Ἡ ἱστορία δέν εἶναι γραμμένη ἀπό καί γιά κοκκινοσκουφίτσες, θά λέγαμε παραφράζοντας ἐλαφρῶς τά λόγια του μεγάλου σύγχρονου δογματολόγου Νίκου Ματσούκα, δασκάλου στό Α.Π.Θ. τοῦ συγγραφέα τοῦ βιβλίου πού παρουσιάζουμε, τοῦ Χαράλαμπου Ἀνδρεόπουλου, Δρος Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας (PhD) τοῦ Α.Π.Θ. καί μάχιμου θεολόγου στή Μέση Ἐκπαίδευση. Καί ἡ ἱστορία, ἀκόμη καί ἡ ἐκκλησιαστική, εἶναι συνήθως προκλητική ἕως σκανδαλιστική. Τό ἀξιοσημείωτο ἀναφορικά μέ τόν συγγραφέα τοῦ ἐν λόγῳ πονήματος εἶναι ὅτι ὁ Λαρισαῖος θεολόγος, ἔχοντας περάσει καί ἀπό τόν χῶρο τῆς μάχιμης δημοσιογραφίας καί ζώντας καί ἀπό τό μετερίζι αὐτῆς τά γεγονότα τοῦ πρόσφατου «ἐκκλησιαστικοῦ» (1990-1996), σέ συνδυασμό καί μέ τά εὐρύτερα ἐνδιαφέροντά του γιά τή νεώτερη ἐκκλησιαστική ἱστορία, ἀποφάσισε νά ἀγγίξει ἕνα ἀρκετά ἐπώδυνο θέμα: αὐτό τῶν σχέσεων Ἐκκλησίας καί Πολιτείας στά πέτρινα χρόνια τῆς τελευταίας δικτατορίας στήν Ἑλλάδα. Καί ἡ προσέγγιση δέν γίνεται ξηρῶς καί ψυχρῶς «ἀκαδημαϊκά», ἀλλά προπαντός μέ πόνο καί ἀγάπη, τουτέστιν βιωματικά. Καί αὐτό δίνει ἕναν ἰδιαίτερο τόνο στό ὕφος καί στό περιεχόμενο τοῦ βιβλίου, εἰδικά γιά ὅσους γνωρίζουν καί ἐνδιαφέρονται γιά συναφῆ ἰστορικοθεολογικά ζητήματα.

Πρόκειται γιά τό βιβλίο «Ἡ Ἐκκλησία κατά τή δικτατορία 1967–1974. Ἱστορική καί νομοκανονική προσέγγιση, πρόλογος Ἰω. Κονιδάρης, ἐκδ. Ἐπίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2017» (σσ. 424), τό ὁποῖο ἀπευθύνεται πέρα ἀπό τόν νομικό, τόν ἱστορικό, τόν θεολόγο, τόν κληρικό, τόν ἐρευνητή καί τόν κάθε εἰδικῶς (καί ὄχι μόνο) ἐνδιαφερόμενο περί τά θέματα αὐτά, ἐξάπαντος καί ἐξόχως στόν νεοέλληνα καί δή τόν ὀρθόδοξο χριστιανό, πού θέλει νά ἐγκύψει στά δύσκολα καί σκανδαλώδη αὐτά προβλήματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας χωρίς φόβο καί πάθος, μέ ὡριμότητα καί πνευματική νηφαλιότητα, προκειμένου νά πατήσει πιό γερά στά πόδια τῆς πίστεώς του, μακριά ἀπό φανατισμούς, μονομέρειες καί ἡμιμάθειες ἤ ὡραιοποιήσεις τῆς πραγματικότητας.

Ἡ παράθεση καί ἀνάλυση τῶν πηγῶν εἶναι τῷ ὄντι ἐξονυχιστική. Κεῖνο πού ἔχει ἐπίσης ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον εἶναι, πέρα ἀπό τόν βασικό ἱστορικό κορμό τοῦ πονήματος, ἡ πλούσια παράθεση σχολίων καί ὑποσημειώσεων, οἱ ὁποῖες ἀποκαλύπτουν τήν καθημερινότητα καί τά «πάθη» τῶν ἐκκλησιαστικῶν καί πολιτικῶν προσωπικοτήτων πού ἐξετάζονται στή συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Ἔτσι ἡ ἱστορική ἀνάλυση φωτίζεται καί πλουτίζεται μέ τά χρώματα τῶν ἀληθινῶν «παθῶν», λαθῶν καί προθέσεων πού χαρακτηρίζουν τούς πρωταγωνιστές τῶν γεγονότων. Τά παρασκήνια, οἱ προφορικές μαρτυρίες καί τά ἐκκλησιαστικά «κουτσομπολιά» γαρνίρουν εὐχάριστα καί οὐσιαστικά τήν προσπάθεια κάλυψης τῆς πληρότητας τῆς ἱστορικῆς ἔκθεσης.

