Ἀφορμή γιά τήν καταγραφή τοῦ παρόντος σχολιασμοῦ ἔδωσε ἡ συνέντευξη τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας κ. Ἀμβροσίου, στό Amen.gr, ὅπου μέ τρόπο ξεκάθαρο, λόγο κρυστάλλινο καί ἀρχές ἐκκλησιολογικές διαζωγραφεῖ ἕνα θέμα τόσο σημαντικό, τό ὁποῖο ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ἐκκλησιολογικῆς ταυτότητας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας καί συγχρόνως ἐπισημαίνει τόν κίνδυνο μετατροπῆς τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας σέ ἕνα μόρφωμα καί μέσο ἑνός ἰδεολογοποιημένου κρατισμοῦ.

Τό θέμα, ὅπως κάθε ἀναγνώστης ἀντιλαμβάνεται, εἶναι αὐτό τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς, καί ἐν προκειμένῳ στήν Κορέα στήν ὁποίαν ὅπως φαίνεται ἐπιθυμεῖ νά δραστηριοποιηθεῖ  παράλληλα καί μία ἄλλη ἀδελ­φή Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέ ἀποκλειστικό καί μόνο σκοπό τήν ἐφαρμογή μιᾶς ἱεραποστολικῆς παρουσίας καί δράσης μέ κριτήρια ὅμως καθαρά ἐθνοφυ­λετικά, τά ὁποῖα ὑποστηρίζονται καί ἀπό τήν ἀντίστοιχη κρατική κάλυψη.

Ἐπιπλέον ἡ συγκεκριμένη συνέντευξη θεωρῶ ὅτι μᾶς δίνει ἀρκετούς προβληματισμούς καί ἀφορμές ὥστε ἐλεύθερα καί ἀνεπιτήδευτα νά κάνουμε καί τίς δικές μας κρίσεις καί ἀποτιμήσεις ἀλλά καί τίς ἀντίστοιχες ἑρμηνεῖες.

α) Τό πρῶτο θέμα ἀφορᾶ τήν ἐφαρμογή ἐθνοφυλετικῶν ἀρχῶν στήν Ὀρθόδοξη Διασπορά. Ὁ ἐθνοφυλετισμός ὡς γνωστόν, ἄν καί καταδικάστηκε ἀπό τήν Πα­νορ­θόδοξο Σύνοδο τοῦ 1872, φαίνεται ὅτι γιά ὁρισμένες ἀδελφές Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες δέν ἔχει ἀκόμη ξεπεραστεῖ. Ἐθνοφυλετισμός δέν εἶναι νά σέβεται κάποιος τίς γλωσσικές ἰδιαιτερότητές του ἤ νά ὑπερασπίζεται τίς ἐθιμικές του παραδόσεις, οὔτε νά ἀγωνίζεται καί νά προβάλλει τά ἤθη καί τούς ἐκκλησιαστικούς λειτουργικούς τύπους, ἀλλά νά δημιουργεῖ ἀποκλειστικές ἐκκλησιαστικές κοινότητες, μέ βάση τά παραπάνω, καί νά προσπαθεῖ νά τά ἐπιβάλλει σέ ἐπίπεδο θεσμικό καί μέ τήν παρουσία μάλιστα ἑνός «ἐθνικοῦ» ἐπισκόπου. Τότε ὁ ἐθνοφυλετισμός καθίσταται πρόβλημα ἐκκλησιολογικό, γιατί ἐγκαθιδρύει ἕνα οἰονεῖ σχίσμα, ἀφοῦ ἡ ἐθνική ἰδιαιτερότητα, μέ ὅ,τι συνεπάγεται, σκοτώνει τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα καί ὁδηγεῖ στή διάσπαση.

Στό σημεῖο αὐτό θά πρέπει νά ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία γενικά ἀλλά καί ὡς τρόπος ἔκφρασης τῆς ἑνότητας δέν ἀπορρίπτει τήν κάθε ἰδιαιτερότητα ὅπως καί τήν κάθε ἐθνική ἑτερότητα, ὅταν αὐτή δέν ὁδηγεῖ σέ διαιρέσεις καί δέν προκαλεῖ διαστάσεις καί διασπάσεις, κι’ αὐτό γιατί στή ζωή τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος ἡ ἑνότητα καί γενικά ἡ ὕπαρξη τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι μόνο θέμα ἑνότητας στό ἐπίπεδο τῆς πίστης ἀλλά εἶναι καί ζήτημα θεσμικό καί χαρισματικό. Ἑνότητα μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας σημαίνει ἑνότητα στό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί στό πρόσωπο τοῦ ἑνός ἐπισκόπου, σύμφωνα καί μέ τόν 5ο κανόνα τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ ὁποιαδήποτε λοιπόν διατάραξη αὐτῆς τῆς θεσμικῆς καί χαρισματικῆς ἑνότητας προκαλεῖ τάσεις διάσπασης καί  σχισμάτων.

Ἡ θεσμική μάλιστα ἑνότητα ἐξασφαλίζεται σέ κάθε τοπική Ἐκκλησία ἀπό τόν ἐπίσκοπο ἐνῶ ἡ ὕπαρξη πολλῶν ἐπισκόπων δέν εἶναι δυνατόν νά εἰκονίσει στήν τοπική Ἐκκλησία τήν ἑνότητά της, ὡς ἕνα ἑνιαῖο ἐκκλησιαστικό Σῶμα.

