Τα «Ιδιαίτερα εκκλησιασιαστικά καθεστώτα στην ελληνική επικράτεια» αποτελούν  ένα μοναδικό στη νομική βιβλιογραφία έργο του ομ. Καθηγητού του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, το οποίο διασαφηνίζει και επεξηγεί το ιδιαίτερο status των εν Ελλάδι διαφορετικών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών και ειδικότερα των τελουσών υπό την κανονική εξάρτηση και άμεση πνευματική εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Πρόκειται για ένα έργο το οποίο αποτελεί ήδη ένα πολύτιμο επιστημονικό βοήθημα για τους μελετητές και διδακτικό εγχειρίδιο για τους φοιτητές. 

Μια πενταετία μετά από την πρώτη έκδοση (2012), οι επελθούσες μεταβολές, ήτοι οι πολλές και διάσπαρτες τροποποιήσεις στη σχετική νομοθεσία, κυρίως με τροπολογίες σε άσχετα νομοθετήματα, αλλά και η έκδοση, κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου, σειράς νέων Κανονισμών που διέπουν την Εκκλησία της Κρήτης και κατ’ επέκταση τις επαρχίες των Δωδεκανήσων, κατέστησαν επιβεβλημένη τη νέα (β΄) έκδοση (2017) του βιβλίου, κι αυτή τη φορά από τις ευφήμως γνωστές Εκδόσεις Σάκκουλα (http://www.sakkoulas.gr). Η νέα επικαιροποιημένη αυτή έκδοση του βιβλίου του Καθηγητού κ. Κονιδάρη πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του παλαιού μαθητού του και ήδη Λέκτορος του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών κ. Γεωργίου Ι. Ανδρουτσοπούλου.

Το έργο εκθέτει για πρώτη φορά ενιαίως το δίκαιο που διέπει όλες εκείνες τις περιοχές της ελληνικής επικρατείας που υπάγονται στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως. Πράγματι, στην ελληνική επικράτεια ισχύουν παραλλήλως τέσσερα συστήματα κανόνων εκκλησιαστικού δικαίου της ίδιας, δηλαδή ορθόδοξης, δογματικής κατευθύνσεως. Τούτο αποτελεί μοναδική εξαίρεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία. 

Ειδικότερα ισχύουν: α) το δίκαιο της Εκκλησίας της Ελλάδος, β) το δίκαιο της ημιαυτόνομης Εκκλησίας της Κρήτης, γ) το δίκαιο του Αγίου ΄Ορους ΄Αθω και δ) το δίκαιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο διέπει τις εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου. Την ιδιαιτερότητα αυτή κατοχυρώνει το Σύνταγμα διττώς. Αφενός στο άρθρο 3, παρ. 2, που ορίζει ότι «το υφιστάμενον εις ωρισμένας περιοχάς του Κράτους εκκλησιαστικόν καθεστώς δεν αντίκειται εις τας διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου», δηλαδή εκείνης που αναφέρεται στην Εκκλησία της Ελλάδος, και συνεπώς τόσο στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος όσο και στις εν Ελλάδι Μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχικού Θρόνου (των λεγομένων «Νέων Χωρών»), οι οποίες έχουν δοθεί, με την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του έτους 1928, «επιτροπικώς»  προς διοίκηση σε αυτήν και συναποτελούν μια διοικητική ενότητα. Αφετέρου στο άρθρο 105 που αφιερώνεται στο Αγιον Ορος και διασφαλίζει το αρχαίο προνομιακό καθεστώς του. Η διαπίστωση ότι κοινός παρονομαστής των ιδιαίτερων  αυτών εκκλησιαστικών δικαιοδοσιών είναι η εξάρτησή τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως αποτέλεσε το θεμέλιο, επί του οποίου στηρίχθηκε η διάρθρωση της ύλης.

Το πρώτο μέρος του έργου αφιερώνεται στις εκκλησιαστικές επαρχίες της Δωδεκανήσου (Μητροπόλεις Ρόδου, Κω, Καλύμνου, Καρπάθου, Σύμης και η πατριαρχική Εξαρχία της Πάτμου) οι οποίες υπάγονται  απευθείας στον Οικουμενικό Θρόνο.  Στο μέρος αυτό αναπτύσσεται διεξοδικώς και το καθεστώς που διέπει το Οικουμενικό Πατριαρχείο τόσο εκκλησιαστικώς όσο και ως υποκείμενο δικαίου στη διεθνή, την τουρκική και την ελληνική έννομη τάξη.

Το δεύτερο μέρος αφιερώνεται στην Εκκλησία της Κρήτης, η οποία, συμφώνως προς τον ισχύοντα σήμερα σε αυτήν «Καταστατικό Νόμο» είναι «ημιαυτόνομος έχουσα την κανονικήν εξάρτησιν αυτής εκ του Οικουμενικού Πατριαρχείου», περιλαμβάνουσα στη δομή της την Αρχιεπισκοπή Κρήτης (με έδρα το Ηράκλειο) και τις Μητροπόλεις: Γορτύνης και Αρκαδίας (με έδρα τις Μοίρες), Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου (με έδρα το Ρέθυμνο), Κυδωνίας και Αποκορώνου (με έδρα τα Χανιά), Λάμπης, Συβρίτου και Σφακίων (με έδρα το Σπήλι), Ιεραπύτνης και Σητείας (με έδρα την Ιεράπετρα), Πέτρας και Χερρονήσου (με έδρα τη Νεάπολη) και Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου (με έδρα το Αρκαλοχώρι).  

Το τρίτο μέρος του έργου είναι αφιερωμένο στο Αγιώνυμο ΄Ορος, το οποίο «είναι, κατά το αρχαίον τούτου προνομιακόν καθεστώς, αυτοδιοίκητον τμήμα του Ελληνικού Κράτους» περιλαμβάνοντας στο γεωγραφικό του χώρο είκοσι «Κυριαρχικές, Βασιλικές, Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές» Μονές και τελεί ως προς το «πνευματικόν μέρος» υπό την ανώτατη εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η νέα έκδοση είναι γραμμένη με το ίδιο εύληπτο και επαγωγό ύφος και εμπλουτισμένη με όλες τις νομοθετικές και κανονιστικές αλλαγές και τη νεότερη νομολογία, τόσο των ελληνικών δικαστηρίων όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατακλείεται με επιλογή πλούσιας βιβλιογραφίας, έτσι ώστε να αποτελεί ένα κατατοπιστικό βοήθημα για τους νομικούς της θεωρίας και της πράξεως, αλλά και για έναν ευρύτερο κύκλο ενδιαφερομένων, όπως τους θεολόγους που εξειδικεύονται σε νομοκανονικά ζητήματα - όπου το Κανονικό Δίκαιο συναντά το Εκκλησιαστικό και συμπορεύονται άλλοτε αρμονικά και άλλοτε με δυσχέρειες - καθώς και τους ερευνητές επιστήμονες από τον χώρο των κοινωνικών και ανθρωπιστικών επιστημών (ιστορικούς, κοινωνιολόγους, κ.λ.π.) οι οποίοι είτε εντρυφούν στο πεδίο των σχέσεων Πολιτείας – Εκκλησίας, είτε ασχολούνται με θέματα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και δη της νεότερης.

* Ο Χάρης Ανδρεόπουλος (xaan@theo.auth.gr) είναι καθηγητής Θρησκευτικών (ΠΕ01) στη Β/θμια Εκπαίδευση, διδάκτωρ (PhD) Εκκλησιαστικής Ιστορίας του ΑΠΘ, συνεργάτης της εφημερίδος «Ελευθερία» Λαρίσης και του «Αmen.gr».