Πρίν προχωρήσω σέ μία σύντομη παρουσίαση τῶν θεματικῶν ἑνοτήτων τοῦ βιβλίου, εἶναι χρέος μου νά ὑπογραμμίσω τήν ὀπτική του συγγραφέα: εἶναι αὐτή τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησιολογίας. Κανείς ἱστορικός καί θεολόγος δέν μπορεῖ – καί δέν πρέπει κατά τή γνώμη μου – νά εἶναι ἀπόλυτα ἀντικειμενικός. Θά κρίνει τά πρόσωπα καί τά γεγονότα βλέποντας ἀπό μία συγκεκριμένη γωνία. Καί ἡ ἀξία αὐτῆς ἀναγνωρίζεται καί ἐπαινεῖται, ὅταν πλησιάζει ἤ ταυτίζεται πιότερο ἀπό τίς ἄλλες μέ τήν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Καί τήν ἀλήθεια ἐν προκειμένῳ κρίνει ἡ ἴδια ἡ Παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Στό πλαίσιο, λοιπόν, αὐτό ὁ συγγραφέας εἶναι ἀμείλικτος κατά τῶν κανονικῶν ἐκτροπῶν καί ἐκτρόπων, εἰδικά κατά τήν πρώτη φάση τῆς δικτατορίας ἐπί ἀρχιεπισκοπείας Ἱερωνύμου Κοτσώνη. Δέν θά διαστάσει, ὅμως, νά καταγράψει καί τίς ἀντικανονικές ἐνέργειες τῆς «Πρεσβυτέρας Ἱεραρχίας» μέ ἀρχιεπίσκοπο τόν Σεραφείμ Τίκα. Σέ πλαίσια, ἑπομένως, θεολογικά καί πνευματικά προπαντός κρίνεται ἡ στάση τῆς διοικοῦσας Ἐκκλησίας στά πέτρινα αὐτά χρόνια, χωρίς φτιασιδώματα καί ἀποσιωπήσεις, ἀλλά μέ τή θεολογική ὡριμότητα πού ὠφελεῖ πρός κάθε κατεύθυνση καί ὁδηγεῖ στήν ἐπανόρθωση τῶν λαθῶν καί τῆς ὀρθόδοξης ἐκκλησιαστικῆς αὐτοσυνειδησίας μας.

Οἱ βασικοί ἄξονες τῆς μελέτης εἶναι συνοπτικά: α) Ἡ σχέση τῆς διοικοῦσας Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μέ τή δικτατορία τῶν Συνταγματαρχῶν καί στίς δυό φάσεις τῆς (Παπαδόπουλος, 1967 - 1973 – Ἰωαννίδης, 1973-1974), β) Ὁ ρόλος τοῦ ἀρχιεπισκόπου Ἱερωνύμου καί ἡ ἐπιρροή τῶν χριστιανικῶν ὀργανώσεων στήν ἐκκλησιαστική του πολιτική, γ) Ἡ ἀντιπατριαρχική καί «ἐθνικιστική» πολιτική τοῦ Ἱερώνυμου, δ) Ἡ προσπάθεια τοῦ διαδόχου του Ἱερώνυμου γιά θεραπεία τῆς διασαλευθείσας κανονικῆς ἐκκλησιαστικῆς εὐταξίας, ε) Τά λάθη τῆς Πρεσβυτέρας Ἱεραρχίας καί τό «πρόβλημα τῶν 12 ἐκπτώτων Μητροπολιτῶν», καί, στ) ἡ προσπάθεια ἀποκατάστασης τῶν ἐπί δικτατορίας ἐκκλησιαστικῶν ἁμαρτημάτων κατά τήν περίοδο τῆς μεταπολίτευσης.

