγματοποίηση της εντολής του Δημιουργού «πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής» (Γεν. 1,28) – αλλά από την εσωτερική καθαρότητα της καρδιάς του, όπως αυτή εξωτερικεύεται σε πράξεις αγάπης προς τον συνάνθρωπο.