Από τον μεγαλοπρεπή Καθεδρικό ναό του Ευαγγελισμού στην Αθήνα, εκεί που υπηρέτησε επί μια δεκαπενταετία ως κληρικός ξεκίνησε την αρχιερατική του διακονία ο νέος μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος.

Η χειροτονία του νέου επισκόπου της Μητρόπολης της ιστορικής περιοχής της Πελοποννήσου τελέσθηκε με λαμπρότητα από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο και πλειάδα μητροπολιτών της ελλαδικής Εκκλησίας.

Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με συγκίνηση και παραινέσεις αποχαιρέτησε τον στενό του συνεργάτη ευχαριστώντας τον για την υποδειγματική τους συνεργασία, καθώς ο Χρυσόστομος Παπαθανασίου υπηρέτησε επί δέκα χρόνια ως διευθυντής του ιδιαίτερου γραφείου του Αρχιεπισκόπου.

Ο κ. Ιερώνυμος αναφέρθηκε στις πολλές ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου αλλά και στην κόπωσή του. «Ο άνθρωπος έχει πολλές ανάγκες σήμερα έχει μια κόπωση και είναι κουρασμένος χωρίς να μπορούμε να ψηλαφίσουμε αυτόν τον κόπο. Θέλει παράδειγμα πρώτυπο που κάποιος δεν θα το διδάξει αλλά θα γίνει παράδειγμα. Ο κληρικός φορτώνεται σήμερα αυτό το παράδειγμα» είπε ο Αρχιεπίσκοπος στον νέο Μητροπολίτη Μάνης. Ακόμα ο κ. Ιερώνυμος τον προέτρεψε να μην ξεχάσει τον διάλογο και τη μυστική συζήτηση με τον Χριστό, ενώ όταν θα νιώσει ότι υπάρχουν ώρες δύσκολες και τον πνίγουν τα αδιέξοδα τότε να θυμάται ότι το ορμητήριο και το αποκούμπι του είναι η Αγία Τράπεζα. «Ο κόσμος σήμερα έχε ανάγκη όχι απλά για ένα πιάτο φαΐ ή ένα φάρμακο αλλά για αγάπη και συναντίληψη» είπε στην συνέχεια ο Αρχιεπίσκοπος δίνοντας το στίγμα που θα πρέπει να ακολουθήσει στην διακονία του ο νέος Επίσκοπος, ο Μητροπολίτης Μάνης Χρυσόστομος.

Νωρίτερα, ο χειροτονούμενος μητροπολίτης συγκίνησε το εκκλησίασμα και τους παρόντες επισκόπους και κληρικούς με την ομιλία του.

ΧΕΙΡΟΤΟΝΗΤΗΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Μακαριώτατε, Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι Ἀρχιερεῖς,

«Εἰ μὴ Πνεῦμα παρῆν, οὐκ ἂν συνέστη ἡ Ἐκκλησία· εἰ δὲ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τὸ Πνεῦμα πάρεστι», διακηρύττει ὁ πρύτανις τῶν ἱεροκηρύκων, ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ὁμιλίᾳ, εἰς τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν (PG 50, 459).

Καὶ ἰδού, πάρεστι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, καὶ ὁμιλεῖ.

Λαλεῖ ὁ Παράκλητος.

Λαλήσει κἀμοὶ σήμερον, καὶ δωρήσεται ἐμοὶ τῷ ἀδυνάτῳ, τὴν χάριν καὶ τὸν φωτισμὸν αὐτοῦ.

Αὐτὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα, εἶναι Ἐκεῖνο, τὸ Ὁποῖον ζωοποιεῖ, ἀναγεννᾶ, συγκρατεῖ καὶ δὲν συγκρατεῖται, μετέχεται καὶ δὲν μετέχει. Αὐτὸ ἀποκαλύπτει. Αὐτὸ πληροῖ καὶ δὲν πληροῦται, μετρεῖ καὶ δὲν μετρεῖται, διαιρεῖ τὰ χαρίσματα, καὶ ἀναδεικνύει ἀποστόλους, προφήτας, εὐαγγελιστάς, ποιμένας καὶ διδασκάλους ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ.

Αὐτὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα κατέρχεται καὶ εἰς ἐμὲ σήμερον διὰ νὰ μὲ καταστήσῃ, ἄξιον μιμητὴν τοῦ ἀληθινοῦ Ποιμένος, τοῦ Πρώτου Ἀρχιερέως τοῦ Ἀρχιποίμενος Χριστοῦ. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον, «ὅ ἐστι φῶς καὶ ζωή», καὶ «ζῶσα πηγὴ νοερά», κατέρχεται καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἁμαρτωλὸν διὰ νὰ μὲ καταστήσῃ μέλος τοῦ Ἁγίου Χοροῦ τῶν θεοκινήτων Ἀποστόλων. Αὐτὸ καταφθάνει διὰ νὰ μὲ συνδέσῃ εἰς τοὺς ἁγίους κρίκους τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς καὶ Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ἵνα ὁ ἐλάχιστος καταστῶ ἐνάριθμος κἀγώ, τῆς σεπτῆς Ἱεραρχίας τῆς ἁγίας ἡμῶν Ἐκκλησίας, κατὰ τὸν λόγον τῆς Γραφῆς, «τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους ποιμαίνειν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου» (Πράξ. 20, 28).

Αὐτὸ τὸ Πανάγιον καὶ Τελεταρχικὸν Πνεῦμα εἶναι ἐν τέλει τὸ Ἐνεργοῦν, διὰ τῆς πανσθενοῦς Αὐτοῦ Χάριτος καὶ εἰς ἐμὲ καὶ προάγει σήμερον, ἐν τῷ Ἱερῷ καὶ πανσέπτῳ τούτῳ Καθεδρικῷ Ναῷ, τῶν Ἀθηνῶν, εἰς Ἐπίσκοπον τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ Μητροπολίτην τῆς θεοσώστου Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης.

Οὕτω τὴν ὑψίστην ἱερότητα τοῦ ἀποστολικοῦ τούτου ἀξιώματος ὁρῶν Μακαριώτατε, καὶ τὴν ἐμαυτοῦ ἀναλογιζόμενος ἀναξιότητα, καὶ ἀτέλειαν, περιδεὴς τὸ τοῦ προφητάνακτος ἀναφωνῶ λόγιον «Τίς εἰμι ἐγώ, Κύριέ μου καὶ τίς ὁ οἶκος μου, ὅτι ἠγάπησάς με ἕως τούτων» (Β’. Βασιλ. 7,18).

Ἰδοὺ λοιπόν, καλοῦμαι ὅπως καταστῶ «στόμα Θεοῦ» πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀποκαλύπτων ἁγιοπνευματικὰς ἐμπειρίας, διδάσκων λόγον ἀληθείας, ζωννύμενος λέντιον διακονίας καὶ ἀγάπης.