Εἶναι ἀξιομνημόνευτος, ἀνάμεσα στά ἄλλα, καί ὁ στόχος τοῦ συγγραφέα νά ἀποκαταστήσει μία εὐρέως διαδεδομένη ἱστορική πλάνη: τόν ἀρχιεπίσκοπο Ἱερώνυμο δέν «ἔριξε» ὁ τότε Ἰωαννίνων (καί μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπος) Σεραφείμ, ὡς πιστεύεται ὑπό τῶν πλειόνων - ἕνα μύθευμα πού στήριξε κατ’ οὐσίαν τήν πολεμική ἐναντίον τοῦ τελευταίου καί προκάλεσε τή νεώτερη φάση τοῦ «ἐκκλησιαστικοῦ» (1990 - 1996) - ἀλλά Μητροπολίτες πού ἐθεωροῦντο μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 1973 προσκείμενοι στόν τότε ἀρχιεπίσκοπο, ἀλλά ἀπό τόν Ἀπρίλιο / Μάϊο τοῦ 1973 ἀποστασιοποιήθηκαν ἀπό τήν πολιτική του, δρομολογώντας ἔτσι τήν πορεία ἀνατροπῆς του πού ἐξελίχθηκε σέ δυό φάσεις: α) τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1973 ὅταν μέ προσφυγή τούς στό Συμβούλιο τῆς Ἐπικρατείας δύο Μητροπολίτες τῆς Βορείου Ἑλλάδος (ἕνας πού εἶχε ἐκλεγεῖ ἐπί Ἱερωνύμου καί ἕνας πού ἀνῆκε στήν παλαιά - προδικτατορική – Ἱεραρχία) πέτυχαν τήν ἀκύρωση τῆς Διαρκοῦς Συνόδου τοῦ Ἱερωνύμου, καί, β) τόν Μάϊο τοῦ 1973, ὅταν στή κρίσιμη συνεδρίαση τῆς Ἱεραρχίας μέ θέμα τόν τρόπο συγκρότησης τῆς νέας Δ.Ι.Σ. (δι΄ ἐκλογῆς / διορισμοῦ, ὅπως προέβλεπε τοῦ σύστημα Ἱερωνύμου, ἤ διά τῶν πρεσβείων τῆς ἀρχιερωσύνης, ὅπως προέβλεπαν οἱ πατριαρχικές πράξεις), ὁ τότε ἀρχιεπίσκοπος θά ὑποστεῖ ὀδυνηρή ἥττα. Στή συνεδρίαση αὐτή τῆς Ἱεραρχίας – τῆς 10ης Μαΐου 1973, τήν ὁποία περιγράφει μέ κάθε λεπτομέρεια ὁ συγγραφέας, παραθέτοντας στοιχεῖα ἀπό τά Πρακτικά της - οἱ ὀκτώ, συνολικά, «ἱερωνυμικοί» ἀρχιερεῖς πού θά ἀποστασιοποιηθοῦν ἀπό τόν ἀρχιεπίσκοπο, στόν ὁποῖο ὄφειλαν τήν ἐκλογή τους, θά εἶναι ἐκεῖνοι πού θά συντελέσουν καθοριστικά στήν ἥττα του ἐντός τῆς Ἱεραρχίας ἀπό τή «φιλοπατριαρχική» παράταξη γιά τό θέμα τοῦ τρόπου συγκροτήσεως τῆς Δ.Ι.Σ., μέ ψήφους 33 (ὑπέρ τῶν πρεσβείων) ἔναντι 29 (δι΄ ἐκλογῆς / διορισμοῦ). Στή νέα 12μελή «μικρά» Σύνοδο οἱ προσκείμενοι στόν Ἱερώνυμο θά εἶναι μόλις 3. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή θ’ ἀποτελέσει τήν κύρια αἰτία τῆς ἐν συνέχειᾳ σταδιακῆς – καί γι’ αὐτό ἰδιαίτερα τραυματικῆς γιά τό κύρος τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπώδυνης γιά τόν ἴδιο σέ προσωπικό ἐπίπεδο – καταρρεύσεως τοῦ Ἱερωνύμου ἀπό τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο.

Δυστυχῶς, φαίνεται γιά μία ἀκόμη φορᾶ μέσα ἀπό τήν καθαρή καί ἀπροκατάληπτη ἀποκάλυψη τῆς ἱστορίας, πόσο ἀνεύθυνα κατευθύνονται οἱ ἁπλοί πιστοί καί τό πόσο εὐθύνονται οἱ ἐκκλησιαστικοί ταγοί καί λοιποί θρησκευτικοί «ἡγήτορές» τους, σκανδαλίζοντας καί σχίζοντας τό ἐκκλησιαστικό σῶμα καί τόν λαό τοῦ Θεοῦ (καί ὄχι μόνο).