Τό ὅλο πρόβλημα λοιπόν ἀναφύεται ὅταν στή βάση τῶν ἐθνικῶν ἰδιαιτεροτήτων δημιουργοῦνται τελικά «ἰδιαίτερες ἐθνικές Ἐκκλη­σίες», καί μάλιστα μέ τήν μορφή μιᾶς ἰδιαίτερης ἐπισκοποκεντρικῆς κοινότητας (τοπική ἐθνική ἐπισκοπή).

Μέ τέτοιου εἴδους ὅμως «μεθοδεύσεις» τό θέμα τῆς Ὀρθόδο­ξης Διασπορᾶς θά συνεχίζει νά ἐμφανίζεται ὡς πρόβλημα καί ἡ ἐπίλυσή του δέν θά εἶναι ἐφικτή, ἔστω καί ὑπό τήν ἔννοια τῆς προσωρινότητος, ὅπως ἀπεφάσισε καί ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016).

β)  Ἀπό τήν ἴδια συνέντευξη διαγιγνώσκεται καί ὁ τρόπος ἐφαρ­μογῆς τοῦ γνωστοῦ «δόγματος» περί τῆς σπουδαιότητας ὄχι μόνο τῆς πολιτικῆς σημασίας, ἀλλά καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἰδιαιτερότητας τῶν ἐθνικῶν γλωσσῶν, ἠθῶν καί παραδόσεων, ὡς τρόπων καθαρᾶς ἐπεκτατικῆς πολιτικῆς καί ὄχι ἱεραπο­στολι­κῆς παρουσίας, στά πλαίσια τῆς Ὀρθόδοξης Διασπορᾶς. Ὁ ὑπερτονισμός δηλαδή τῆς ἄποψης «δόγματος» ὅτι ὅπου ὑπάρχει μία συγκε­κριμένη ἐθνική παράδοση (γλῶσσα, ἤθη, ἔθιμα, τέχνη), ἐκεῖ ὑφίσταται ἤ καί δημιουργεῖται καί μία  ἀντί­στοι­χη πολιτική καί παράλληλα ἐκκλησιαστική ἐδαφικότητα εἶναι μία ἀντίληψη ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται τά τελευταῖα χρόνια καί μάλιστα μέ τρόπο ἐπικίν­δυνα διαβρωτικό σέ τοπικό ἐκκλησιαστικό ἐπίπεδο. Ἐάν μία τέτοια ἀντίληψη καί ἐφαρμογή δέν ὑποδεικνύει «εἰσβολή» σέ μία ἄλλη ἐκκλη­σιαστική δικαιο­δο­σία, τότε τί ἄλλο μπορεῖ νά σημαίνει; Ἡ χρησιμοποίηση ἐπιπλέον σχισματικῶν κληρι­κῶν, ὅπως ἀναφέρεται καί στή συνέντευξη, ἐπιβεβαιώνει τήν ὅλη μεθόδευση τοῦ ἐγ­χειρήματος. Τέλος ἡ ὁποιαδήποτε ἐνέργεια ἐρήμην τοῦ τοπικοῦ Ὀρθόδο­ξου Ἐπισκόπου καί μέ τήν ὑπο­στή­ριξη τῶν κρατικῶν, πρεσβευτικῶν καί προξενικῶν ἀρχῶν μάλιστα μέ σκοπόν τήν ἐπιβολή διαφόρων μεθόδων ξένων πρός τήν Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική παράδοση, ἔρχεται νά ἐπιστηρίξει τίς ὁποιεσδή­πο­τε ὑποψίες ἤ σκοπιμότητες. Αὐτή εἶναι μία ἐκκλησιοπολιτική μεθόδευση ἐπιβολῆς καί ἐγκαθίδρυσης ἐθνοφυλετικῶν ἐκκλησιαστι­κῶν κοινοτήτων, ὅπου καί μέ τήν πολιτισμική διάβρωση στήν ὑφιστάμενη τοπική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προκαλεῖται καί ἡ ἐκκλησιολογική ἐκτροπή.

Ἡ ὅλη περιγραφή, ὅπως καταγράφεται τόσο στή συνέντευξη τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας ὅσο καί στήν παροῦσα ἀποτίμηση, θά πρέπει νά προβληματίσει πολλούς  «ἐξ ἡμῶν», οἱ ὁποῖοι μέ τό πρόσχημα δῆθεν τῆς λαϊκῆς εὐσέβειας πρός τήν θρησκευτικότητα συγκεκριμένων λαῶν ἀνεγείρουν ναούς μιᾶς ἰδιαίτερης τεχνοτροπίας, μέ «κρεμμυδόσχημους» γιά παράδειγμα τρού­λλους, ἐφαρμόζουν συγκεκριμένα λειτουργικά τυπικά καί καθιερώνουν ἑορτές ἁγίων, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς εἶναι ἄγνωστοι στήν χώρα μας καί στίς τοπικές λειτουργικές παραδόσεις τῆς πατρίδας μας.

Νομίζω ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἀξιολογική προσέγγιση τῆς συνέντευξης τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Κορέας δέν μπορεῖ νά ἀμφισβητήσει ἀφενός τά πραγματικά γεγονότα οὔτε νά θέσει ὑπό ὁποιαδήποτε ἀρνητική κριτική αὐτό τό ὁποῖο ὀφείλουμε νά κάνουμε. Ἐκεῖνο ὅμως τό ὁποῖο πρέπει νά τοῦ ἀναγνωρίσουμε εἶναι ὅτι «κτυπᾶ» τό καμπανάκι τῆς ἀφύπνισης καί τῆς προσοχῆς ὅλων μας καί προσπαθεῖ νά μᾶς ἀφυπνίσει γιά τόν ἐπερχόμενο κίνδυνο ἀλλοίωσης τῆς ἐκκλησιολογικῆς καί τῆς πολιτιστικῆς μας ταυτότητας.