Τὸ συνειδὸς ποὺ χαρακτηρίζει καὶ καθορίζει τὴ διαχρονικὴ νομοθεσία τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν κανόνων της, εἶναι θέμα πολύπτυχο. Στὴν εἰσήγηση, ποὺ ἔχω τὴν τιμὴ νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ἐκλεκτῆς ὁμηγύρεως σεβασμίων κληρικῶν καὶ ἐγκρίτων διδασκάλων*, θὰ παρουσιασθοῦν ἕξι πτυχές, τρόπον τινὰ ὡς βαθμίδες, μὲ τὴν τελευταία νὰ ἐπέχει τὴ θέση μηνύματος τῶν πηγῶν ποὺ χρησιμοποιοῦνται.

1. Ἀφετηρία τοῦ προβληματισμοῦ

Στὴν τρίτη συνεδρία τῆς συνόδου ποὺ συνῆλθε στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία, δηλαδὴ στὴν Ἁγία Σοφία (879/80), τῆς φερομένης καὶ ὡς οἰκουμενικῆς[1], προκαθεζομένου τοῦ πατριάρχη Φωτίου, ἀναγνώσθηκε ἡ τρίτη ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Ἰωάννη Η΄, αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπευθυνόμενη πρὸς τὰ μέλη τῆς συνόδου[2]. Εἶχε προηγηθεῖ ἡ ἀνάγνωση ἄλλων δύο κατὰ τὴν προηγούμενη συνεδρία, ἡ μία πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Βασίλειο Α΄[3] καὶ ἡ ἄλλη πρὸς τὸν πατριάρχη Φώτιο[4]. Καὶ στὶς τρεῖς ἐπιστολὲς θίγονταν θέματα ποὺ δοκίμαζαν τὶς ὁμαλὲς σχέσεις τῶν ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν πρὸς τὴ δυτική, πρωτίστως τὶς σχέσεις μεταξὺ τῆς Ρώμης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μὲ ἐπίμαχο θέμα τὴν ἀθρόον χειροτονία ποὺ δέχθηκε ὁ πατριάρχης Φώτιος, ὅπως ἐπίσης ὁ προκάτοχος καὶ πατροθεῖος του Ταράσιος[5], ἐκλαμβανόμενες ὅτι αὐτὲς ὑπαγορεύθηκαν ἀπὸ κάποια ἀνέρειστη πράξη ποὺ υἱοθέτησε ἡ Κωνσταντινούπολη.

Ὁ πάπας Ἰωάννης ὑποστήριξε μὲ διακηρυκτικὸ τρόπο ὅτι οἱ συγκεκριμένες χειροτονίες ἀντιβαίνουν πρὸς τοὺς κανόνες τῶν πατέρων, κατανομάζοντας συγκεκριμένα στὴν ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Φώτιο «τὸν κανόνα τὸν ἐκτεθέντα τῇ συνόδῳ ἐν τοῖς καιροῖς τοῦ Ἀδριανοῦ, τοῦ ἁγιωτάτου πάπα, καὶ Ταρασίου»[6]. Σύμφωνα μὲ τὸν προκαθήμενο τῆς Ρωμαϊ­κῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἄνοδος στὸν πιὸ ὑψηλὸ βαθμὸ τοῦ διδασκάλου, καὶ μάλιστα «ἐκ κοσμικῆς πραγματείας καὶ ἀγελαίας συναναστροφῆς»[7], περικλείει τὸν κίνδυνο νὰ ἀναλάβει τὰ ἡνία τοῦ ἀρχιποιμένα ἀμαθὴς περὶ τὰ θεῖα καὶ ἀνεπιστήμονας. Μιὰ τέτοια περίπτωση εἶναι δεῖγμα αὐθάδειας καὶ ἐπὶ πλέον φοβερὸ τόλμημα. Ὁ πάπας περιφρουρεῖ τὴν ἄποψή του ἐπικαλούμενος τὸ παράδειγμα τοῦ στρατηγοῦ. Ὅπως θεωρεῖται παράλογη ἡ ἀνάθεση τῆς ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος σὲ πρόσωπο ποὺ δὲν ἔχει δοκιμασθεῖ καὶ ἀναγνωρισθεῖ γιὰ τὴν ἱκανότητά του νὰ προστατεύει, μὲ μόχθο καὶ ἀποτελεσματικὴ φροντίδα, τὸν ἐμπιστευθέντα σὲ αὐτὸν λαὸ ἀπὸ τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἐχθρῶν, παρομοίως δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ ἀναχθεῖ στὸ ὕψος τοῦ πατριαρχικοῦ ἀξιώματος, ἀμύητος καὶ ἀμέτοχος ὢν τῶν ἀρχῶν τῆς θεολογίας καὶ μεθόδων τῆς ποιμαντορίας καὶ συνεπῶς ἀδόκιμος ὡς πρὸς τὶς δόλιες ἐπιβουλὲς τοῦ Ἀλλοτρίου[8].

Παρὰ τὴν κατηγορηματικὴ ἀντίθεσή του στὸ θέμα τῆς ἀθρόoν χειροτονίας, ὁ «ἀκρότατος ἀρχιερεὺς καὶ οἰκουμενικὸς πάπας», ὅπως χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς δυτικούς[9], ἐν τέλει ὑποχωρεῖ στὴν περίπτωση τοῦ Φωτίου, ὄχι μόνο γιὰ τὴν εἰρήνευση τῶν Ἐκκλησιῶν, ὅπως ἐπανειλημμένα ἐκφράζεται ἡ πρόθεση τῶν δυτικῶν στὴ συνοδο[10], ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν λόγο ὅτι ἡ ἄποψή του περὶ ἀπειρίας διαψευδόταν πανηγυρικὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Φωτίου. Οὐδεὶς ἀμερόληπτος καὶ νοήμων κριτὴς ἀμφέβαλλε ὅτι ὁ Φώτιος διέθετε τὴν κατάλληλη θύραθεν καὶ ἐκκλησιαστικὴ παιδεία γιὰ νὰ ἀναλάβει τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐξάλλου αὐτὸ δηλώθηκε μὲ παρρησία ἐνώπιον τῆς συνόδου καὶ μὲ συγκεκριμένα ἀδιάσειστα ἐπιχειρήματα ἀπὸ τοὺς ὑποστηρικτὲς τοῦ Φωτίου[11]. Τὴν ὑποχώρησή του, ὁ πάπας τὴ συνέδεσε μὲ μία ἀρχὴ ποὺ εἶναι διατυπωμένη σὲ κανόνα τῆς προηγούμενης συνόδου ποὺ προήδρευσε ὁ Φώτιος, δηλαδὴ στὸν 17ο τῆς Πρωτοδευτέρας, στὸν ὁποῖο διαλαλεῖται ὅτι τὸ σπάνιο δὲν πρέπει νὰ γίνεται νόμος[12]. Ἑπομένως ἡ ἀθρόον χειροτονία, ὡς ὑπαγόμενη στὶς ἐξαιρετικὲς περιπτώσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτραπεῖ στὸ μέλλον[13] καὶ γι’ αὐτὸ ὁ πάπας ἐπεδίωκε νὰ ἐπιτύχει μία ἀκόμα συνοδικὴ ἀπαγόρευση καὶ στὴν Ἀνατολή.

Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐξέφραζε ὅ,τι ἴσχυε στὴ Δύση, κυρίως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κωνσταντίνου Νέπι (767-768)[14]. Ὅμως στὴν Ἀνατολὴ ὑπῆρχε διαφορετικὴ παράδοση καὶ αὐτὴν ὑποστήριξαν ἐν συνόδῳ, μετὰ τὴν ἀνάγνωση τῆς ἐπιστολῆς, δύο ἐξέχοντες ἱεράρχες, ὁ Προκόπιος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ὁ Ζαχαρίας Χαλκηδόνος, ἐπικαλούμενοι ἀμφότεροι τὰ δεδομένα τῆς μακραίωνης κανονικῆς πράξεως τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσέγγισή τους ἔλαβε ὑπόψη τὸν σχετικὸ ἀρχαῖο κανόνα, δηλαδὴ τὸν 10ο τῆς Σαρδικῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ δύο μὲ μεγάλη εὐκολία προχώρησαν καὶ πιὸ πέρα ἀπὸ αὐτόν. Κατὰ τὸν Προκόπιο, ἡ σύνοδος τῆς Σαρδικῆς ἀπαγόρευσε πράγματι τὴν ἀθρόον χειροτονία, ὄχι ὅμως παντὸς λαϊκοῦ, ἀλλὰ μόνο «τῶν ἀπὸ τῆς ἀγορᾶς» σχολαστικῶν ἢ πλουσίων[15], ἤτοι προσώπων «τῆς δημώδους συγχύσεως»[16] καὶ συνεπῶς, κατὰ τεκμήριον, ἀπαιδεύτων ἐκκλησιαστικά. Ὁ ἴδιος ὁμολόγησε ὅτι τέτοιους ἡ Ἐκκλησία, χάριτι Θεοῦ, οὐδέποτε ἀποδέχθηκε[17]. Ταυτόχρονα ὑποστήριξε ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ συμμορφωθεῖ σὲ ἕνα κανόνα οἰκουμενικῆς συνόδου καὶ ὄχι τοπικῆς (καὶ ἐδῶ ὁ Προκόπιος πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι φαίνεται ἐσκεμμένα νὰ παραθεωρεῖ ὅτι οἱ κανόνες τῶν τοπικῶν συνόδων, ἑπομένως καὶ τῆς Σαρδικῆς, εἶχαν προσλάβει οἰκουμενικὸ κῦρος διὰ τῆς Πενθέκτης[18]) μόνο στὴν περίπτωση ποὺ δὲν θὰ εἶχε ἀντιμαχόμενο τὸ ἔθος. Ἔτσι στὴν προβληματική του ἐπισυνάπτει τὸ ἀποφθεγματικὸ ἐπιχείρημα ὅτι: «ἐπειδὴ πολλὰ τῷ ἐπιχωρίῳ ἔθει ὁρῶμεν κατακρατήσαντα πολλάκις κανονικῶν διατάξεων, οὐδεμίαν ἔχομεν αἰσχύνην προστριβομένην ἡμῖν»[19]. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ πλαισίου, ὑποτάσσει στὴν πραγματικότητα τὶς συνοδικὲς κανονικὲς ἀποφάσεις στὸ ἐπιχώριο ἔθος καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἀντικρούει τὴ μομφὴ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πάπα γιὰ πράξη αἰσχύνης. Ὁ Προκόπιος πίστευε ὅτι τὸ ἔθος διαπλατύνει τὸν ὁρίζοντα τῶν κανονικῶν διατάξεων καὶ ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὰ τυχὸν ἀδιέξοδα, ἰδιαίτερα στὴν πάντοτε ἐξελισσόμενη λειτουργικὴ πράξη.

Τὴ θέση τοῦ Προκοπίου ἐνίσχυσε ὁ Ζαχαρίας Χαλκηδόνος, ἐπικαλούμενος τὴν περίπτωση τοῦ Νεκταρίου, τὸν ὁποῖο οἱ πατέρες τῆς Β΄ οἰκουμενικῆς συνόδου, δηλαδὴ ἕνα συνοδικὸ ὄργανο αὐξημένης αὐθεν­τίας, νεοφώτιστον ὄντα, ἐξέλεξαν ἀθρόον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ ἴδιος προσθέτει καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Ἀμβροσίου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ κατηχούμενος ἐξελέγη ἐπίσκοπος Μεδιολάνων, καθὼς καὶ τὰ παραδείγματα τῶν Ἐφραὶμ ἢ Ἐφραιμίου Ἀντιοχείας καὶ Εὐσεβίου Καισαρείας[20].

Ἐκτὸς τῶν παραπάνω ἐνδεικτικῶν ἀναφορῶν, προσφόρων στὸν μητροπολίτη Χαλκηδόνος, εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι οἱ πηγὲς εἶχαν νὰ καταθέσουν περισσότερα παραδείγματα. Ἐξάλλου στὴ λειτουργικὴ πράξη ἦταν μαρτυρημένη καὶ ἡ περίπτωση per saltum χειροτονιῶν, δηλαδὴ χειροτονιῶν διὰ παραλείψεως (ὑπερβάσεως) ἑνὸς ἢ δύο βαθμῶν ἱερωσύνης[21], καθόσον οἱ βαθμοὶ δὲν νοοῦνται ὡς οἱ βαθμίδες ποὺ ἀναβιβάζουν σταδιακὰ στὴν πληρότητα τῆς ἱερωσύνης, ἤτοι «πρὸς τὴν ἁψῖδα τῆς ἐπισκοπῆς»[22], οὔτε οἱ ἀπαραίτητες ψηφίδες γιὰ νὰ ἐξεικονισθεῖ ἡ ἄρτια εἰκόνα τοῦ ἀρχιερέα. Βασικὸς λόγος ποὺ ὑπαγορεύει τὴ διέλευση δι’ ὅλων τῶν βαθμῶν τῆς ἱερωσύνης εἶναι ἡ ἀπόκτηση ποιμαντικῆς καὶ λειτουργικῆς ἐμπειρίας[23].

