Είναι γνωστόν εις όλους σχεδόν, ότι ο Άγιος Νεκτάριος έτρεφε μεγάλην αγάπην και ευλαβείτο ιδιαίτατα την Μητέρα του Χριστού ημών, την Υπεραγίαν Θεοτόκον, προς την οποία, στις καθημερινές του προσευχές, ομιλούσε εις τον πληθυντικό, προσφωνών αυτήν «Κυρία Θεοτόκε», και προς τιμήν της οποίας συνέθεσε περί τους πέντε (5.000) στίχους («Θεοτοκάριον») οι οποίοι αποτελούν κείμενα βαθείας συγκινήσεως.

       Την 20ην/21ην Νοεμβρίου 1904, κατά την εορτήν των Εισοδίων της  Θεοτόκου, εγένετο αγρυπνία εις τον εν Αθήναις Ι. Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, εις την Καπνικαρέα. Κατ’ αυτήν ομίλησε ο Θείος Πατήρ, με θεόπνευστον λόγον, και βαθείαν συγκίνησιν, ειπών τα εξής :    

«Σήμερον η Αγία ημών Εκκλησία ψάλλει «της ευδοκίας Θεού το προοίμιον και της σωτηρίας των ανθρώπων την προκήρυξιν». Χαράς ευαγγέλια δια την ανθρωπότητα, την στενάζουσαν υπό το βάρος της αμαρτίας και διατελούσαν υπό την τυραννίαν του διαβόλου. Χαράς ευαγγέλια δια τους εξ Αδάμ πάντας ζώντας και νεκρούς, διότι η σωτηρία του όλου ανθρωπίνου γένους ετελεσιουργείτο. Η θεία επαγγελία η δοθείσα τοις πρωτοπλάστοις ενείχε την σωτηρίαν των τε πρωτοπλάστων και των εγγόνων αυτών των αποδεχομένων τον Υιόν της επαγγελίας του κόσμου.

       Σήμερον οι πρωτόπλαστοι χαίρουσι το προοίμιον της του Θεού ευδοκίας, θεία ευδοκία πληροφορούμενοι και την προκήρυξιν της των ανθρώπων σωτηρίας διαγινώσκοντες. Σήμερον οι προπάτορες της Θεοτόκου την εκ του γένους αυτών αγομένην Παρθένον, ως τριετίζουσαν δάμαλιν, προς τον ναόν τον άγιον, ως κατοικητήριον του Παντάνακτος Θεού θεία νεύσει πληροφορούμενοι.

       Σήμερον οι Προφήται, οι του Σωτήρος την έλευσιν εκ Παρθένου προκηρύξαντες, σκιρτώσι, την έκβασιν των προειρημένων θεωρούντες Θεία Χάριτι.

      Σήμερον τα άγια των αγίων αγάλλονται, δεχόμενα την προωρισθείσαν εκ πασών των γενεών Παρθένον Νύμφην του Βασιλέως του Μεγάλου, εξ ης προελεύσεται ο Χριστός.

      Σήμερον τα ουράνια χαίρουσιν επί τω κεφαλαίω της ευδοκίας του Μεγάλου Θεού. Σήμερον οι χοροί των Αγγέλων αγάλλονται επί τη επισήμω εισόδω της Αγνής Παρθένου εις τα άγια των αγίων, όπως αναδειχθή η είσοδος η μυστική του Λόγου του Πατρός, η πύλη η κατ' Ανατολάς, η κεκλεισμένη δι' ης θέλει διέλθει Μόνος ο καθήμενος επί των Χερουβείμ, και έσται κεκλεισμένη.

       Σήμερον χαίρει η Αγία ημών Εκκλησία, η Νύμφη του Χριστού, η του Παναγίου Πνεύματος ηγλαϊσμένη, δια την επιτελεσθείσαν σωτηρίαν τω ανθρωπίνω γένει. Η Αγία ημών Εκκλησία, η Νύμφη του Χριστού, χαίρει σήμερον επί τη τελουμένη πανηγύρει, διότι από της εισόδου ταύτης της Υπεραγίας Παρθένου εις τα άγια, τα θεμέλια ταύτης ευδοκία του Πατρός εκ της εισόδου ταύτης εν τω ναώ της Παρθένου προέρχεται.

       Σήμερον η Εκκλησία αγάλλεται, διότι ως ηώς ροδοδάκτυλος από του ουρανού αύτη κατέρχεται, ίνα φωτίση, ζωογονίση και σώση τον κόσμον.