Καλοῦμαι νὰ ἐφαρμόσω τοὺς φερομένους ὑπερόχους λόγους τοῦ Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου τοῦ λέγοντος ὅτι: «Ὁ ἱεράρχης κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ οὐσίαν καὶ ἀναλογίαν καὶ τάξιν, ἐπιβάλλεται νὰ μυηθῇ εἰς τὰ θεῖα καὶ νὰ θεωθῇ καὶ νὰ μεταδώσῃ εἰς τοὺς ὑποδεεστέρους αὐτοῦ, κατὰ τὴν ἀξίαν ἑνὸς ἑκάστου τὴν ἱερὰν θέωσιν, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη εἰς αὐτόν, ὑπὸ τοῦ Θεοῦ» (Περὶ Ἐκκλησιαστικῆς καὶ Οὐρανίας Ἱεραρχίας, Α’ §2). Ὡς ἐκ τούτου, ἐπίσταμαι καλῶς, Μακαριώτατε, ὅτι ταύτην τὴν ἱερὰν στιγμὴν καλοῦμαι νὰ διακονήσω τό, εὐδοκίᾳ Θεοῦ, ἐμπιστευόμενον ἤδη εἰς ἐμὲ λογικὸν ποίμνιον, τῆς Ἁγίας Ποίμνης τοῦ Μόνου Ἀρχιερέως καὶ Δεσπότου Χριστοῦ καὶ ὁδηγήσω τοῦτο εἰς νομὰς σωτηρίους καὶ οὕτω ἀναδειχθῶ πρότυπον Ποιμένος καὶ Ἀρχιερέως, λύχνος καιόμενος οὐχὶ ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης, μιᾶς Μητροπόλεως βαθύτατα ἱερᾶς καὶ βαθύτατα ἱστορικῆς, τῆς ὁποίας ὁ ἱερὸς κλῆρος, ἡ μοναχικὴ πολιτεία καὶ ὁ λαὸς ἀείποτε τυγχάνουν εὐλαβῆ, ἀδούλωτα, πιστὰ καὶ εὐγενῆ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν ἄριστα νὰ τηροῦν μέχρι κεραίας τὰς ἱερὰς παραδόσεις καὶ ἀξίας καὶ ἀρχὰς τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας καὶ τῆς γλυκυτάτης πατρίδος ἡμῶν, τῆς Ἑλλάδος.

Ἐπίσταμαι, εἰσέτι, ὅτι καλοῦμαι νὰ καταστῶ Ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας εἰς χρόνους δυσχερεῖς ἐξ ἐπόψεως πνευματικῆς. Ἐπίσκοπος τοῦ 21ου αἰῶνος, ὅπου ἐπικρατεῖ τὸ φαινόμενον τῆς ἀκρίτου παγκοσμιοποιήσεως, τῆς ἰδεολογικῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀποϊεροποιήσεως τῆς κοινωνίας, τῆς νομιμοποιήσεως

τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηδενιστικοῦ ἀμοραλισμοῦ καὶ τῆς καταρρακώσεως τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ἀλλ᾿ ὅμως, καὶ ἐποχῆς, ὅπου ἐξακολουθεῖ εἰσέτι νὰ ὑπάρχει ἡ πεῖνα καὶ ἡ δίψα διὰ τὸν Θεόν, ἡ μεταφυσικὴ ἀναζήτησις διὰ τὴν σώζουσαν ἀλήθεια.

Κατὰ συνέπειαν, καλοῦμαι εἰς μαρτυρίαν τῆς ὀρθοδόξου πνευματικότητος, εἰς ἀκατάπαυστον μόχθον καὶ πόνον ἱερόν, εἰς φιλανθρωπίας καὶ ἐλεημοσύνης ἔργα καὶ εἰς ἀγῶνα διηνεκῆ, ἵνα καταστήσω τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα φωτοφόρον καθέδραν «ἵν᾿ ἐξαστράπτῃ φωτισμὸν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ πράξεων ἀπηλλαγμένων σκότους, ὅπως ὁρῶντες οἱ λαοὶ τὰς ἀκτῖνας τῆς ζωτικῆς λαμπηδόνος πρὸς Ἐκεῖνον εὐθύνωνται καὶ τὸν Πατέρα τῶν φώτων δοξάζωσι» (Ἰσιδώρου Πηλ., ἐπιστ. 1, 32 Δοσιθέῳ, PG 78·201 C), διὸ καὶ ὑπόσχομαι ὅτι «ὡς χελιδὼν φωνήσω, καὶ ὡς ἀηδὼν ἀλαλάξω καὶ οὐδέποτε παύσομαι εὐλογῶν τὸν Κύριόν μου ἐν ἔργοις τε καὶ λόγοις» (Ἱερὸς Χρυσόστομος).