Ἀνάλογες περιπτώσεις χειροτονιῶν μαρτυροῦνται καὶ στὰ ἁγιολογικὰ κείμενα, ἰδίως σὲ ἐκεῖνα ποὺ ἱστοροῦν τὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία ἁγίων κληρικῶν[24]. Γιὰ παράδειγμα στὸν Βίο τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου Κωνσταντίας, ὁ βιογράφος Πολύβιος Ρινοκουρούρων, ἕνα πρόσωπο τεκμηριωμένα ἐνήμερο γιὰ τὴ λειτουργικὴ τάξη, περιγράφοντας τὴ σύλληψη τοῦ Ἐπιφανίου ποὺ περιεπλανᾶτο στὴν ἀγορὰ τῆς Σαλαμίνας Κύπρου ἀμέριμνος, ἕτοιμος νὰ πάρει τὸ καράβι γιὰ τὴν Παλαιστίνη, καθὼς καὶ τὴ βίαιη προσαγωγή του ἐνώπιον τοῦ θυσιαστηρίου, ἀφήνει νὰ νοηθεῖ ὅτι ὁ Ἅγιος ἔλαβε καὶ τοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης ἐντὸς τῆς ἴδιας μέρας καὶ μάλιστα ὅτι ἡ τέλεση τῶν χειροτονιῶν εἶχε χαλαρὴ σύνδεση μὲ τὴ θ. λειτουργία[25]. «Εἷς δὲ τῶν διακόνων ἐπιλαβόμενος τῆς κεφαλῆς Ἐπιφανίου ἦγεν αὐτὸν πρὸς Πάππον (Κυθραίας) ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου μετὰ βίας, ὥστε συνελθεῖν καὶ ἄλλους πλείστους, ὅπως διασώσωσιν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Χειροτονεῖ οὖν αὐτὸν διάκονον καὶ πάλιν δίδωσιν εἰρήνην καὶ χειροτονεῖ αὐτὸν πρεσβύτερον καὶ γίνεται ἡ ἀκολουθία καὶ χειροτονεῖ αὐτὸν ἐπίσκοπον. Μετὰ δὲ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Ἐκκλησίας ἀνήλθομεν ἐπὶ τῷ ἐπισκοπείῳ ..., ὅπως μεταλάβωμεν καὶ εὐφρανθῶμεν ἐπὶ τῇ πατρωσύνῃ» τοῦ Ἐπιφανίου[26].

Τέτοια παραδείγματα τῶν πηγῶν στηρίζουν τὴ σημασία τοῦ ἔθους καὶ προβάλλουν ἐνισχυμένη τὴ θέση ποὺ διατύπωσε ὁ Προκόπιος Καισαρείας, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἐπιχώριο ἔθος πολλὲς φορὲς κατακρατύνει τῶν κανονικῶν διατάξεων, ἐν προκειμένῳ τοῦ παλαιοτέρου κανόνα τῆς Σαρδικῆς καὶ τοῦ νεωτέρου τῆς Πρωτοδευτέρας. Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἀναδύεται ἡ πάντοτε ἐπίμαχη καὶ ἐπίκαιρη διελκυστίνδα ὅσον ἀφορᾶ στὰ κανονικὰ ζητήματα: ποιός εἶναι αὐτὸς ποὺ ἐκφράζει τὸ κανονικὸ συνειδὸς τῆς Ἐκκλησίας; οἱ οἰκουμενικὲς σύνοδοι; οἱ πατέρες; τὸ ἔθος; τὰ τυπικά, προκειμένου περὶ τοῦ μοναχισμοῦ καὶ περὶ τῆς λειτουργικῆς εὐταξίας; Ἐπίσης, πῶς διαμορφώνεται ἢ πῶς ἐν τοῖς πράγμασι ἐκδηλώνεται αὐτὸ τὸ κανονικὸ συνειδὸς καὶ ποιό θεσμικὸ ὄργανο ὑπερισχύει, ὅταν ὑπάρχει ἀμφιγνωμία ἢ ἀμφιβολία;

Βεβαίως ὅσον ἀφορᾶ στὶς συνοδικὲς συζητήσεις γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀθρόον χειροτονίας, θὰ πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε ὅτι ἀφετηρία γιὰ τὸν πάπα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του ἦταν ὁ νόμος, πρωτίστως ὁ νόμος τῆς Ρώμης, ἐνῶ γιὰ τὸν Προκόπιο καὶ γιὰ ἄλλους ἀνατολικοὺς ἦταν τὸ ἔθος, τὸ ὁποῖο «νικᾷ τὸν νόμον»[27], πιθανὸν γιατὶ στὴ σκέψη τους οἱ ἱ. κανόνες θεωροῦνται ἕνα ξεχωριστὸ καὶ ἐξαιρετικὸ κεφάλαιο τοῦ εὐρύτερου διαχρονικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔθους, δηλαδὴ τῆς σύνολης κανονικῆς παραδόσεως. Μάλιστα ὁ Ζαχαρίας Χαλκηδόνος, μὲ διαφαινόμενη εἰρωνεία, ἐπισημαίνει στοὺς δυτικοὺς ὅτι οἱ ἐν Ρώμῃ φωστῆρες, «οἱ τὰς οἰκείας αὐγὰς ἀνὰ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην πέμποντες …, πολλὰ ποιοῦν παρὰ τὸν κανόνα τοῖς ἔθεσι ἑπόμενοι, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔθος αὐτὸ πολλάκις νικᾷ τὸ ἔθος»[28].

2. Ἐπέκταση τοῦ προβληματισμοῦ

Μὲ τὴν τοποθέτησή του ὁ μητροπολίτης Χαλκηδόνος ἐξέφραζε τὸ περιρρέον κανονικὸ πνεῦμα τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ πηγὲς προσφέρουν ἱκανὰ τεκμήρια αὐτῆς τῆς προσεγγίσεως καὶ ἔτσι, ἂν θέλουμε νὰ κατανοήσουμε τὸ κανονικὸ πνεῦμα τῆς Ἀνατολῆς, δὲν πρέπει μὲ κανένα τρόπο νὰ τὶς παραθεωροῦμε ἢ νὰ τὶς διαβάζουμε ἐπιπόλαια. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο μποροῦν νὰ κατατεθοῦν κάποια ἐνδεικτικὰ παραδείγματα. Συγκεκριμένα, εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἐπίμονη ἀναφορὰ στὸ ἄγραφο ἔθος πολλῶν κανονολόγων, πρωτίστως ὅσων συνέταξαν κανονικὲς ἀποκρίσεις, ὅπως οἱ Ἰωάννης Κίτρους[29] καὶ Δημήτριος Χωματιανὸς ἀρχιεπίσκοπος Ἀχρίδων[30]. Αὐτοὶ στηριζόμενοι στὸν Μ. Βασίλειο, ὁ ὁποῖος θεσπίζει ὅτι τὸ ἔθος ἀντὶ νόμου κρατεῖ, γιὰ νὰ τεκμηριώσει τὴν κατ’ ἀνατολὰς στροφὴ τοῦ προσευχόμενου καθὼς καὶ ἄλλες λειτουργικὲς πράξεις[31], συστοιχοῦν στὸ ἴδιο πνεῦμα καὶ ἔτσι ἐπικαλοῦνται τὸ ἔθος γιὰ νὰ ἐπιλυθοῦν τὰ λειτουργικὰ ἀμφίβολα καὶ νὰ καθορισθεῖ ἡ ἐνδεδειγμένη λειτουργικὴ τάξη. Παρομοίως, ὁ Βαλσαμὼν προτάσσει τὸ λειτουργικὸ ἔθος τῆς Βασιλεύουσας, καταφεύγοντας σὲ μία ἀρχὴ ποὺ δια­τύπωσε ὁ Ρωμαῖος νομοδιδάσκαλος Οὐλπιανός, ὅτι: «Περὶ ὧν ἔγγραφος οὐ κεῖται νόμος, παραφυλάττειν δεῖ τὸ ἔθος, ᾧ ἡ ῾Ρώμη κέχρηται»[32]. Καὶ ἐπειδὴ ἡ Παλαιὰ Ρώμη ἀποσχίσθηκε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, θὰ πρέπει νὰ παραφυλάσσεται τὸ ἔθος τῆς Νέας. Ὁ Βαλσαμὼν οὐσιαστικὰ ἀπαιτοῦσε τὴ συμμόρφωση τῆς λειτουργικῆς πράξεως τῶν ὑπολοίπων πατριαρχείων πρὸς τὸ ἔθος τῆς Κωνσταντινουπόλεως[33]. Ἐξάλλου ἦταν ἐπιτακτικὴ καὶ πρόσφορη ἡ συγκεκριμένη ἐπίκληση στὴ μεταφωτιανὴ περίοδο, κατὰ τὴν ὁποία οἱ διεργασίες τῆς λειτουργικῆς τάξεως εἶχαν ξεπεράσει κατὰ πολὺ τὶς ἀρχαῖες κανονικὲς διαρρυθμίσεις, ἐνῶ συντελεῖτο συστηματικὰ μὲ κέντρο τὴν Κωνσταντινούπολη ἡ κωδικοποίηση τῆς λειτουργικῆς παραδόσεως.

Συναφῶς μποροῦμε περαιτέρω νὰ ἀναφέρουμε ἕνα ἀκόμη παράδειγμα. Μετὰ τὴν εἰκονομαχία, ἡ πνευματικὴ ἀκμὴ τοῦ μοναχισμοῦ ἀλλὰ καὶ ἡ ἀκτινοβολία τῆς λειτουργικῆς πράξεως ποὺ αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει συνετέλεσαν ὥστε νὰ διευρυνθεῖ σημαντικὰ ὁ κύκλος τῶν ἑορταζομένων ἁγίων[34] καὶ ἔτσι νὰ τεθοῦν σὲ ἰδιότυπη ἀμφισβήτηση οἱ συνοδικοὶ καὶ οἱ πατερικοὶ κανόνες περὶ νηστείας, σὲ σημεῖον ὥστε ὁ μοναχὸς Νίκων ὁ Μαυρορείτης (1025;-1100;), ἀπὸ μονὲς τῆς Ἀντιόχειας,  νὰ διαπιστώνει μὲ δυσαρέσκεια ὅτι «τὰ τυπικὰ τῶν μεγάλων μοναστηρίων, ἤτοι τῶν Ἱεροσολύμων, τοῦ Στουδίου καὶ τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὐ συμφωνοῦν ὅλως τοὺς θείους κανόνας (sic)»[35]. Τὸ ἴδιο παραδέχονται καὶ κανονολόγοι, ὅπως ὁ Θεόδωρος Βαλσαμών[36], ἐνῶ ἐπιβεβαιώνεται ἀπὸ ἕνα πλέγμα συνοδικῶν ἀποφάσεων ὑπὸ τὴν προεδρεία πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ ἐξεδόθησαν, ἰδίως κατὰ τὸν 11ο καὶ 12ο αἰώνα, ὁπότε τὸ θέμα ἐν τῇ γενέσει του ἦταν ζωηρότατο[37]. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἐπὶ πλέον γεγονὸς ποὺ προστίθεται στὸν προβληματισμὸ ποὺ ἐτέθη παραπάνω: ποιός διαμορφώνει καὶ πῶς διαμορφώνεται τὸ κανονικὸ συνειδὸς στὴν Ἀνατολή.

Παρόμοια προβληματικὴ ἀναπτύσσεται καὶ ὡς πρὸς τὰ ποιμαντικὰ θέματα. Συγκεκριμένα οἱ κανόνες καὶ εἰδικότερα τὸ Κανονάριον ποὺ ἀποδίδεται στὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννη Νηστευτῆ (582-595)[38] παρήχθησαν γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν στὴν ἀνάγκη ἐπιεικεστέρας ἀντιμετωπίσεως τῶν ἐξομολογούμενων ἀπὸ αὐτὴ ποὺ προβλέπουν οἱ ἱ. κανόνες, ἰδίως ἐκεῖνοι τοῦ Μ. Βασιλείου, καθόσον θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ βυζαντινοῦ Νηστευτῆ ἦταν ὅτι: «συμφέρει νὰ κατακριθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς ἐπιεικὴς παρὰ νὰ ἐπαινεθεῖ ὡς ἀσυμπαθής»[39]. Ἡ στροφὴ πρὸς τὴν ἐπιείκεια ἐπιβλήθηκε ἀπὸ τὴν «πολὺ χαυνότητα καὶ ἀμέλειαν τῶν ἀνθρώπων»[40]. Ὁ Νηστευτὴς διαμόρφωσε μία ἰσχυρὴ «συνήθεια», ἕνα ἔθος, τὸ ὁποῖο καθὼς ὑπερέβαλλε ὡς πρὸς τὴν ἐπιείκεια καὶ μάλιστα σχετικοποιώντας τὶς κανονικὲς ἐπιταγές, εὑρέθη στὸ στόχαστρο τῶν συντηρικωτέρων[41]. Ἔτσι συνοδικὰ ἐπικρίθηκε, καὶ μάλιστα τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ συντελοῦνταν ὅσα ἀναφέραμε προηγουμένως, ἐνῶ σιωπηρὰ καὶ ἀνεπίσημα ἀμβλύνθηκε ἡ διάστασή του πρὸς τοὺς ἱ. κανόνες διὰ τῆς ἀντισταθμίσεως τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀκοινωνησίας μὲ αὐστηρὴ σωματικὴ ἄσκηση ὡς ἐπιτίμιο[42]. Ἡ ἄμβλυνση συντελεῖτο πολλὲς φορὲς μὲ τὴ συνεργία τῶν συντακτῶν ἀκόμα καὶ τῶν ἀντιγραφέων τῶν νομοκανονικῶν χειρογράφων. Καὶ αὐτὸ τὸ φαινόμενο εἶναι ἕνα κλασικὸ δεῖγμα μίας πολὺ ἐνδιαφέρουσας πτυχῆς τοῦ κανονικοῦ πνεύματος ποὺ καταγράφεται στὴν ἀμέσως μετὰ τὸν Φώτιο ἐποχή.