Τό βιβλίο χωρίζεται σέ τέσσερα μέρη. Στό πρῶτο γίνεται μία ἐπισκόπηση τῶν σχέσεων δικτατορίας καί ἐκκλησιαστικῆς διοίκησης. Ἐξετάζεται τό θέμα τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων καί οἱ ἀντιλήψεις τους, σέ ἀγαστή συμπόρευση μέ τό καθεστώς τῆς ἐποχῆς, γιά μία «νέα Ἑλλάδα», στήν ὁποία κυριαρχεῖ τό ἀντικομμουνιστικό σύνθημα τοῦ «ἑλληνοχριστιανικοῦ πολιτισμοῦ». Στό δεύτερο μέρος ἐξετάζονται ἐνδελεχῶς ἡ ἐπέμβαση τῆς Πολιτείας στή διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τόν προδήλως ἀντικανονικό διορισμό μίας «Ἀριστίνδην» (ἐξ ἀρεστῶν μᾶλλον συσταθεῖσα) ὀκταμελοῦς Συνόδου καί τήν ἐκλογή στή θέση τοῦ Ἀρχιεπισκόπου τοῦ πρωθιερέα καί ἐκλεκτοῦ τῶν ἀνακτόρων καί τῶν θρησκευτικῶν ὀργανώσεων ἀρχιμανδρίτη Ἱερώνυμου Κοτσώνη. Ἐπίσης, ἡ προσπάθεια «κάθαρσης» τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἀπομάκρυνση τῶν «ἀναξίων» κληρικῶν καί τήν ἐκλογή νέων «ὀργανωσιακῶν» Ἐπισκόπων, ἡ τεθλασμένη (ἀντιορθόδοξη) ἐκκλησιολογία τῶν (προτεσταντικῆς χροιᾶς) θρησκευτικῶν ὀργανώσεων, ἡ στό αὐτό πνεῦμα προσπάθεια ἐθνικοποίησης τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί ἡ σύγκρουση μέ τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο ἀποτελοῦν τίς διήκουσες ἔννοιες καί τά κύρια θέματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς, ἡ ὁποία κλείνει μέ μία συνολική ἀποτίμηση τῆς προσωπικότητας τοῦ Ἱερώνυμου Α΄, παραθέτοντας τίς «ἐπιτυχίες του σέ ἔργα καί τίς ἀποτυχίες του στόν τρόπο ἀσκήσεως τῆς ἐξουσίας».

Στό τρίτο μέρος τοῦ βιβλίου βλέπουμε τή δεύτερη φάση τῆς προσπάθειας προσεταιρισμοῦ καί ἐλέγχου τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τό καθεστώς Ἰωαννίδη. Μέ τόν νεοεκλεγέντα ἀρχιεπίσκοπο Σεραφείμ γίνονται σοβαρές ἐνέργειες θεραπείας τῶν κανονικῶν «ἐγκλημάτων» τῆς προηγούμενης ἑξαετίας, ὡστόσο δέν λείπουν ἐκ νέου παραλείψεις καί λάθη, ὅπως αὐτό τῶν δώδεκα ἐκπτώτων ἄνευ ἀπολογίας ἱερωνυμικῶν Μητροπολιτῶν, ἕνα πρόβλημα πού θά ταλανίσει τήν Ἑλλαδική Ἐκκλησία καί στά χρόνια της Μεταπολίτευσης μέχρι τό 1996. Ὁ συγγραφέας κλείνει τό ἔργο του μέ τίς προσπάθειες ἐπί πρωθυπουργίας Καραμανλῆ καί ἀρχιεπισκοπείας Σεραφείμ Τίκα νά ἐπουλωθοῦν τά τραύματα τῆς Ἑπταετίας καί οἱ αὐθαιρεσίες τῆς «Ἀριστίνδην» Συνόδου, ὅπως ἡ κατ’ οἰκονομίαν ἀναγνώριση τῆς ἐκλογῆς τῶν «ἱερωνυμικῶν» Ἐπισκόπων καί ἡ ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας μέ τή Μητέρα Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινούπολης μέσα καί ἀπό τή συνταγματική καί νομοθετική κατοχύρωση τῶν Πατριαρχικῶν Πράξεων (τοῦ 1850 καί τοῦ 1928).