Τὴν ἱερὰν ταύτην στιγμὴν συνειρμικῶς ἀνασκοπῶ τὰς ἐνεργείας τοῦ Κυρίου μου τὰς παιδιόθεν καὶ ἄχρι τῆς σήμερον δαψιλῶς παρασχεθείσας ἐκ τῶν ὁποίων ἀντλῶ δύναμιν καὶ ἐλπίδα ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον ὁ Κύριος, θὰ φανῇ εἰς ἐμὲ ἀρωγός. Ὅλως ἰδιαιτέρως, ἀναπολῶ τὴν ταπεινήν μου διακονίαν εἰς τὸν Ἱερὸν καὶ πρῶτον Ἄμβωνα τῆς Χώρας, αὐτὸν τοῦ Μητροπολιτικοῦ καὶ πανσέπτου Καθεδρικοῦ Ναοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὅπου ὁ Μόνος καὶ Αἰώνιος Διδάσκαλος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, μ᾿ἀξίωνε καθ᾿ ἑκάστην Κυριακήν, ἐπὶ δέκα καὶ πέντε ἔτη, νὰ εἰσέρχωμαι εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς θείας Διδασκαλίας Του καὶ νὰ ἐξαγγέλλω τὸ κήρυγμα τῆς Εὐαγγελικῆς ἀληθείας Του, ἱερουργῶν ἅμα τε καὶ κηρύττων, ὡς δεῖ, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας.  Ὅθεν εὐχαριστῶ τὸν Ποιητὴν καὶ Εὐεργέτην μου πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου.

Ὁλοψύχως δέ, καθικετεύω Αὐτόν, ἵνα ἐν τῇ ἀπείρῳ αὐτοῦ ἀγαθότητι, δόκιμον ἀναδείξῃ με ἐργάτην Του ἐν τῇ ἱερᾷ ταύτῃ διακονίᾳ τῆς ἀρχιερωσύνης ἐν τῷ Ἀμπελῶνι Του, ἵνα τέλος, ἐκ δεξιῶν Αὐτοῦ στῶμεν μετὰ τοῦ ἐμπιστευομένου σήμερον  Ποιμνίου, τοῦ ἐν τῇ θεοσώστῳ Μητροπόλει Μάνης παροικοῦντος, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς δικαίας καὶ ἀδεκάστου κρίσεως Αὐτοῦ.

Μετὰ τὸν αἶνον, τὴν εὐχαριστίαν καὶ τὴν ἱκεσίαν πρὸς τὸν Κύριόν μου ὑποβάλλω εὐλαβῶς τὰς εὐγνώμονας υἱϊκάς μου εὐχαριστίας πρὸς Ὑμᾶς, Μακαριώτατε Προκαθήμενε τῆς Ἁγιωτάτης Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ εἰς ἅπαντα τὰ σεπτὰ Μέλη τῆς Ἁγίας καὶ Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι πρὸς πάντας Ὑμᾶς τοὺς ἐπιβλέψαντας εἰς τὴν ἐμὴν ταπείνωσιν καὶ ἀναδείξαντάς με Μητροπολίτην τῆς θεοσώστου Μητροπόλεως Μάνης διὰ τῆς τιμίας Ὑμῶν ψήφου. Παρέχω δὲ καὶ αὖθις τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα ἀνταποκριθῶ εἰς τὰς προσδοκίας τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ ὅτι συνάμα θὰ διατηρήσω τὴν ἐντολὴν ἄσπιλον, ἀνεπίληπτον μέχρι τῆς ἐπιφανείας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ (Α’. Τιμόθ. 6, 14).

Μεγίστη ὅμως καὶ ἀνέκφραστος τυγχάνει, Μακαριώτατε, ἡ εὐχαριστία μου, πρὸς Ὑμᾶς, καὶ πρὸς τοὺς συλλειτουργοῦντας καὶ συμπροσευχομένους Ὑμῖν, ἁγίους Ἀρχιερεῖς καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης κ. Εὐστάθιον, τὸν καὶ τοποτηρητὴν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μάνης, ὡς καὶ τὸν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως πρὸς τοῦτο ἀφιχθέντα Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Μύρων κ. Χρυσόστομον, διότι, τὸ ἱερότατον Μυστήριον τῆς χειροτονίας μου εἰς Ἐπίσκοπον, τελεσιουργεῖται σήμερον διὰ τῶν τιμίων χειρῶν τῆς Ὑμετέρας πρωτοσεβάστου καὶ σεπτῆς Μακαριότητος καὶ τῶν χειρῶν τῶν λοιπῶν Σεβασμιωτάτων Ἁγίων Ἀρχιερέων.