Ὁ Νηστευτὴς καὶ ἡ γενικότερη νομοκανονικὴ ἐξομολογητικὴ γραμματεία κατατάσσονται στὴ λεγόμενη ψευδοκανονικὴ παράδοση, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καθόλου ἀμελητέα ὡς πρὸς τὴ διάδοσή της. Ἀντίθετα ἐπικυριαρχεῖ σὲ πλεῖστες χειρόγραφες συλλογές. Ἡ ψευδοκανονικὴ γραμματεία ἔχει ἕνα μεγάλο μερίδιο ἐπιρροῆς στὸ κανονικὸ συνειδός, ποὺ ὅσο καὶ ἂν φαίνεται παράξενο κάποιες φορὲς αὐτὴ ἀναδεικνυόταν προσφιλέστερη καὶ στὴν ἐπιλογὴ προτιμητέα. Ἡ συγκεκριμένη γραμματεία ἐπιβεβαιώνει τουλάχιστον ὅτι τὸ κανονικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε κατέπαυσε καὶ ὅτι τὸ corpus τῶν κανόνων δὲν ἦταν μία κλειστὴ ὑπόθεση, ἀλλὰ ἐπιδεχόταν ἀλλεπάλληλους κύκλους προσθηκῶν, εἴτε ἐπισήμων εἴτε νόθων κανόνων[43].

Καὶ ἐδῶ, ἐκ τῶν πραγμάτων, τίθεται τὸ θεμελιῶδες ἐρώτημα: τελικὰ ποιό εἶναι τὸ παραδεκτὸ corpus τῶν κανόνων καὶ ποιά εἶναι ἡ συμβολὴ τοῦ Μ. Φωτίου καὶ τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτη σὲ αὐτὴν τὴν ὑπόθεση; Ἡ ἐπιλογὴ τῶν συγκεκριμένων κανονολόγων πατέρων ὑπαγορεύθηκε στὸ ἕνα σκέλος ἀσφαλῶς ἀπὸ τὴν παροῦσα ἐπετειακὴ σύναξη καὶ στὸ ἄλλο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Νικόδημος ἐπισφραγίζει μία περίοδο ἐννέα αἰώνων καίριων διεργασιῶν ὡς πρὸς τὴ διαμόρφωση τοῦ κανονικοῦ συνειδότος. Ἐξάλλου ὁ Νικόδημος ἦταν σπουδαῖος ἐρευνητὴς τῆς βυζαντινῆς νομοκανονικῆς παραδόσεως καὶ πρώτιστο μέλημά του, μὲ τὴ σύνταξη τοῦ Πηδαλίου, ἦταν νὰ ἐπαναφέρει τὴ συγκεκριμένη παράδοση, κατὰ τὸ μέτρο τοῦ δυνατοῦ, στὴν ἐποχή του, παρακάμπτοντας τοὺς πολλοὺς «χυδαιονομοκάνονες», ὅπως ὁ ἴδιος τοὺς χαρακτηρίζει[44], οἱ ὁποῖοι συν­τάσσονταν ἢ ἀναπαράγονταν, γιὰ διάστημα πολλῶν αἰώνων, ἐνίοτε ἀπὸ ἀμαθεῖς ἢ ἀνεπαρκῶς καταρτισμένους.

Ἡ συγκεκριμένη δυάδα τῶν πατέρων εἶχε βαθύτατη γνώση τῆς κανονικῆς παραδόσεως, ὄχι μόνο γιατὶ μαθήτευσε ἄνευ ὅρων στὶς πηγές, ἀλλὰ καὶ γιατὶ διέθετε εὐρυμάθεια καὶ κυρίως εὐρύτητα πνεύματος ποὺ προσλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία. Ἐξ οὗ καὶ δὲν ἀντιμετώπιζαν τοὺς κανόνες ὡς ἀνεξάρτητα κείμενα ἀπὸ τὴ θεολογία, τὴ λατρεία καὶ τὴν ἐν γένει ἐκκλησιαστικὴ πραγματικότητα.

3. Μία πτυχὴ τῆς συμβολῆς τοῦ Μ. Φωτίου

Ὁ Μ. Φώτιος φέρεται ὅτι ἀναθεώρησε τὸ Σύνταγμα (=Νομοκάνονα) σὲ ιδ´ τίτλους, μὲ τὴν προσθήκη τῶν κανόνων τῆς Πενθέκτης καὶ τῆς Ζ΄ οἰκουμενικῆς, οἱ ὁποῖοι γιὰ ἕνα καὶ δύο αἰῶνες, κατὰ χιαστὶ ἀντιστοιχία, παρέμεναν ἐκτὸς τῆς συλλογῆς. Στὴ συγκεκριμένη συλλογὴ προστέθηκαν ἐπίσης ἡ Ἐπιστολὴ τοῦ Ταρασίου πρὸς πάπα Ἀδριανὸ περὶ σιμωνίας[45] καθὼς καὶ οἱ κανόνες τῶν συνόδων ποὺ συνῆλθαν ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ Φωτίου (Πρωτοδευτέρας καὶ Ἁγίας Σοφίας). Θὰ μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νὰ ὑποστηρίξει ὅτι ἡ ἀναθεώρηση τοῦ Νομοκάνονα ἐπὶ τῆς πατριαρχείας τοῦ Φωτίου, τὸ ἔτος 883, ἔγινε ἐπειδὴ ὁ νομομαθὴς πατριάρχης[46] ἐνδιαφερόταν νὰ κατοχυρώσει καὶ νὰ προβάλει τὶς κανονικὲς ἀποφάσεις τῶν συνόδων του. Ὅμως αὐτὸ θὰ τὸν ἐνοχοποιοῦσε τρόπον τινὰ γιὰ πρόθεση αὐτοπροβολῆς. Ἡ πραγματικότητα εἶναι ὅτι ὁ ἴδιος συστοιχοῦσε σὲ μία γενικότερη πνευματικὴ κίνηση τῆς ἐποχῆς του, μὲ περίοπτο μερίδιο συμβολῆς, ποὺ στόχευε στὴν καταγραφὴ καὶ κωδικοποίηση ὄχι μόνο του πολιτειακοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τῶν λειτουργικῶν, ἁγιολογικῶν κειμένων κ.ο.κ. Θυμίζω ἐνδεικτικὰ τὸ Συναξάριον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας[47], τὸ κακῶς λεγόμενο Τυπικόν, καὶ τὰ Μηναῖα. Ὁ Φώτιος καὶ ἄλλα πρόσωπα στὴν ἐποχή του ἤθελαν νὰ περιορίσουν τὶς φυγόκεντρες τάσεις ποὺ ἀπέρρεαν ἀπὸ τὴν ποικιλία πράξεων καὶ πεποιθήσεων, ἀλλὰ πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ ἀναδείξει τὴν παράδοση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὡς τὸ σημεῖον ἀναφορᾶς καὶ ἑνότητος[48], καὶ ὅσον ἀφορᾶ στὸ Κανονικὸ Δίκαιο νὰ ἐπιβάλει τὸ κανονικὸ συνειδὸς τοῦ κέντρου τῆς αὐτοκρατορίας. Αὐτὴ τὴν τάση τὴν περιγράφει πολὺ καλὰ ἀργότερα ὁ Βαλσαμὼν μὲ τὴν ἀρχὴ τοῦ Οὐλπιανοῦ, ποὺ μνημονεύσαμε προηγουμένως. Ἐξάλλου ὁ Μ. Φώτιος γνώριζε ὅτι ἡ οἰκουμενικότητα καὶ οἱ κανόνες τῆς Πενθέκτης δὲν ἔγιναν στὴ Δύση ἀπὸ πάντες καὶ πάντοτε ἀποδεκτοί[49]. Ἐπίσης οἱ ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου ἀντιμετωπίστηκαν μὲ ἐπιφυλάξεις ἀπὸ τοὺς Φράγκους (σύνοδος Φραγκφούρτης, 794)[50].

Θὰ πρέπει, σὲ αὐτὴ τὴ συνάφεια, νὰ διευκρινισθεῖ ὅτι οἱ ἀναφορὲς τοῦ Φωτίου καὶ ἄλλων πατέρων τῆς συνόδου τῆς Ἁγίας Σοφίας στὴν Ζ´ δὲν ἀπέβλεπαν στὸ νὰ κυρωθεῖ ἡ οἰκουμενικότητα αὐτῆς ἀπὸ μία μεταγενέστερη μεγάλη ἢ οἰκουμενικὴ σύνοδο, καὶ μάλιστα ὡς ἀναγκαία θεσμικὴ πράξη ἀναγνωρίσεως τοῦ οἰκουμενικοῦ χαρακτήρα μιᾶς προηγούμενης συνόδου, ἀλλὰ στὸ νὰ ἀρθεῖ ἡ ἀπροθυμία τῆς Ρώμης καὶ τῶν πατριαρχείων τῆς Ἀνατολῆς νὰ τὴ συναριθμήσουν μὲ τὶς προηγούμενες ἕξι, ὡς ἑβδόμη[51], ἴσως καὶ νὰ ἐξαλειφθοῦν οἱ ὑπάρχουσες νησίδες τῶν ἐπιφυλάξεων ὡς πρὸς τὴ διδασκαλία της, ὅπως αὐτὲς ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Φράγκων.

Ἡ ἐπισήμανση αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητη, καθόσον συσχετίζεται μὲ τὸ ἐρώτημα: ἐὰν μία σύνοδος οὐδέποτε ἀναγνωρισθεῖ ἐπίσημα οἰκουμενική, πῶς μποροῦν οἱ κανόνες της νὰ προσλάβουν οἰκουμενικὸ κῦρος; Πῶς ἀντιμετωπίστηκε αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν περίοδο ποὺ ἀρχίζει μὲ τὸν Μ. Φώτιο καὶ διατρέχοντας τοὺς αἰῶνες φτάνει μέχρι καὶ τὸν Νικόδημο; Εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ κανόνες τῶν συνόδων ἐπὶ Φωτίου, εἴτε αὐτὲς χαρακτηρίζονταν οἰκουμενικὲς εἴτε ὄχι, ἀλλὰ πάντως χωρὶς νὰ κυρωθοῦν ἀπὸ κάποια μεταγενέστερη οἰκουμενικὴ σύνοδο, εἶχαν προσλάβει οἰκουμενικὸ κῦρος. Τὸ ἴδιο καὶ κανονικὲς ἀποφάσεις ἐνδημουσῶν συν­όδων. Κλασικὰ παραδείγματα μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὁ Τόμος τῆς Ἑνώσεως (920) ἢ ἀκόμα καὶ ἀποφάσεις ἐπὶ Νικολάου Γ΄ Γραμματικοῦ (1084-1111). Παράλληλα καὶ κανονικὲς ἀποκρίσεις πατριαρχῶν καὶ ἄλλων ἐξεχόντων κληρικῶν, εἰδημόνων τῆς κανονικῆς πράξεως, ἐπισυνάπτονται στὸ corpus τῶν κανόνων, ἰδίως, ὅταν οἱ ἀποκρίσεις ἢ τὰ ἄλλα κείμενα γίνονταν ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὴν ἐνδημοῦσα σύνοδο ἢ γενικότερα ἀπὸ τὴν πράξη τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐξάλλου ὁ συν­οδικὸς θεσμὸς σὲ πανορθόδοξο ἐπίπεδο συνέχισε νὰ λειτουργεῖ ἀδιάκοπα καὶ κατὰ τὴ β΄ χιλιετία, πρωτίστως μὲ τὴ μορφὴ τῆς ἐνδημοῦσας, στὴν εὐρεῖα σύνθεσή της, ἡ ὁποία συχνὰ χαρακτηρίζεται καὶ «μεγάλη σύν­οδος»[52]. Ἡ ἐνδημοῦσα σύνοδος ἦταν αὐτὴ ποὺ ἀσκοῦσε τὸν κανονικὸ ἔλεγχο, κυρίως γιὰ τὸν λόγο ὅτι τὰ νέα κανονικὰ δεδομένα δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήνονται ἀνεξέλεγκτα.