      Σήμερον προανηγγέλθη η κατάργησις της αρχαίας λατρείας των τύπων και των σκιών και προανηγγέλθη η εν πνεύματι και αληθεία λατρεία. Αναγγέλλεται δια της εισόδου ταύτης, ότι τα αρχαία παρήλθε, γέγονε δε τα πάντα καινά. Εισήλθεν εις τα άγια των αγίων η Παρθένος, ίνα από των αγίων προέλθη ο Θεός δι' Αυτής και σώση τον άνθρωπον.

     Ούτος ο λόγος της χαράς ταύτης, ούτος ο λόγος της σεμνής πανηγύρεως της Αγίας ημών Εκκλησίας.

Δικαίως άρα χαίρομεν και ημείς και αγαλλόμεθα επί ταύτη, διότι εις την εορτήν ταύτην οφείλομεν την αρχήν της σωτηρίας του γένους ημών.

Χαίρομεν και αγαλλόμεθα, διότι της περιποθήτου σωτηρίας ετύχομεν.

Χαίρομεν, διότι εκ των δεινών ελυτρώθημεν.

Χαίρομεν, διότι, τω Θεώ διηλλάγημεν.

Χαίρομεν, διότι τέκνα Θεού ανεδείχθημεν.

Χαίρομεν, διότι κατηργήθη το κράτος του θανάτου και η ισχύς του διαβόλου συνετρίβη.

Χαίρομεν, διότι η θύρα του Παραδείσου ηνεώχθη.

Χαίρομεν, διότι απολαύομεν του άκρου αγαθού.

Χαίρομεν, διότι η βασιλεία του Θεού επί της γης επεφοίτησε και επέλαμψε.

       Μεγάλη και δικαία η χαρά ημών. Αλλ' όσον αύτη τελεί μεγάλη, τοσούτον μέγας έστω και ο φόβος ημών, μη τέκνα ολιγωρίας ή αμελείας ή αθετήσεως του Θείου Νόμου ή υποδουλώσεως της ιδίας ελευθερίας ηθικής θελήσεως εις το θέλημα της σαρκός, εις τας παρακελεύσεις του νόμου της αμαρτίας, απολέσωμεν την σωτηρίαν και η χαρά ημών εις λύπην μεταβληθή.

       Η θύρα του Παραδείσου ηνέωκται !

      Τι λέγω ηνέωκται;

      Ο Κύριος ημών εισήγαγεν ημάς πάντας εις τον Παράδεισον, τους βαπτισθέντας επί τω ονόματι Αυτού και εν τω Παραδείσω, τη Αγία αυτού Εκκλησία, ήτις είναι ο επί της γης Παράδεισος. Τα τέκνα Αυτής, τα αναγεννηθέντα εν αυτή, είναι τα τέκνα της βασιλείας του Θεού. Τούτο γινώσκοντες, προσέξωμεν μην ανάξιοι της υψηλής ημών κλήσεως φανώμεν και εκβληθώμεν, όπερ μηδενί γένοιτο! του Παραδείσου, ως τον εκβληθέντα από τους γάμους του Υιού του Βασιλέως, ως μη έχοντα ένδυμα γάμου.

 Προσέξωμεν μη χάριν της ζωής, θυσιάσωμεν τον σκοπόν της ζωής και απολέσωμεν την αιώνιον ζωήν. Σκοπός της ζωής είναι, ίνα τελειωθώμεν και αποβώμεν άγιοι και αναδειχθώμεν τέκνα Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών.

Προσέξωμεν λοιπόν μη χάριν της παρούσης ζωής, στερηθώμεν της μελλούσης, μη γένοιτο!

Μη ένεκα φροντίδων και μεριμνών του βίου αμελήσωμεν του σκοπού της ζωής. Μιμνησκόμεθα πάντοτε, ότι έχομεν αποστολήν εν τω κόσμω να πληρώσωμεν, ήτοι ν' αποβώμεν εικών και ομοίωμα Θεού και γίνωμεν κοινωνοί της θείας αγαθότητος και μακαριότητος. Της αποστολής ταύτης μη επιλανθανώμεθα.

Μη αποκνήσωμεν εν τω έργω, έχομεν συναντιλήπτορα τον Θεόν πλήν τούτου έχομεν και έμφυτον τον πόθον του αγαθού. Ζητήσωμεν παρά Θεού και θέλομεν λάβει.

Μη αμελήσωμεν, ίνα μη μετανοήσωμεν».

 

Για την αντιγραφή

Παναγιώτης Σ. Παναγιωτόπουλος

Αντεισαγγελέας Εφετών Αθηνών