Ἐξαιρέτως ὅμως, καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως, εὐχαριστῶ Ὑμᾶς, Μακαριώτατε, διὰ τὴν πατρικήν σας πλουσίαν ἀγάπην, διὰ τὴν ἐμπιστοσύνην σας νὰ ἀναθέσητε εἰς ἐμὲ τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Προσωπικοῦ σας Γραφείου ἐν τῇ Ἱερᾷ Ἀρχιεπισκοπῇ Ἀθηνῶν, διὰ τὴν ἄψογον κατὰ πάντα ἐπιτελικὴν συνεργασίαν καὶ  διακονίαν μου πλησίον σας, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ διακρίνω τὰ ἐκ τοῦ Θεοῦ πλούσια καὶ σπάνια χαρίσματα καὶ τάλαντά σας, διότι ἐδιδάχθην ὡς μαθητής, καθήμενος εἰς τὸ θρανίον τῆς Ἀρχιεπισκοπικῆς σας σχολῆς καὶ ὠφεληθῶ τὰ μέγιστα. Ἐδιδάχθην καὶ ὠφελήθην ἀπὸ τὴν ἀγάπην σας, ἀπὸ τὴν σύνεσίν σας, τὴν διάκρισιν, τὴν μεγίστην ἐμπειρίαν σας εἰς τὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ διοικήσεως θέματα. Ἐδιδάχθην καὶ τὸ μέγα μάθημα τῆς ἀρετῆς τῆς ὑπακοῆς εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Ἐκκλησίας. Πάντα ταῦτα ἀπετέλεσαν καὶ θὰ ἀποτελοῦν δι᾿ ἐμὲ πολύτιμα θησαυρίσματα καὶ πνευματικὰ ἐφόδια διὰ τὴν περαιτέρω εὐδοκίμησιν τῆς ἀρχιερατικῆς καὶ ποιμαντορικῆς μου πορείας.

Τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπιθυμῶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐχὴν τοῦ ἀοιδίμου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κυροῦ Χριστοδούλου, ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὸν βαθμὸ τοῦ Διακόνου καὶ ἐκεῖνον τοῦ Πρεσβυτέρου, ὅπως, καὶ τὴν εὐχὴν τοῦ ὁσιακῶς κοιμηθέντος πολυσεβάστου εἰς ἐμὲ Μητροπολίτου Μάνης κυροῦ Χρυσοστόμου τοῦ Β´, ὅστις ὑπῆρξε ὑπόδειγμα σεμνοῦ, ἐργατικοῦ, ἱεροπρεποῦς καὶ λογίου Ἱεράρχου. Ἐπίσης ἐπικαλοῦμαι καὶ τὴν εὐχὴν καὶ τὴν εὐλογίαν τοῦ προσφάτως ἁγιοκαταταγέντος ἐν τῷ Ἁγιολογίῳ τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ὁσίου Ἰακώβου τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ, ὅστις εἰς ἀνύποπτον χρόνον, ὅτε ἤμην εἰσέτι νέος καὶ ἐπεσκεπτόμην αὐτόν, προεφήτευσε τὸ ἱερὸν γεγονὸς τῆς ἡμέρας ταύτης λέγων: «Παιδί μου, νὰ ταπεινοφρονῇς, μίαν ἡμέραν, ὁ Θεὸς θὰ σὲ καλέσῃ εἰς τὸν Ἐπισκοπικὸν βαθμόν· πρόσεχε τὸ Ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα δὲν εἶναι πανηγύρι, εἶναι Σταυρός».