4. Μία πτυχὴ τῆς συμβολῆς τοῦ Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη

Κάνοντας ἕνα τεράστιο χρονικὸ ἅλμα, ἂς δοῦμε πιὸ συγκεκριμένα τὴν περίπτωση τοῦ Πηδαλίου. Ὁ Νικόδημος, ὑπαγόμενος στὸ πνεῦμα τοῦ Ὀρθόδοξου Διαφωτισμοῦ, ἄρχισε νὰ συντάσσει τὸ Πηδάλιον ἀνατρέχοντας «εἰς τὰς πρώτας πηγάς»[53]. Ἔτσι πρωτίστως ἐπανέφερε τὰ αὐθεντικὰ κανονικὰ κείμενα, ἐνῶ διέγραψε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπείσακτα καὶ νόθα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἀμέλεια τῶν πολλῶν ἀντιγραφέων καὶ ἄλλων ἐμπλεκομένων ἐπεσώρευσαν στὴν ὕλη τῶν «χυδαιονομοκανόνων»[54]. Παράλληλα ἄρχισε νὰ προβληματίζεται καὶ μὲ τὸ ποιό corpus ἔπρεπε νὰ περιλάβει στὸ ἔργο του. Τοὺς κανόνες μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Φωτίου ἢ καὶ τὰ κανονικὰ κείμενα τῆς β΄ χιλιετίας; Οἱ πηγές του τὸν βοήθησαν καθοριστικὰ νὰ μὴν παραθεωρήσει τὰ τελευταῖα, τὰ ὁποῖα ἐξάλλου διαφώτιζαν ἐνδιαφέρουσες πτυχὲς τῆς κανονικῆς πράξεως γιὰ διάστημα πολλῶν αἰώνων μετὰ τὸν Φώτιο. Ἔτσι, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, «ἀπανθίσαμεν, ἵνα γένηται πλήρως ἡ συμφωνία, καὶ τοὺς κανόνας τῶν λοιπῶν πατέρων, τῶν μὴ ὑπὸ οἰκουμενικῆς συνόδου βεβαιωθέντων, λέγω δὴ τοῦ ἁγίου Νικηφόρου, τοῦ Νικολάου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, τοῦ Ἰωάννου Κίτρους, τοῦ Νικήτα καὶ Πέτρου, διακόνου καὶ χαρτοφύλακος τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, καὶ τοὺς τοῦ Νηστευτῆ κανόνας …»[55].

Ὁ Νικόδημος ἄρχισε νὰ συντάσσει τὴ νέα κανονικὴ συλλογὴ τὸ 1787 καὶ ὕστερα ἀπὸ τρία χρόνια ὁλοκλήρωσε τὴν πρώτη μορφή της. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ 1790 τὴν ὑπέβαλε στὴν πατριαρχικὴ σύνοδο γιὰ νὰ τύχει τῆς ἐγκρίσεως. Ὁ τότε πατριάρχης Νεόφυτος Ζ΄ ἀνέθεσε στὸν Ζακύνθιο λόγιο ἱεροκήρυκα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας Δωρόθεο Βουλησμᾶ τὴν κριτικὴ ἐπιστασία τοῦ Νικοδημικοῦ πονήματος[56]. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀρχίζουν καὶ «οἱ περιπέτειες» τοῦ Πηδαλίου. Ὁ Βουλησμᾶς ἐπεσήμανε ἕνα σύνολο γραμματολογικῶν προβλημάτων. Π.χ. ὅτι ὁ Νικόδημος παρενέβη στὴν ἀρίθμηση ἀλλὰ καὶ στὸ κείμενο τῶν κανόνων τῆς Καρθαγένης, ἢ ὅτι θεωρεῖ τὸν 11ο κανόνα τοῦ Γρηγορίου Νεοκαισαρείας ὡς σχόλιο, ἐνῶ κατὰ τὸν κριτὴ ἦταν γνήσιος κανόνας, ἢ ὅτι διέγραψε ἀπὸ τὸ corpus τὸν 18ο κανόνα τῆς Σαρδικῆς καὶ ἄλλα τέτοια γραμματολογικὰ προβλήματα, ἥσσονος ἢ μείζονος σημασίας[57]. Ἀμφότεροι οἱ διαλεγόμενοι διέθεταν τὸν ἐπιστημονικὸ ἐξοπλισμό, γι’ αὐτὸ καὶ οἱ συζητήσεις τους ἦταν ὥριμες. Ὅμως ἐκεῖ ποὺ διαφώνησαν ριζικὰ καὶ ὁ διάλογος ἐξωθήθηκε σὲ ὁριακὸ σημεῖο ἦταν τὰ θέματα ποὺ σχετίζονται μὲ τὸ κῦρος τῶν μυστηρίων τῶν τελουμένων ἀπὸ αἱρετικοὺς ἢ «ἀνίερους».

Ὁ ἅγιος Νικόδημος, ἐμβριθὴς γνώστης τῶν πηγῶν, ὑποστήριξε ὅτι οἱ αἱρετικοὶ κληρικοὶ ποὺ προσέρχονται στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ ἀναχειροτονοῦνται[58]. Ἡ κύρια πηγή του ἦταν τὰ Πρακτικὰ  τῆς Ζ΄ οἰκουμενικῆς συνόδου, στὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ὅτι ὁ Μελέτιος Ἀντιοχείας χειροτονήθηκε ὡς Σεβαστείας ἀπὸ Ἀρειανούς, ὁ Ἀνατόλιος Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὸν Διόσκουρο, ἐνῶ πολλοὶ κληρικοὶ στὴν ἐποχὴ τῆς Ζ΄ συνόδου καὶ λίγο πρὶν χειροτονήθηκαν εἴτε ἀπὸ μονοθελῆτες εἴτε ἀπὸ εἰκονομάχους. Αὐτοὶ προσερχόμενοι στὴν Ἐκκλησία, σύμφωνα μὲ τοὺς πατέρες τῆς συνόδου, ἀλλὰ καὶ τὸν Νικόδημο ποὺ τοὺς ἀκολουθεῖ, δὲν πρέπει νὰ ἀναχειροτονοῦνται[59]. Στὰ ἴδια Πρακτικὰ ἐπισημάνθηκε ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἀναχειροτονίας ἰσχύει ἀδιακρίτως, τόσο γιὰ κληρικοὺς ποὺ χειροτονήθηκαν ἀπὸ πρώην ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ὅσον καὶ γιὰ ἐκείνους ποὺ χειροτονήθηκαν ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ αἱρετικούς[60]. Παρόμοια ὑποστηρίχθηκαν ἀργότερα στὴν Ἐπιστολὴ τοῦ πάπα Ἰωάννη Η΄ πρὸς τὸν αὐτοκράτορα  ποὺ ἀναγνώσθηκε στὴ β΄ συνεδρία τῆς συν­όδου τῆς Ἁγίας Σοφίας, χωρὶς ὁ Φώτιος καὶ οἱ ὑπόλοιποι πατέρες τῆς συνόδου νὰ προβάλουν ὁποιαδήποτε ἀντίρρηση[61]. Ἡ συγκεκριμένη συν­οδικὴ ἐπιλογὴ υἱοθετήθηκε καὶ ἀπὸ ἕνα σύνολο ἐγκρίτων βυζαν­τινῶν κανονολόγων, ὅπως ὁ Δημήτριος Χωματιανὸς[62] καὶ ὁ Ματθαῖος Βλάσταρης[63], οἱ ὁποῖοι συμφωνοῦν γιὰ αὐτὸ τὸ ζήτημα μὲ θέσεις παλαιο­τέρων πατέρων, ὅπως τοῦ Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη[64]. Ἡ συγκεκριμένη ἀντιμετώπιση τῶν αἱρετικῶν καταγράφεται καὶ στὶς χειρόγραφες νομοκανονικὲς πηγές, καθ’ ὃν τρόπον καὶ στὶς χειρόγραφες λειτουργικές, ἰδίως στὰ εὐχολόγια, τὰ ὁποῖα υἱοθετοῦν πλήρως τὴν ἀρχὴ τῶν κανόνων 7 τῆς Β΄ οἰκουμενικῆς καὶ 95 τῆς Πενθέκτης. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ νὰ κατανοηθεῖ ὅτι ἡ λειτουργικὴ πράξη ἦταν ἀπολύτως συντεταγμένη σὲ  ὅσα ὁρίζουν οἱ παραπάνω κανόνες, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀποδοχὴ τῶν προσερχομένων στὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν αἵρεση[65].

Αὐτὴ ἡ πράξη ἦταν κυρίαρχη, θὰ ἔλεγα ὅτι ἦταν τὸ ἔθος ποὺ ἀκολούθησαν οἱ βυζαντινοὶ καὶ ἑπόμενος τούτοις ὁ Νικόδημος. Ὅμως ὁ Βουλησμᾶς, ἐκφραστὴς τῆς νεωτάτης πράξεως ποὺ ὑποστήριζε ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε΄, μὲ τὸν γνωστὸ Ὅρο τοῦ  1756[66], διαφώνησε καὶ ἔτσι διαμήνυσε στὸν Νικόδημο τὴν ἀπειλὴ τοῦ πατριάρχη Νεοφύτου Ζ΄, ὅτι ἂν δὲν συμμορφωθεῖ ὁ συγγραφέας τοῦ Πηδαλίου πρὸς τὶς θέσεις τοῦ κριτῆ, δὲν πρόκειται νὰ δοθεῖ ἡ ἔγκριση γιὰ τὴν τύποις ἔκδοση τοῦ ἔργου[67]. Στὸ ἀκρώρειο τῶν συζητήσεων καὶ μὲ τὸ τελεσίγραφο στὰ χέρια του, ὁ Νικόδημος ἐξαναγκάστηκε νὰ προσ­αρμόσει τὶς θέσεις του[68].

Ὁ Νικόδημος καὶ ὁ ἕτερος ἁγιορείτης κανονολόγος τῆς ἐποχῆς καὶ συνεκφραστὴς τῶν ἀρχῶν τοῦ πνευματικοῦ κινήματος τῶν λεγόμενων Κολλυβάδων, Χριστόφορος Προδρομίτης, ποὺ συμφωνοῦσε ἀπόλυτα μὲ τὸν Νικόδημο γιὰ τὸν τρόπο προσελεύσεως τῶν αἱρετικῶν κληρικῶν στὴν Ἐκκλησία, ἦταν πεπεισμένοι ὅτι οἱ θέσεις τους θεμελιώνονται στὸ ἔθος τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ὑπόθεση οἰκονομίας ἢ ἐπιείκειας, ἀλλὰ ἑνὸς ἔθους ποὺ καθόριζε γιὰ αἰῶνες τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη, ἐκφράζοντας τὸ κανονικὸ συνειδός. Καὶ οἱ δύο γνώριζαν πολὺ καλὰ ὅτι ὁ κανόνας 68 τῶν Ἀποστόλων ὁρίζει ὅτι: «τοὺς βαπτισθέντας ἢ χειροτονηθέντας παρὰ αἱρετικῶν οὔτε πιστοὺς οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατόν»[69], ὅμως προσέφυγαν στὸ ἔθος γιὰ νὰ τεκμηριώσουν τὴ θέση τους, καθ᾽ ὃν τρόπον καὶ οἱ ὑποστηρικτὲς τοῦ Φωτίου γιὰ νὰ τεκμηριώσουν τὴν ἀθρόον χειροτονία. Ἐξάλλου θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν ὑποστηρικτὴ καὶ τὸν ἅγιο Θεόδωρο τὸν Στουδίτη, ὁ ὁποῖος σὲ ἕνα ἀντίστοιχο ἐρώτημα ἀποφαίνεται μὲ τὰ παρακάτω: «Τὸ δὲ εἰρηκέναι σε μὴ διακρῖναι τὸν κανόνα, ἀλλ’ ὁριστικῶς ἀποφᾶναι τοὺς ἀπὸ αἱρετικῶν χειροτονηθέντας ἢ βαπτισθέντας οὔτε κληρικοὺς εἶναι δυνατὸν οὔτε πιστούς, ἐκεῖνο λόγιζου, ὅτι αἱρετικοὺς ὁ ἀποστολικὸς κανὼν ἐκείνους ἔφη, τοὺς μὴ εἰς ὄνομα Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος βαπτισθέντας ἢ βαπτίζοντας καὶ τοῦτο ἐκ θείας φωνῆς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου διδασκόμεθα»[70].

Εἶναι δεδομένο ὅτι γιὰ τοὺς δύο ἁγιορεῖτες κανονολόγους, ὅπως καὶ γιὰ πολλοὺς πατέρες, ἡ ποιμαντικὴ πράξη τῆς Ἐκκλησίας ἔχει πλουραλιστικὸ περιεχόμενο, χωρὶς κατ᾽ ἀνάγκη αὐτὴ νὰ περιορίζεται σὲ ὅσα ὁ κανονικὸς νομοθέτης ὅριζε πρωτίστως γιὰ τὴν ἐποχή του. Τὸ ἄνοιγμα στὸν πλουραλισμό, τὸ ὁποῖο καταγράφεται συχνὰ στὶς πηγές, εἶναι μία κίνηση ποὺ στοχεύει στὸ ποιμαν­τικὸ ὄφελος.