Εἶναι ἀγαστή ἡ συνεργία τῆς νομοκανονικῆς καί πνευματικῆς (θεολογικῆς) παιδείας καί κατάρτισης τοῦ Χαρ. Ἀνδρεόπουλου στήν ἐκπόνηση τῆς ἐν λόγῳ διδακτορικῆς διατριβῆς, ἡ ὁποία δέν ἀποτελεῖ μία στεγνή παράθεση γεγονότων, ἀλλά μία ὀρθόδοξη ἑρμηνεία τούς κάτω ἀπό τό φῶς τῆς ἀνόθευτης καί ἀρχαίας χριστιανικῆς ἐκκλησιολογίας. Ἡ γεύση πού ἀφήνει τό βιβλίο εἶναι ἡ ἀναγκαιότητα ἐμμονῆς καί παραμονῆς στήν Ὀρθόδοξη Πατερική Παράδοση ως τήν πανάκεια καί τόν μονόδρομο ἐπίλυσης τῶν πάσης φύσεως πνευματικῶν καί ἐκκλησιολογικῶν ἐκκρεμοτήτων. Ἡ «πικρία» πού μένει ἀπό τήν καταγραφή τοῦ ἀντιορθόδοξου πνεύματος πού ἐκπορευόταν ἀπό τίς πανίσχυρες κάποτε χριστιανικές ἀδελφότητες καί ὀργανώσεις καί τήν ἐπίδρασή τους ἀκόμη καί σέ ἐξέχοντες κληρικούς τῆς ἐποχῆς (βλέπε τόν καθηγητή Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ Α.Π.Θ. Ἱερώνυμου Κοτσώνη!) εἶναι ἐκτός ἀπό προφανής καί λίαν διδακτική: ὁ σκοπός σέ καμιά περίπτωση στήν ἡμετέρα παράδοση δέν ἁγιάζει τά μέσα καί καμιά καλή πρόθεση δέν δικαιώνει στήν ἐκκλησιαστική ἱστορία ὅποιον θέτει ἑαυτόν ὑπεράνω τῆς (Συνοδικῆς ἐν προκειμένῳ) Παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ὁποία θέσπισαν οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τουναντίον δέ ἐπιφέρει τά ἀντίθετα (καί ἀντίθεα) πεπραγμένα καί ἀποτελέσματα.

Τό βιβλίο ἐξαίρει (καί προλογίζει) ὁ ὁμότιμος καθηγητής Νομικῆς Ἀθηνῶν Ἰωάννης Κονιδάρης. Εἶναι μία μελέτη, πέρα ἀπό τόν ἄκρως ἐπιστημονικό χαρακτήρα της, πνευματικότατη καί θεολογικότατη ἀπό πάσης ἐπόψεως. Μᾶς ὑποδεικνύει καί μᾶς ἀποδεικνύει τή μέγιστη σπουδαιότητα τοῦ λεγόμενου ἐκκλησιοκεντρικοῦ φρονήματος. Πέρα ἀπό τά ὅσα πολλά μαθαίνει κανείς περιδιαβάζοντας τίς σελίδες τοῦ πονήματος, κεῖνο πού κερδίζει σαφέστατα εἶναι μία ἀκόμη θαρραλέα ἀνάγνωση τῆς ἐκκλησιαστικῆς (καί ἐν πολλοίς πολιτικῆς) ἱστορίας τοῦ τόπου: μίας περιπέτειας ὅλο αἵματα, ἁμαρτίες καί ἀστοχίες, στήν ὁποία ὡστόσο δρᾶ μυστικά καί θεραπεύει τίς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες ἡ κεφαλή της, ὁ μεγάλος μας φίλος καί ἀδερφός: ὁ θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ ἴδιος ὁ Τριαδικός Θεός. Εὐχόμαστε, τό λοιπόν, ἐκ μέσης καί βάθους καρδίας καλοτάξιδο τό καινούργιο πόνημα στόν φίλο καί συνάδελφο Χαρ. Ἀνδρεόπουλο, ἅμα δέ καί ἐπιτυχημένη καί οὐσιώδη συνέχεια στήν πολυετῆ συγγραφική του πορεία.

* Ο Κώστας Νούσης είναι Φιλόλογος – Θεολόγος M.Th., καθηγητής Β/θμιας Εκπαίδευσης. Το άρθρο του αυτό δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "ΘΕΟΛΟΓΙΑ", τομ. 88, τχ. 2 / 2017, σσ. 306-310.