Χρέος ἱερὸν καὶ ἐπιβεβλημένον αἰσθάνομαι, ὅπως ἐκφράσω ἐκ βάθους ψυχῆς τὰς εὐχαριστίας μου καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν πνευματικόν μου πατέρα, πολιὸν ἀρχιμανδρίτην π. Ἠλία Μαστρογιαννόπουλον, ἄγοντα ἤδη τὸ 99ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μοὶ ἔδωκεν τὴν συμμαρτυρίαν διὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου.

Εὐχαριστίας ὁλοκαρδίως ἀπευθύνω πρὸς τὸν ἀγαπητὸν Θεοφιλέστατον, Ἐψηφισμένον Ἐπίσκοπον Θεσπιῶν κ. Συμεών, Πρωτοσύγκελλον τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν, ὡς καὶ πρὸς τοὺς λαμπροὺς προσφιλεστάτους συλλειτουργούς μου

ἐν τῷ Καθεδρικῷ καὶ Μητροπολιτικῷ Ναῷ τῶν Ἀθηνῶν, τόν τε καὶ Προϊστάμενον αὐτοῦ, π. Θωμᾶ Συνοδινὸν ὡς καὶ πρὸς

τοὺς π. Δημήτριον Νίκου, π. Βασίλειον Χρυσόπουλον, τὸν ἀρχιδιάκονον Ἰωάννην καὶ διάκονον Δημήτριον. Ἐξαιρετικῶς ἐπίσης ἐκφράζω εὐχαριστίας καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν καὶ πολιὸν Πανοσιολογιώτατον Ἀρχιμανδρίτην, π. Πατρίκιον Καλεώδην, διὰ τὴν πολύτιμον συμπαράστασίν του πρὸς ἐμὲ εἰς θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς τάξεως καὶ ἐθιμοτυπίας τῆς Ἐκκλησίας μας.

Εὐχαριστίας προσέτι ἀπευθύνω πρὸς πάντας τοὺς τιμήσαντάς με διὰ τῆς ἐνταῦθα συμμετοχῆς αὐτῶν, εἰς τὸ Μυστήριον τῆς Χειροτονίας μου ἤτοι: τοὺς ἀξιοτίμους πολιτικοὺς Ἄρχοντας, τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, τοὺς ἐντιμολογιωτάτους Ἀνωτάτους καὶ λοιποὺς Δικαστικοὺς Λειτουργούς, τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, τοὺς ἐλλογιμωτάτους κυρίους Καθηγητάς, τοὺς ἀγαπητοὺς συνεργάτας ἐν τῇ Ἱερᾷ Ἀρχιεπισκοπῇ Ἀθηνῶν καὶ σύμπαντα τὸν συμμετέχοντα φιλόχριστον λαὸν τοῦ Θεοῦ.

Ἰδιαιτέρως εὐχαριστῶ ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς ἐκ Μάνης πρὸς τοῦτο ἐλθόντας ἀγαπητοὺς κληρικούς, τὸν ἀγαπητὸν ἐν Χριστῷ π. Συμεὼν Λαμπρινάκον, πρωτοσύγκελλον τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως, τοὺς μοναχούς, μοναχὲς καὶ λαϊκούς, ὡς καὶ τοὺς ἀξιοτίμους τοπικοὺς ἄρχοντας αὐτῆς.

Ἐπίσης καταθέτω εὐχαριστίας πρὸς τὴν παλαίφατον «Ἑταιρείαν τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ», ὡς καὶ πρὸς τὴν ἐκπαιδευτικὴν κοινότητα τῶν ἱστορικῶν Ἀρσακείων Σχολείων (Π. Ψυχικοῦ), διὰ τὴν ἄψογον συνεργασίαν μετ᾿ ἐμοῦ, κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἱερατικῶν μου καθηκόντων ἐπὶ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἐν τοῖς ἱεροῖς ναοῖς αὐτῶν.