5. Μία κοινὴ προσέγγιση σὲ ἕνα συναφὲς ἐπίμαχο θέμα

Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, Μακαριώτατε, πρὶν ὁλοκληρώσω τὸν λόγο νὰ ἀναφερθῶ μὲ συντομία σὲ ἕνα ἀκόμη σημαντικὸ θέμα, προκειμένου νὰ ἐπιστηρίξω τὴν παραπάνω θέση. Ὁ Φώτιος, σὲ μία σημαντικὴ ἐπιστολή του πρὸς τὸν Λέοντα, ἀρχιεπίσκοπο Καλαβρίας, ἀντιμετωπίζει καίρια κανονικὰ προβλήματα, ποὺ ἀνέκυψαν ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία στοὺς Σαρακηνούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ θέμα τῆς ἐγκυρότητος τοῦ βαπτίσματος τῆς ἀνάγκης. Συγκεκριμένα στοὺς τόπους, ὅπου ἡ βαρβαρικὴ τυραννίδα ἐμπόδιζε τὴν παρουσία ἱερέων, κατὰ τὸν Φώτιο, θὰ μποροῦσε νὰ τελεσθεῖ τὸ βάπτισμα καὶ ἀπὸ «ἀνίερο» πρόσωπο. Τὸ βάπτισμα τῆς ἀνάγκης θεωρεῖται ἀπὸ τὸν Φώτιο ὅτι εἶναι ποιμαντικὰ ἐπιβεβλημένο καὶ ἐπωφελές. Ὁ ἴδιος, ὅσον ἀφορᾶ στὴν κανονικὴ πτυχὴ τοῦ θέματος, ὑποστήριξε ὅτι ὅσοι δέχτηκαν ἕνα τέτοιο βάπτισμα, ὅταν καταπαύσουν οἱ λόγοι τῆς ἀνάγκης καὶ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἔργο λειτουργήσει ἐλεύθερα, θὰ πρέπει μόνο νὰ χρισθοῦν «ἅπαξ τοῦ θείου μύρου», καὶ στὴ συνέχεια «ἐν ἑπτὰ ἡμέραις» νὰ τελειωθοῦν[71]. Ἡ τέλεση τῆς βάπτισης ἀπὸ «ἀνίερο» δὲν ἐμπόδιζε τὸν Φώτιο νὰ ὑποστηρίξει τὴν ἐγκυρότητα τοῦ μυστηρίου καὶ μάλιστα μὲ πολὺ ξεκάθαρο τρόπο. «Κἂν γὰρ ἀτελὲς (τὸ τοιοῦτον βάπτισμα), ὅμως τῇ ἐπικλήσει τῆς Παναγίας Τριάδος καὶ τῷ πιστῷ σκοπῷ τῶν ἐπικαλουμένων, τῇ τε πίστει τῶν ὑποδεχομένων, τετίμηται· διὸ οὐδὲ ἔμπαλιν βαπτίσαι τῷ ὕδατι τοὺς βαπτισθέντας ὁρίζω, ἵνα μὴ ἀναβαπτίσαι δόξωμεν»[72]. Ὁ Φώτιος τεκμηριώνει τὴ θέση του μὲ ἕνα κανονικὸ ἀξίωμα ποὺ προεβλήθη παλαιότερα ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Θεολόγο («ἐν οἷς γὰρ τὰ τῆς ἐλπίδος ἀμφίβολα, τὸ χρηστὸν μᾶλλον αἱρεῖσθαι χρή»[73]), διατυπούμενο ὅμως ἀπὸ τὸν ἴδιο πιὸ ἐλεύθερα: «καὶ γὰρ οὕτως ἔχω ἐν τοῖς ἀμφιβόλοις νεύειν χρῆναι πρὸς τὸ φιλάνθρωπον καὶ ἀπογινώσκειν μᾶλλον ἢ καταγινώσκειν τῶν ὑπαιτίων»[74].

Στὸ ἴδιο πνεῦμα συστοιχοῦν ἀργότερα καὶ οἱ δύο ἁγιορεῖτες κανονολόγοι, οἱ ὁποῖοι καταχώρησαν στὴν ὕλη τῶν κανονικῶν τους συλλογῶν σχετικὸ σχόλιο στὸν 24ο κανόνα τοῦ Νηστευτῆ. Οἱ θέσεις τους ὅμως ἀντικρούσθησαν καὶ πάλιν ἀπὸ τὸν Βουλησμᾶ, ποὺ ἀπαίτησε τὴ διαγραφὴ τῶν δύο σχολίων. Κατ’ αὐτόν, ἕνα βάπτισμα ποὺ τελεῖται ἀπὸ «ἀνίερο», ὅπως καὶ τὸ βάπτισμα ποὺ τελεῖται ἀπὸ αἱρετικό, εἶναι ἄκυρα. Μὲ τὸν Βουλησμᾶ θὰ συμφωνοῦσε ἀπολύτως καὶ ὁ Ἀθανάσιος ὁ Πάριος, ὁ ὁποῖος σὲ ἕνα πολὺ σύντομο κείμενο, ποὺ περιέχεται στὸν κώδικα Ξενοφῶντος 88, μεταπλάθει μία παλαιότερη κανονικὴ ἀρχή[75], κατὰ τὴν ὁποία, «ὅτι δὲν ἔχει κάποιος», ἐν προκειμένῳ τὴ χάρη τῆς ἱερωσύνης, «δὲν μπορεῖ καὶ νὰ μεταδώσει», δηλαδὴ τὴν ἐγκυρότητα στὰ τελεσιουργούμενα[76]. Ὅμως οἱ Νικόδημος καὶ Χριστοφόρος, οἱ συμφρονοῦντες μὲ αὐτὸν σὲ ἄλλα θέματα, ὅπως ἐκεῖνο τῆς συχνῆς μετοχῆς στὴ θεία Εὐχαριστία, ἔβλεπαν τὸ βάπτισμα τῆς ἀνάγκης, ὅπως τὸ καθόρισε ἡ σταθερὴ κανονικὴ καὶ ποιμαντικὴ πράξη, καθ’ ὃν τρόπο ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τὸν Φώτιο. Ἔτσι ὁ Χριστοφόρος, μετὰ τὶς λογοκρισίες τοῦ Βουλησμᾶ, ποὺ διασώζονται στὸ χειρόγραφο Παντελεήμονος 144, ἐπανῆλθε καὶ σὲ συνεννόηση μὲ τὸν τυπογράφο, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κριτῆ καὶ τοῦ πατριαρχείου, ἐνέταξε στὸ ἔντυπο Κανονικὸν τὸ διαγραφὲν σχόλιο[77].

6. Τὸ μήνυμα τῶν πηγῶν

Ὁ Φώτιος σὲ κάποια ἀποστροφὴ τοῦ λόγου του στὴ Βιβλιοθήκη προτρέπει τὸν ἀναγνώστη νὰ λαμβάνει σοβαρὰ ὑπόψη ἕνα «παλαιὸν νόμον καὶ κανόνα»: «… μὴ δεῖν ἐκ μέρους τὰ συγγράμματα κρίνειν (προφανῶς καὶ τὶς συνοδικὲς-κανονικὲς ἀποφάσεις), μηδ’ ἀποσπαράγματα τινὰ λαμβάνοντας διὰ τούτων τὴν ὅλην τοῦ γράφοντος ἐνδιαβάλλειν διάνοιαν· τοῖς γὰρ τοιούτοις καὶ ὁ προφήτης ἐπαφίησιν τὴν ἀράν· Οὐαὶ τοῖς προφητεύουσιν, λέγων, ἀπὸ καρδίας αὐτῶν καὶ τὸ καθόλου μὴ βλέπουσιν. Τοῦτον δὲ τὸν παλαιὸν νόμον καὶ κανόνα καὶ τῶν ἱερῶν ἡμῶν πατέρω αἱ ψῆφοι κρατύνουσιν»[78].

Τὸ «καθόλου», προκειμένου περὶ τοῦ Πηδαλίου καὶ περὶ τοῦ Κανονικοῦ τοῦ Χριστοφόρου, προσλαμβάνεται ἀπὸ τὴ συστηματικὴ μελέτη τῶν πηγῶν. Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἐπισημανθεῖ ὅτι στὸ Πηδάλιον, ὁ συγγραφέας οὐδέποτε ἐπικαλεῖται τὸν Ὅρο τοῦ 1756. Κρατᾶ ἐπίμονα ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν ἔριδα ποὺ ταλαιπώρησε τὴν Ἐκκλησία κατὰ τὰ μέσα τοῦ 18ου αἰώνα. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλός. Ὁ μεγάλος ἁγιορείτης διδάσκαλος δὲν συμμεριζόταν ὅλες ἐκεῖνες τὶς φανατικὲς ἐκδηλώσεις ποὺ ἔφταναν σὲ πρωτοφανεῖς βαρβαρότητες καὶ μάλιστα ἐν ὀνόματι τῆς κανονικῆς ἀκριβείας, οὔτε καὶ τὴν ἰδιοτελῆ ἐκμετάλλευση τῆς ὀρθοδοξίας, προκειμένου ἐκκλησιαστικοὶ ποιμένες, μὴ ἑξαιρουμένου καὶ τοῦ Κυρίλλου, νὰ ἀγρεύουν ὀπαδούς, ὥστε νὰ ἐπιτύχουν διὰ τῆς συνεργίας τους ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα, στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίλλου τὸν θρόνο τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπως μαρτυροῦν οἱ σχετικὲς πηγὲς τῆς ἐποχῆς[79]. Ὁ Νικόδημος ἐκινεῖτο ἀποκλειστικὰ στὸ πλαίσιο ποὺ ἔθετε τὸ ἦθος τῆς μοναχικῆς του ἰδιότητος καὶ οἱ ἐκκλησιαστικές του πηγές. Εἶναι ἐπίσης σημαντικὸ γιὰ τὴν πρόσληψη τοῦ «καθόλου» νὰ ἔχουμε κριτικὴ προσέγγιση τῶν πηγῶν. Μπορῶ ἐδῶ νὰ προσθέσω ὡς τελευταῖο παράδειγμα ἐκεῖνο ποὺ ὑπάρχει πρὸς τὸ τέλος τοῦ σχολίου στὸν κανόνα τοῦ Κυπριανοῦ Καρχηδόνος, ὕστερα ἀπὸ τὴ λέξη «ἄλλος», στὸ ὁποῖο ἐπὶ λέξει ἀναφέρεται ὅτι: «... ἡ οἰκονομία ὁποὺ πρὸς καιρὸν ἐμεταχειρήσθησάν τινες πατέρες οὔτε νόμος οὔτε παράδειγμα δύναται νὰ νομισθῇ· ἀλλὰ καὶ ἂν ἴσως τινὰς καλῶς ἐρευνήσῃ μέλλει νὰ εὕρῃ τοὺς αἱρετικοὺς τούτους ὅπου οἰκονομικῶς ἐδέχθη ἡ Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος νὰ ἦσαν οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς τότε εἰς αἵρεσιν πεσόντας ἱερωμένους βεβαπτισμένοι καὶ διὰ τοῦτο ἐμεταχειρίσθη τὴν οἰκονομίαν αὐτήν. Ἡ ἀλήθεια ὅμως τῆς θείας Γραφῆς καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος δεικνύουν ὅτι πάντες οἱ αἱρετικοὶ πρέπει νὰ βαπτίζωνται»[80]. Αὐτὸ τὸ κείμενο δὲν ἀνήκει στὸν Νικόδημο ἀλλὰ στὸν Θεοδώρητο Ἐσφιγμενίτη[81], ὁ ὁποῖος προσπάθησε νὰ νοθεύσει τὸ ἔντυπο Πηδάλιον, προσθέτοντας πολλὰ ἄτοπα[82]. Καὶ ὅμως κάποιοι ποὺ ὑποστηρίζουν τὸν ἀναβαπτισμὸ τῶν αἱρετικῶν στηρίζονται καὶ σὲ αὐτὸ τὸ σχόλιο ποὺ εἶναι νόθο.

Οἱ «τολμηρίες» τοῦ Θεοδωρήτου φαίνεται ἀπὸ τὶς πηγὲς ὅτι ἦταν πράξη ἐκδίκησης πρὸς τὸν Νικόδημο, γιατὶ ὁ δεύτερος, κρίνοντας τὸ ἔργο τοῦ Θεο­δωρήτου Ἑρμηνεία εἰς τὴν ἱερὰν Ἀποκάλυψιν, ἀπέρριψε τὸν ἰσχυρισμὸ τοῦ συγγραφέα ὅτι ὁ Μωάμεθ καὶ ὁ πάπας εἶναι οἱ ἀντίχριστοι[83]. Ὁ Νικόδημος ἔβλεπε πολὺ πιὸ ὥριμα καὶ θεολογικὰ τὸ θέμα, ἐνῶ ὁ Θεοδώρητος τὸ προσέγγιζε ἰδεολογικά, γι᾽ αὐτὸ καὶ ἐκδήλωσε τὴν ἐμπάθειά του μὲ τὶς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ συγγραφέα προσθῆκες στὸ ἔντυπο Πηδάλιον. Στὴν πραγματικότητα ἡ συγκεκριμένη πράξη μαρτυρεῖ τὴ σύγκρουση δύο διαφορετικῶν θεολογικῶν «κόσμων»: ἐκείνου ποὺ τεκμηριώνει τὴ διδασκαλία στὰ κείμενα τῆς παραδόσεώς μας καὶ τοῦ ἄλλου ποὺ κινεῖται στὸν πλάνο δρόμο τῶν ἰδεοληψιῶν, ποὺ συνήθως κάνει «χρήσεις» ὄχι τοῦ «καθόλου», ἀλλὰ τῶν «ἀποσπαραγμάτων».

Τὸ «καθόλου» ἐκφράζεται ἀπὸ τὸ φρόνημα τῶν πατέρων, θὰ ἔλεγα ἔτσι ὅπως διατυπώθηκε παραπάνω. Τὰ «ἀποσπαράγματα» ἐκφράζον­ται ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν νοοτροπία τῆς ἀποτειχίσεως, οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ φαίνονται ὅτι ὑποστηρίζουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ πράξη, στὴν πραγματικότητα πορεύονται κατὰ «τὸ θέλημα τῶν καρδιῶν αὐτῶν», ὅπως παλαιότερα ὁ Μελήτιος καὶ οἱ ὀπαδοί του στὴν Ἀλεξάνδρεια. Αὐτοὶ ὑποστηρίζοντας τὴν ἀκρίβεια ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀποδοχὴ τῶν πεπτωκότων, τελικὰ ἀπεσχίσθησαν ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα, δια­κόπτοντας τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἅγιο Πέτρο Ἀλεξανδρείας, καὶ στὴ συν­έχεια κατέληξαν στὸν Ἀρειανισμό. Ἔτσι, κατὰ τὸν Ἐπιφάνιο Κύπρου, αὐτοὶ «φεύγοντες τὸν καπνὸν εἰς πῦρ ἐνέπεσον»[84], ποὺ εἶναι, δυστυχῶς, ἡ μοιραία κατάληξη ὅσων ἐπιλέγουν τὴν ἰδιογνωμοσύνη καὶ ὄχι τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα.

 * Εἰσήγηση στὴν Ἱερὰ Μονὴ Πεντέλης, 6 Φεβρουαρίου 2017 (ἑορτὴ τοῦ Μ. Φωτίου).

[1]   Γιὰ τὸν οἰκουμενικὸ χαρακτήρα τῆς συνόδου (879/880) βλ. Παύλου Μενεβίσογλου, Μητροπολίτου Σουηδίας καὶ πάσης Σκανδιναβίας, Ἱστορικὴ εἰσαγωγὴ εἰς τοὺς κανόνας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, Στοκχόλμη 1990, σσ. 510-511. Στὰ Πρακτικὰ τῆς συνόδου οἱ Πατέρες τὴν χαρακτηρίζουν «οἰκουμενικήν», «ἐνδημοῦσαν», «μεγάλην», βλ. Δοσιθέου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, Τόμος χαρᾶς, ἐν ᾧ περιέχονται αἱ ἐπιστολαὶ Φω­τίου τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ ὀγδόη σύνοδος, Τὰ ἀντιρρητικὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ πάπα τῆς Ρώμης Νικολάου ἰατροφιλοσόφου, Λόγος Μελετίου Ἀλεξανδρείας κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ πάπα, Διάλογος ἱερομνήμονος μοναχοῦ μετά τινος ἑτέρου μοναχοῦ κατὰ Λατίνων, τυπωθεὶς ἐν τῇ ἐπισκοπῇ Ρημνίκου …, ἐν ἔτει 1705, β΄ ἔκδ. Θεσσαλονίκη 1985, εἰσαγωγὴ-σχόλια-ἐπιμέλεια κειμένων Κ. Σιαμάκη (στὸ ἑξῆς Τόμος χαρᾶς), σσ. 358, 365, 366, 367, 370, 375, 377, 380 (οἰκουμενική), 286, 365 (ἐνδημοῦσα), 377 (μεγάλη) κ.ἀλ. Εἶναι σημαν­τικὸ νὰ μελετηθεῖ καὶ νὰ ἀξιολογηθεῖ σὲ βάθος ἡ ὁρολογία τῶν πηγῶν σχετικὰ μὲ τὸν χαρακτηρισμὸ τῶν συνόδων τῆς β´ χιλιετίας, π.χ. ὁ Θεόδωρος Βαλσαμὼν ὀνομάζει καὶ τὴν Πρωτοδευτέρα «ἁγίαν καὶ οἰκουμενικὴν σύνοδον», βλ. Ἀποκρίσεις 23 καὶ 30 πρὸς Μάρκο Ἀλεξανδρείας, ΡΠΣ, Δ´, σ. 465 καὶ σ. 475 ἀντίστοιχα.

[2]   Τόμος χαρᾶς, σσ. 324-328 (=Mansi, 17, στ. 449-456).

[3]   Τόμος χαρᾶς, σσ. 275-286 (=Mansi, 17, στ. 396-408).

[4]   Τόμος χαρᾶς, σ. 289-292 (=Mansi, 17, στ. 412-417).

[5]    Τόμος χαρᾶς, σ. 326 (=Mansi, 17, στ. 453). Βλ. π. Φιλίππου Ζυμάρη, Τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόον χειροτονίας, Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς 87 (2004) 344-345.

[6]  Τόμος χαρᾶς, σ. 292 (=Mansi, 17, στ. 416). Ἡ συνάφεια τοῦ κειμένου, στὶς σχετικὲς ἀναφορὲς ποὺ ὑπάρχουν στὰ Πρακτικὰ τῆς συνόδου, ἐπιτρέπει τὴν ὑπόθεση ὅτι ὁ «κανόνας» ποὺ θεσπίστηκε ἀπὸ τοὺς Ἀδριανὸ καὶ Ταράσιο σχετίζεται μὲ τὴν ἀρχὴ ὅτι: τὸ σπάνιο δὲν πρέπει νὰ γίνει νόμος.

[7]  Τόμος χαρᾶς, σ. 326 (=Mansi, 17, στ. 452).

[8]   Ὅπ.π.

[9]   Τόμος χαρᾶς, σ. 373 (=Mansi, 17, στ. 508).

[10]  Βλ. Τόμος χαρᾶς, σ. 347 (=Mansi, 17, στ. 468-469), Τόμος χαρᾶς, σσ. 357-358 (=Mansi, 17, στ. 485-488) τὴν τοποθέτηση στὴ σύνοδο τοῦ Πέτρου πρεσβύτερου καὶ καρδιναλίου. Παρομοίως ἡ εἰρήνευση τῶν Ἐκκλησιῶν ὑπογραμμίζεται καὶ ἀπὸ ἄλλα μέλη τῆς συνόδου.

[11]  Τόμος χαρᾶς, σσ. 334-335 (=Mansi, 17, στ. 460): «Τὸ αὐτὸ μὲν ποιεῖν οὐκ ἠμέλησεν (ὁ Φώτιος), οὐκ ἐν ἑαυτῷ δὲ μόνῳ οὐδὲ ἐν τῷ ὑπὸ χεῖρᾳ λαῷ τὴν εὐσέβειαν περιέγραψεν, ἀλλὰ μικροῦ πᾶσαν ἐπῆλθε τοῖς λόγοις τὴν γῆν, τῆς πλάνης τοὺς ἀνθρώπους ἐπιστρεφόμενος. Καὶ μάρτυς ἡ Ἀρμενίων χώρα ἥ τε Μεσοποταμία καὶ ἔθνη ὁλόκληρα, βαρβαρικὸν καὶ ὠμὸν τὸ πρὶν διαζῶντα βίον, ταῖς αὐτοῦ διδασκαλίαις τῆς πρὶν ἀπαλλαγέντα πλάνης καὶ πρὸς τὸ φῶς χειραγωγηθέντα δι᾽ αὐτοῦ τοῦ τῆς σωτηρίας κηρύγματος, καὶ ὅσους ἂν τὶς τῷ λόγῳ παραστῆσαι βουληθείῃ, πολὺ τῶν ἔργων καταδεεστέρους ἀποδείξει». Γιὰ τὸ ἴδιο θέμα ἀναφέρεται καὶ ὁ ἴδιος ὁ πατριάρχης Φώτιος στὴν Ἐγκύκλιον ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς χρόνους, βλ. PG 102, 721 ἑξ. (=L. G. Westerink et B. Laourdas, Ἐπιστολὴ 2, στίχ. 38 ἑξ.). Γιὰ τὴ συμβολὴ τοῦ Φωτίου στὸν διάλογο μὲ τοὺς Ἀρμενίους βλ. Ιωάν. Καρμίρη, Σχέσεις τῶν Ὀρθοδόξων καὶ Ἀρμενίων, ἰδίως ὁ κατὰ τὸν ιβ´ αἰῶνα θεολογικὸς διάλογος μεταξὺ αὐτῶν, Ἀθῆναι 1957, σσ. 23-25. Ἐπίσης ἡ προσωπικότητα τοῦ Φωτίου προβάλλεται καὶ ἀπὸ ἄλλους πατέρες τῆς συνόδου, βλ. Τόμος χαρᾶς, σσ. 356-357 (=Mansi, 17, στ. 484): «Τοσοῦτον ἡ ἀρετὴ τοῦ ἁγιωτάτου (πατριάρχου Φωτίου) περιήστραψεν εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, ὥστε καὶ αὐτοὶ οἱ Σαρακηνοὶ οἱ τῇ ἀπιστίᾳ κατεχόμενοι ἀπέστειλαν πρὸς τὸν ἁγιώτατον ἡμῶν δεσπότην γράμματα, οἱ μὲν διδασκαλίαν αἰτούμενοι καὶ τοῦ σωτηρίου βαπτίσματος ἀξιωθῆναι καὶ εἰς τὴν δουλείαν καὶ ὑποταγὴν τῶν ἁγιωτάτων βασιλέων ἡμῶν ἑαυτοὺς παραδοῦναι, οἱ δὲ καὶ τέως οὔπω μὲν τὴν πίστιν μεταβαλεῖν ὁμολογοῦντες, δοῦλοι δὲ καὶ ὑποτελεσταὶ παρακαλοῦντες γενέσθαι τοῦ θεοπροβλήτου ἡμῶν βασιλέως διὰ μεσιτείας τοῦ ἁγιωτάτου ἡμῶν πατριάρχου, καὶ ὡς ὁρᾶτε, ἰδοὺ αὗται αἱ ἐπιστολαὶ τῶν ἀμηράδων εἰσὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ἢ οὐκ ἐστὶν αὕτη ἡ ἐπὶ τὸ κρεῖττον ἀλλοίωσις καὶ ἡ τοιαύτη μεταβολὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ; Ἡ ἁγία σύνοδος εἶπε· Πᾶσι τοῦτο φανερὸν γέγονε, καὶ ὅτι ὁ Θεὸς οἰκεῖ ἐν αὐτῷ, οὐδεὶς ἀγνοεῖ. Οἱ ἁγιώτατοι τοποτηρηταὶ τῆς πρεσβυτέρας ῾Ρώμης εἶπον· Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἔμπνευσις αὐτοῦ τοιοῦτον φῶς δέδωκεν εἰς τὴν καθαρὰν ψυχὴν τοῦ ἁγιωτάτου πατριάρχου, ὅτι λαμπρύνει καὶ φωτίζει πᾶσαν τὴν κτίσιν, ὥσπερ γὰρ ὁ ἥλιος, κἂν εἰς μόνον τὸν οὐρανὸν περιέρχεται, ὅμως ὅλον τὸν περίγειον κόσμον φωτίζει, οὕτω καὶ ὁ δεσπότης ἡμῶν ὁ κύριος Φώτιος, κἂν καθέζηται εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀλλὰ καὶ τὴν σύμπασαν κτίσιν δᾳδουχεῖ καὶ καταλάμπει».

[12]  «… ἀλλὰ τό γε σπάνιον οὐδαμοῦ νόμον τῆς Ἐκκλησίας τιθέμενοι», ΡΠΣ, Β΄, σ. 701. Ἡ ἴδια ἀρχὴ ὑποστηρίζεται ἐπανειλημμένα καὶ στὴ σύνοδο τῆς Ἁγίας Σοφίας, πάντοτε ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ πάπα. Μὲ αὐτὸ τὸ δεδομένο μπορεῖ κάποιος νὰ ὑποθέσει ὅτι ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ ποὺ γίνεται στὸν κανόνα 17 τῆς Πρωτοδευτέρας ἴσως ὀφείλεται σὲ δυτικὴ παρέμβαση, βλ. Τόμος χαρᾶς, σ. 284 (=Mansi, 17, στ. 405):
«… τὰ γὰρ σπάνια ἀγαθὰ οὐ δύναται νόμος εἶναι τοῖς πολλοῖς». Τόμος χαρᾶς, σ. 327 (=Mansi, 17, στ. 457): «… οὐ χρὴ τὸ σπάνιον νόμον γίνεσθαι». Τόμος χαρᾶς, σ. 359 (=Mansi, 17, στ. 488): «… τὰ γὰρ γινόμενα σπάνια, εἰ καὶ λίαν ἀγαθὰ εἴη, νόμος τοῖς μετέπειτα καθίστασθαι οὐ δύναται». Ἡ συγκεκριμένη ἀρχὴ ἀπαντᾶται στὸν Γρηγόριο Θεολόγο, Εἰς τὰ ἅγια Φῶτα, Λόγος 17, PG 36, 352: «ἀλλ’ οὐ νόμος Ἐκκλησίας τὸ σπάνιον».

[13]  Βλ. τὸ τελευταῖο χωρίο τῶν Πρακτικῶν στὴν προηγούμενη παραπομπή.

[14]  Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης ἀπαγόρευσε τὸ 769, μὲ ἀφορμὴ τὴν ἐκλογὴ δύο ἔτη πρὶν (767) τοῦ λαϊκοῦ Κωνσταντίνου Νέπι καὶ τὴ χειροτονία του, τὴ μία ἡμέρα σὲ ὑποδιάκονο καὶ διάκονο καὶ τὴν ἑπόμενη σὲ ἐπίσκοπο Ρώμης. Ἡ σύνoδος τοῦ 769 ἀποφάσισε ὅτι στὸ ἑξῆς γιὰ νὰ ἐκλεγεῖ πάπας ἔπρεπε νὰ εἶχε χειροτονηθεῖ σὲ ὅλους τοὺς προηγούμενους βαθμοὺς τῆς ἱερωσύνης καὶ ὅτι μόνον οἱ καρδινάλιοι διάκονοι καὶ οἱ καρδινάλιοι πρεσβύτεροι μποροῦσαν τελικὰ νὰ θεωροῦνται ὑποψήφιοι γιὰ τὴν Ἁγία Ἕδρα. Βλ. π. Φίλιππου Ζυμάρη, Τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόον χιεροτονίας, ὅπ.π., σσ. 234, 237 ἑξ. Γιὰ τὴ χειροτονία τοῦ πάπα Κωνσταντίνου Νέπι βλ. J. B. Gibaut, Τhe Clinical Cursus of Constantine of Nepi: Two accounts, Ecclesia Oriens 12 (1995) 195 – 205. Ἐπίσης βλ. σχετικὰ π. Φιλίππου Ζυμάρη, Ἡ ἱστορική, δογματικὴ καὶ κανονικὴ σπουδαιότης τῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως (879-880), ἀδημ. διδακτορικὴ διατριβή, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 119-163.