Ὅλως εὐγνωμόνως στρέφω, νῦν, τὴν σκέψιν μου κατὰ τὴν μεγάλην αὐτὴν στιγμὴν καὶ πρὸς τοὺς ἀειμνήστους εὐσεβεῖς γονεῖς μου, Κωνσταντῖνον καὶ Μεταξίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἔφερον μόνον εἰς τὴν ζωὴν ἀλλὰ καὶ μ᾿ ἀνέθρεψαν «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου» μὲ αὐστηρότητα ἤθους καὶ ἀρχὰς εἰς τὴν χριστιανικήν μας οἰκογένεια. Ἀναπαῦσαι Κύριος τὰς ψυχὰς αὐτῶν μετὰ τῶν ἁγίων Του. Εὐχαριστῶ καὶ τὸν κατὰ σάρκα ἀδελφόν μου Ἰωάννην καὶ τὴν ἀγαπητὴν αὐτοῦ οἰκογένειαν δι᾿ ὅσα ἔπραξαν καὶ πράττουν μέχρι σήμερον δι᾿ ἐμέ. 

Εὐχαριστῶ τέλος καὶ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς διδασκάλους μου ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν βαθμίδων ζῶντας τε καὶ κεκοιμημένους. 

Καὶ ἰδού, τῷ κελεύσματι Ὑμῶν Μακαριώτατε, προσεγγίζω εἰς τὸ Ἱερὸν καὶ φρικτὸν Θυσιαστήριον, ἵνα κλίνω τὰ γόνατα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, θέσω τὰς χοϊκὰς χεῖρας μου ἐπὶ τῆς Ἁγίας Τραπέζης καὶ κύψω τὴν κεφαλὴν ἐπ᾿ αὐτῆς ἵνα ἡ χεὶρ Κυρίου, δι᾿ Ὑμῶν Μακαριώτατε, μὲ ἀναδείξῃ πιστὸν Ποιμένα καὶ Οἰκονόμον τῶν Μυστηρίων Αὐτοῦ.

Ἰδοὺ ὅμως ἀκούω καὶ τὴν θεϊκὴ φωνὴ νὰ μὲ ἐρωτᾶ:

«Φιλεῖς με Χρυσόστομε;»

Περιδεὴς ἐπιχειρῶ νὰ ψελλίσω, «Ναὶ Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε».

Καὶ αὖθις, ἀκούω τὴν γλυκυτάτην φωνὴν τοῦ Κυρίου μου:

 «Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου Χρυσόστομε».

Ἀκούω καὶ τὸν Ἀπόστολον τῶν Ἐθνῶν Παῦλον λέγοντά μοι: «Σπούδασον σεαυτὸν δόκιμον παραστῆσαι τῷ Θεῷ, ἐργάτην ἀνεπαίσχυντον, ὀρθοτομοῦντα τὸν λόγον τῆς ἀληθείας (Β´. Τιμόθ. 2,15).

Οὕτως ἐκζητῶν τὰς πρεσβείας τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, τοῦ προστάτου μου Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, τοῦ πολυαγαπημένου μου Ἁγίου Νεκταρίου Ἐπισκόπου Πενταπόλεως, τοῦ ἐν Αἰγίνῃ τοῦ θαυματουργοῦ, τῆς Ὁσιοπαρθενομάρτυρος Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ἐν τῷ Ἱερῷ Βήματι τοῦ ὁμωνύμου Ναοῦ, παιδιόθεν, ἐδιδάχθην τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὰ τῆς θείας λατρείας, τοῦ σήμερον ἑορτάζοντος ἁγίου Χαραλάμπους καὶ πάντων τῶν ἁγίων, ἀνέρχομαι τρέμων τὴν βαθμίδα.

Μακαριώτατε, Ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Διάκονοι, μοναχοὶ καὶ μοναχαί, ἐκλεκτὲ λαὲ τοῦ Θεοῦ, ἐντείνατε τὰς δεήσεις καὶ ἱκεσίας σας «ἵνα ἐπισκηνώσῃ ἐπ᾿ ἐμὲ ἡ δύναμις καὶ ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος».

ΑΜΗΝ