[15]  ΡΠΣ, Γ΄, σ. 256 (=P.-P. Joannou, Discipline, I2, σ. 173).

[16]  Βλ. Ιωάννη Ζωναρά, σχόλιο στὸν 10/Σαρδ., ΡΠΣ, Γ´, σ. 256.

[17]  Τόμος χαρᾶς, σ. 329 (=Mansi, 17, στ. 456).

[18]  Γιὰ τὸν κανόνα 2 τῆς Πενθέκτης βλ. Παύλου Μητροπολίτου Σουηδίας (Μενεβίσογλου), Ὁ β΄ κανὼν τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Τιμητικὸν ἀφιέρωμα εἰς τὸν Μητροπολίτην Κίτρους Βαρνάβαν ἐπὶ τῇ 25ετηρίδι τῆς ἀρχιερατείας του, Ἀθῆναι 1980, σσ. 259-281. Του Ιδίου, Ἱστορικὴ εἰσαγωγή, ὅπ.π., σσ. 73-83.

[19]  Τόμος χαρᾶς, σσ. 329-330 (=Mansi, 17, στ. 456).

[20]  Τόμος χαρᾶς, σ. 330 (=Mansi, 17, στ. 457). Βλ. σχετικὰ καὶ Κ. Γ. Πιτσάκη, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ κείμενα τῶν Βυζαντινῶν Κανονολόγων, Μνήμη ἁγίων Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Μεγάλου Φωτίου Ἀρχιεπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως, Πρακτικὰ Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου (14-17 Ὀκτωβρίου 1993), ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, Θεσσαλονίκη 1994, σσ. 166-167.

[21]    21. Βλ. ἐνδεικτικὰ Θ. Ξ. Γιάγκου, Κανονικὲς μαρτυρίες σὲ βίους Κυπρίων ἁγίων (Σπυρίδωνος Τριμυθοῦντος, Ἐπιφανίου Κωνσταντίας, Ἰωάννου Ἐλεήμονος), Κυπρια­κὴ ἁγιολογία, Πρακτικὰ Α΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου, ἐπιμ. Θ. Ξ. Γιάγκου καὶ Πρωτοπρ. Χρυσόστομος Νάσσης, Ἁγία Νάπα - Παραλίμνι 2015, σ. 180 ἑξ. Βλ. ἐπίσης π. Φιλίππου Ζυμάρη, Τὸ φαινόμενον τῆς ἀθρόον χειροτονίας, ὅπ.π., σσ. 244-245 καὶ Του Ιδίου, Ἡ ἱστορική, δογματικὴ καὶ κανονικὴ σπουδαιότης, ὅπ.π., σ. 120 ἑξ.

[22]  ΡΠΣ, Γ΄, σ. 256 (=P.-P. Joannou, Discipline, I2, σ. 173).

[23]  Στὸν 10/Σαρδ. ὁρίζεται: «Ἕξει δὲ ἑκάστου τάγματος ὁ βαθμὸς οὐκ ἐλαχίστου δηλονότι χρόνου μηνός, δι’ οὗ ἡ πίστις αὐτοῦ καὶ ἡ τῶν τρόπων καλοκαγαθία καὶ ἡ στερρότης καὶ ἡ ἐπιείκεια γνώριμος γενέσθαι δυνήσεται· καὶ αὐτὸς ἄξιος τῆς θείας ἱερωσύνης νομισθεὶς τῆς μεγίστης ἀπολαύει τιμῆς», ΡΠΣ, Γ΄, σ. 256 (=P.-P. Joannou, Discipline, I2, σσ. 173-174). Ὁ Ἰουστινιανὸς στὴν 123 νεαρὰ καθορίζει αὐτὸ τὸ διάστημα σὲ τρεῖς μῆνες παραμονῆς σὲ βαθμοὺς κατώτερους τοῦ ἀρχιερέα, προτοῦ ὁ ὑποψήφιος χειροτονηθεῖ ἐπίσκοπος, ὥστε νὰ διδαχθεῖ τοὺς κανόνες καὶ τὴ λειτουργικὴ τάξη, ἐκτὸς ἐὰν αὐτὸς διακρινόταν ἤδη γιὰ τὴν ὡριμότητά του. Ὁ Συμεὼν Θεσσαλονίκης, πολὺ ἀργότερα, γιὰ τὸ ἴδιο ζήτημα παρουσιάζεται τελείως ἐξαρτημένος ἀπὸ τὴ λειτουργικὴ τάξη, τὴν ὁποία σὲ ὅλο τὸ ἔργο του ὑπομνηματίζει μὲ θαυμασμό. Ὁ κληρικός, κατ’ αὐτόν, θὰ πρέπει νὰ παραμένει στοὺς ἐνδιάμεσους βαθμοὺς τουλάχιστον ἑπτὰ ἡμέρες, «διὰ τὴν τιμὴν τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος καὶ ὡς ἂν εἰς ἕξιν ἔλθῃ τοῦ ἔργου», Διάλογος, PG 155, 384D, 393CD. Ὁ Συμεὼν στὴν πραγματικότητα ἐπικαλεῖται θέση γνωστὴ στὴν κανονικὴ παράδοση, καθόσον κάτι τέτοιο ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν Βαλσαμῶνα (ΡΠΣ, Β΄, σσ. 702-703) καὶ ἀπὸ τὸν Νικήτα Θεσσαλονίκης: «Ἀλλὰ καὶ τὸν σήμερον χειροτονηθέντα διάκονον χειροτονηθῆναι καὶ πρεσβύτερον μετὰ τρίτην ἢ δευτέραν ἢ καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν, τέλειον κατὰ χρόνον, ἤτοι ἐτῶν τριά­κοντα καὶ μὴ κατά τι ἕτερον κωλυόμενον, οὐδεὶς μὲν κανὼν κωλύει ῥητῶς, εἰ μή τις ἐκεῖνο ἐξηγῆ, ὅπερ ὁ Θεολόγος ἐν τῷ εἰς Πεντηκοστὴν λόγῳ, περὶ τοῦ ἑπτά φησιν ἀριθμοῦ, ἐν ἑπτὰ ἡμέραις ὁ ἱερεὺς τελειούμενος (PG 36, 488). Ἀλλὰ τοῦτο οὐ νομοθετοῦντος ἐπὶ τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ ἀπαριθμουμένου, δι’ ὅσων ἐν τῇ παλαιᾷ τιμώμενος εὑρίσκεται ὁ ἑπτὰ ἀριθμός, δι’ ὃ ἐπάγει· ἐν ἑπτὰ δὲ ὁ λεπρὸς καθαιρούμενος. Εἰ δὲ τὸ τοῦ ἱερέως ὄνομα ἐπὶ μόνο πρεσβυτέρου καὶ οὐχὶ διακόνου ἐκδεχόμεθα, τὸ ἐν ἑπτὰ ἡμέραις ὁ ἱερεὺς τελειούμενος οὐ κωλύει τὸν σήμερον χειροτονηθέντα διάκονον ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν χειροτονηθῆναι καὶ πρεσβύτερον … Δεῖ γὰρ τέλειον τῶν ἱερουργικῶν ἔργων πεῖραν ἔχειν ἱκανήν …», A. Pavlov (ἐκδ.), Kanoniceskie otrety Nikity, mitropolita Saluskago (XII veka?), Vizantijkij Vremennik 2 (1895) 386. Βλ. καὶ Κ. Γ. Πιτσάκη, Liturgica graeca sunt, non leguntur: Τὰ λειτουργικὰ-κανονικὰ παραλειπόμενα τῆς συλλογῆς Bonefidius καὶ τῶν παραγώγων της, Γηθόσυνον σέβασμα. Ἀντίδωρον τιμῆς καὶ μνήμης εἰς τὸν μακαριστὸν καθηγητὴν τῆς Λειτουργικῆς Ἰωάννην Μ. Φουντούλην (?2007), τ. Β´, Θεσσαλονίκη 2013, σσ. 1634-1635. Του Ιδίου, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στὰ κείμενα τῶν Βυζαντινῶν Κανονολόγων, ὅπ.π., σσ. 152-153.

[24]  Βλ. Θ. Ξ. Γιάγκου, Κανονικὲς μαρτυρίες, ὅπ.π., σ. 177 ἑξ. Εἶναι χρήσιμο ἐδῶ νὰ ἐπισημανθεῖ ἡ παράλληλη ὁρολογία ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ βιογράφος Λεόντιος Νεα­πόλεως στὸν Βίο τοῦ Ἰωάννη Ἐλεήμονος (βλ. στοῦ Κ. Χατζηϊωάννου, Λεοντίου ἐπισκόπου Νεαπόλεως Κύπρου, Βίος τοῦ ἁγίου Ἰωάννη Ἐλεήμονος, Λευκωσία 1988, σ. 128: «Τοῦτο δὲ ἦν τὸ θαυμασιώτερον τοῦ ἐν ἁγίοις, ὅτι οὔτε τὸν μονήρη βίον ἀσκήσας, οὔτε ἐν κλήρῳ πρὸ τῆς χειροτονίας αὐτοῦ εἰς πατριαρχεῖον διατρίψας ἐν ἐκκλησίᾳ, ἀλλὰ καὶ γυναικὶ νομίμῳ προσομιλήσας, οὕτω τῆς καταστάσεως ἐκράτησε ἀπὸ κάλιγος εἰς πατριάρχην χειροτονηθεὶς») μὲ αὐτὴ τοῦ πάπα Ἰωάννη Η΄ στὴν Ἐπιστολή του πρὸς τὰ μέλη τῆς συνόδου, προκειμένου περὶ τοῦ Φωτίου (Τόμος χαρᾶς, σσ. 325-326 =Mansi, 17, στ. 452: «ὅτι ἀπὸ κοσμικοῦ τάγματος καὶ βασιλικῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ καλίγων, εἰς τὸν μέγαν θρόνον ἀνῆλθε καὶ οὐ κατὰ τοὺς παρ’ ἡμῖν κανόνας κατέστη πατριάρχης»). Γιὰ τὴν ἔννοια τῆς φράσεως ἀπὸ κάλιγος, βλ. Κ. Σιαμάκη στὸ Τόμος χαρᾶς, σ. 326, ὑποσ. 3.

[25]  Ἡ μὴ σύνδεση τῆς χειροτονίας τοῦ ἐπισκόπου μὲ τὴ θεία λειτουργία μπορεῖ νὰ συναχθεῖ ἀπὸ τὴν αἰθιοπικὴ μετάφραση τῆς Ἀποστολικῆς Παραδόσεως τοῦ Ἱππολύτου Ρώμης, P. Bradshaw, M. Johnson, E. Phillips, The Apostolic Tradition, Minneapolis 2002, σ. 24 καὶ ἀπὸ σχετικὰ κεφάλαια τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν (VIII, 4-6) βλ. X. Funk, Didascalia et Constitutiones Apostolorum, Paderbonae 1905 (Torino 1979), σσ. 472-476. Βλ. περισσότερα γιὰ τὴ σύνδεση τῶν μυστηρίων μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία στοῦ Ν. Μιλόσεβιτς, Ἡ θεία Εὐχαριστία ὡς κέντρον τῆς θείας λατρείας. Ἡ σύνδεσις τῶν μυστηρίων μετὰ τῆς θείας Εὐχαριστίας, Θεσσαλονίκη 2005, ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ προβληματικὴ καὶ βιβλιογραφία. Στὸν Βίο τοῦ Ἐπιφανίου Κύπρου ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς σχετικὰ μὲ τὴ χειροτονία τοῦ Πολυβίου Ρινοκουρούρων: «Ὅτε δὲ ἐπληρώθη πᾶσα ἡ ἀκολουθία (σημ.: ἐδῶ δὲν διευκρινίζεται ποιά ἀκολουθία ἐννοεῖται), τότε ἀπέστειλε (ὁ Ἐπιφάνιος) ἕνα τῶν διακόνων καὶ ἤγαγέν με (δηλ. τὸν Πολύβιο) ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐχειροτόνησέν με πρεσβύτερον καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ φόβου ἔπεσα ἐπὶ τῆς κλίνης καὶ ἤμην συνεχόμενος ἐπὶ κρεββάτου …», PG 41, 80B.

[26]  PG 41, 68D. Βλ. σχετικὰ καὶ τὴν ἀνέκδοτη μεταπτυχιακὴ ἐργασία τῆς Θεο­φανης Μ. Βουτση, Λειτουργικὲς μαρτυρίες στοὺς βίους τῶν ὁσίων, Θεσσαλονίκη 2010, σ. 48 ἑξ. Βασιλικης Λεονταρίτου, Πληροφορίες Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου στὶς ἁγιολογικὲς πηγὲς τοῦ 4ου αἰώνα, Analecta Atheniensia ad Jus Byzantinum Spectantia, I [Forschungen zur byzantinischen Rechtsgeschichte, Athener Reihe, 10, ἐπιμ. Σπ. Ν. Τρωιάνος], Ἀθήνα - Κομοτηνὴ 1997, σ. 15 ἑξ.

[27]  Τόμος χαρᾶς, σ. 333 (=Mansi, 17, στ. 457).

[28]  Ὅπ.π.

[29]  «Τὸ ἄγραφον ἔθος τῆς Ἐκκλησίας ὡς νόμον κρατεῖν ὁ τοῦ κόσμου φωστήρ, ὁ μέγας Βασίλειος· ὅταν γοῦν τὰς τοιαύτας χειροτονίας οὐκ ἐπιγινώσκῃ ὁ νόμος τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τοῦτο οὐδὲ ἡμεῖς οὐ δυνάμεθα τὴν τοιαύτην συνήθειαν γνωματεῦσαι ὡς βεβαίαν κρατεῖν ...», Ἀπόκριση 1, ΡΠΣ, Ε΄, σ. 403.

[30]  «Τὸ ἔθος τῆς Ἐκκλησίας τὰ πορφυρὰ ἀρχιερατικὰ θεῖα ἐσθήματα ἁπλὰ βούλεται εἶναι», J.-B. Pitra, Analecta sacra et classica, τ. VΙ, Ρώμη 1891, στ. 633. «Τὸ ἄγραφον τῆς Ἐκκλησίας ἔθος νόμον ἡγεῖται ἡ τῶν χριστιανῶν πολιτεία· ἐπεὶ γοῦν ἐξ ἀγράφου παραδόσεως ἔχομεν διὰ τριῶν ἄρτων τὸ ἔλαττον τὴν θείαν ἱερουργίαν ποιεῖν …», ὅπ.π., στ. 687. «Καὶ τοῦτο ἐξ ἀγράφου ἔθους ἐστὶν ἐκκλησιαστικοῦ κατὰ τὴν τρίτην ὥραν τῆς ἡμέρας ἄρχεσθαι τὴν θείαν ἱερουργίαν …», ὅπ.π., στ. 689. «Καὶ τοῦτο ἐξ ἀγράφου παραδόσεως τῇ Ἐκκλησίᾳ νενομισμένον ἐστίν, εἰς γὰρ τὴν ἀκολουθίαν τοῦ τε ὄρθρου καὶ τῆς λειτουργίας καὶ τοῦ ἑσπερινοῦ τὸν ἀρχιδιάκονον ἢ τὸν δευτερεύοντα τῶν διακόνων ἢ ἀντ’ αὐτῶν ἕτερον διάκονον ἐν τῇ ἐνάρξει προαναφωνεῖν πρὸς τὸν ἱερέα τό· Εὐλόγησον δέσποτα …», ὅπ.π., στ. 691. Ἀναφορὲς στὸ ἄγραφο ἢ παλαιὸ ἔθος γίνονται καὶ ἀπὸ τοὺς σχολιαστὲς τῶν κανόνων, βλ. ΡΠΣ, Β´, σσ. 204, 205, 460, 467, 476, 495, 614. ΡΠΣ, Γ´, σσ. 107, 133, 183, 186, 187 καὶ 444.

[31]  Περὶ Ἁγίου Πνεύματος, 27, PG 32, 188ΑΒ (=SC 17 bis, σ. 48).

[32]  Ἀπόκριση 1 πρὸς Μάρκο Ἀλεξανδρείας, ΡΠΣ, Δ´, σ. 449 (=Βασιλικὰ I, 2, 41).

[33]  Στὴν ἐρώτηση τοῦ Μάρκου Ἀλεξανδρείας ἐὰν θὰ πρέπει νὰ τελεσιουργοῦνται οἱ λειτουργίες τοῦ Ἰακώβου καὶ τοῦ Μάρκου στὰ μέρη τῶν Ἱεροσολύμων καὶ τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Βαλσαμὼν ἀπάντησε ἀρνητικά, λέγοντας ὅτι: «… ὀφείλουσι πᾶσαι αἱ Ἐκκλησίαι τοῦ Θεοῦ ἀκολουθεῖν τῷ ἔθει τῆς Νέας ῾Ρώμης, ἤτοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἱερουργεῖν κατὰ τὰς παραδόσεις τῶν μεγάλων διδασκάλων καὶ φωστήρων τῆς εὐσεβείας, τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου», ΡΠΣ, Δ΄, σ. 449. Ἐνδιαφέρουσα εἶναι ἡ πληροφορία ποὺ μᾶς δίνει ὁ ἴδιος κανονολόγος στὸ σχόλιό του στὸν 32/Πενθ. λέγοντας: «Ἐγὼ δὲ συνοδικῶς, μᾶλλον δὲ καὶ ἐνώπιον τοῦ βασιλέως τοῦ ἁγίου ἐλάλησα τοῦτο, ὅτε ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας ἐνεδήμει εἰς τὴν βασιλεύουσαν· μέλλων γὰρ λειτουργῆσαι μεθ’ ἡμῶν καὶ τοῦ οἰκουμενικοῦ ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκκλησίᾳ, ὥρμησε κρατεῖν τὸ τῆς τοῦ Ἰακώβου λειτουργίας κοντάκιον (σημ.: σύμφωνα μὲ ἄλλη γραφή: «μέλλων συλλειτουργῆσαι μεθ’ ἡμῶν, ἤθελον ἱερουργῆσαι μετὰ τῆς παραδοθείσης, ὡς εἰπεῖν, ἱεροτελεστίας περὶ τοῦ ἁγίου Μάρκου», ΡΠΣ, Β´, σσ. 337-338), ἀλλ’ ἐκωλύθη παρ᾽ αὐτοῦ καὶ ὑπέσχετο λειτουργεῖν, καθὼς καὶ ἡμεῖς», ΡΠΣ, Β´, σ. 378. Περισσότερα βλ. Χρυσοστόμου Νάσση, Ἡ τελετουργία τοῦ μυστηρίου τῆς Εὐχαριστίας, Θεσσαλονίκη 2007, σ. 173 ἑξ.

[34]  Βλ. Θ. Ξ. Γιάγκου, Ὁ κύκλος τῶν ἑορταζομένων ἁγίων καὶ οἱ Κύπριοι ἅγιοι. Προσέγγιση τῆς τάξεως μὲ βάση τοὺς κανόνες καὶ τὰ λεξιονάρια, Κανόνες καὶ λατρεία, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 95-152.

[35]  Βλ. χφ. Σινᾶ 436 (441), φ. 71r 101v, 102v, 298v κ.ἀλ. Ἐκτενέστερα βλ. Θ. Ξ. Γιάγκου, Νίκων ὁ Μαυρορείτης. Βίος - συγγραφικὸ ἔργο - κανονικὴ διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 224.

[36]  Ὁ Βαλσαμὼν συχνὰ στὰ σχόλιά του ἐπισημαίνει τὴ διάσταση τυπικῶν (μοναστηριακῶν) καὶ κανόνων: ΡΠΣ, Α´, σσ. 88-89. ΡΠΣ, Β΄, σσ. 236, 650-651, 662. ΡΠΣ, Γ΄, σσ. 143, 312, πρβλ. ΡΠΣ, Δ΄, σσ. 420, 488, 566.

[37]  Βλ. ἐνδεικτικὰ Θ. Ξ. Γιάγκου, Νίκων ὁ Μαυρορείτης, ὅπ.π., σ. 225 ἑξ., ΡΠΣ, Δ΄, 419-420, 488, 567, βλ. τὴν ἀδημ. μεταπτυχιακὴ ἐργασία τῆς Λίνας Βλέτση, Ἡ νηστεία στὶς κανονικὲς πηγὲς τοῦ θ΄ ἕως τοῦ ιγ΄ αἰῶνος, Θεσσαλονίκη 2002.

[38]  Βλ. Σπ. Ν. Τρωϊάνου, Οἱ πηγὲς τοῦ Βυζαντινοῦ Δικαίου, Γ΄ ἔκδοση συμπληρωμένη, Ἀθήνα - Κομοτηνὴ 2011, σσ. 207-210.

[39]  M. Arranz, I Penitenziali Bizantini: Il Protokanonarion o Kanonarion Primitivo di Giovanni Monaco e Diacono e il Deuterokanonarion o “Secondo Kanonarion” di Basilio Monaco [Kanonika 3], Ρώμη 1993, σσ. 108, 110.

[40]  Βλ. στὸ ἀνέκδοτο ἀνθολόγιο τοῦ μοναχοῦ Νίκωνα Μαυρορείτη, Ἑρμηνεῖαι τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου, λόγος ΝΖ΄, χφ. Μ. Λαύρας Β108 (228), 12ος αἰ., φ. 277r, πρβλ. Benescevitch, Taktikon Nikona Černogorca Greceskij tekst po rukopisi no 441 Sinajskago monastyrja sv. Jekateriny, Zapiski Ist. - Filol. Fakulteta Petrogradskago Universiteta 130, Πετρούπολη 1917, σ. 88.

[41]  Γιὰ τὴν ἐπιείκεια τοῦ Νηστευτῆ, βλ. τὸν «κανόνα» 24 τοῦ Νικολάου Γ΄ Κωνσταντινουπόλεως, ΡΠΣ, Δ΄, σ. 425 (γιὰ τὶς διάφορες παραλλαγὲς τοῦ κειμένου τῶν Ἀποκρίσεων τοῦ συγκεκριμένου πατριάρχη, βλ. V. Grumel, Regestes, ἀριθμ. 482). Ἐπίσης βλ. τὴν σχετικὴ Ἀπόκριση Νικηφόρου Χαρτοφύλακα, P. Gautier, La chartophylax Nicefhore œuvre canonique et notice biographique, REB 27 (1969) 176, 186. Γιὰ τὴν ἐπιείκεια τοῦ Νηστευτῆ βλ. Θ. Ξ. Γιάγκου, Νίκων ὁ Μαυρορείτης, ὅπ.π., σσ. 281-288.

[42]  Η στροφὴ πρὸς τὸ αὐστηρότερον ἐπισημαίνεται στὶς κανονικὲς πηγὲς τῆς ὑστεροβυζαντινῆς καὶ μεταβυζαντινῆς περιόδου. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα λέει ἕνας ὄχι καὶ τόσο γνωστὸς συντάκτης νομοκανονικῆς συλλογῆς, ποὺ ἔζησε τὸν 16ο αἰώνα, ὁ Ἰσαὰκ Μετεωρίτης: «Τινὲς τὸ Κανονικὸν τοῦ Νηστευτοῦ συγκαταβατικὸν εἶναι λέγουσιν, ἐγὼ δέ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ πάνυ βαρύ, μόνον εἰ προαιροῦνται οἱ μετανοοῦντες ποιεῖν κατὰ τὴν ἄνωθεν γεγραμμένην διάκρισιν. Εἰ γάρ τις δυνηθείῃ οὕτω ποιῆσαι ἔν τε τῇ ὡρισμένῃ παρὰ τοῦ ἁγίου νηστείᾳ καὶ τῇ λοιπῇ κακοπαθείᾳ, οὕτως ἐν ἀληθείᾳ μετενόησε, μηδὲν φροντίζων ἔτι περὶ τοῦ σφάλματος αὐτοῦ, μόνον εἰ μὴ καὶ αὖθις πέπτωκε μετὰ τὴν τοῦ κανόνος ἐκπλήρωσιν. Διὸ ἐρωτάσθω ὁ ἐξομολογούμενος καὶ εἰ μὲν καταδέχεται, κανονιζέσθω ἐν ἐγκρατείᾳ καὶ σκληραγωγίᾳ καὶ γονάτων κλίσεσιν, ὡς ἡ διάκρισις ἔχει τοῦ ἁγίου· εἰ δὲ οὐ προαιρεῖται οὐδὲ δύναται, κανονιζέσθω κατὰ τὴν διάκρισιν τῶν ἁγίων πατέρων», Θ. Ξ. Γιάγκου, Ἰσαὰκ μοναχοῦ, Νομοκάνονον πρόχειρον, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 111-112. Παρόμοια ὑποστηρίζει καὶ ὁ Νικόδημος Αγιορείτης, Ἐξομολογητάριον, Ἀθῆναι α.χ., σσ. 111-112, ὑποσημ. 1. Πρβλ. Ματθαίου Βλαστάρεως, Σύνοψις ἐκ τοῦ Κανονικοῦ του Νηστευτοῦ , ΡΠΣ, Δ΄, σσ. 435-436.

[43]  Ὡς ψευδοκανονικὴ παράδοση μποροῦμε νὰ ὁρίσουμε καταρχὴν ἐκείνη ποὺ δὲν περιλαμβάνεται στὶς «ἐπίσημες» συνοδικὲς κανονικὲς ἀποφάσεις, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ συγκροτεῖται ἀπὸ «κανόνες» καὶ διατάξεις ποὺ ἀποδόθησαν ψευδεπίγραφα σὲ κάποιους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες, ὅπως π.χ. ὁ Ἰωάννης Νηστευτὴς καὶ ὁ Νικηφόρος Ὁμολογητής, καθὼς καὶ ἀπὸ νόθα κείμενα, ποὺ ὀφείλονται κάποιες φορὲς ἀκόμα καὶ στοὺς ἀντιγραφεῖς τῶν νομοκανονικῶν χειρογράφων. Θὰ ἀναφέρω ἐνδεικτικὰ τὰ ἑξῆς παραδείγματα. Σὲ χειρόγραφες νομοκανονικὲς συλλογὲς ὑπάρχουν οἱ παρακάτω διατάξεις ποὺ ἀποτυπώνουν πτυχὲς τοῦ νομικισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς. «Πρεσβύτερος οἵαν ἡμέραν ἅψηται νεκροῦ καὶ θάψῃ αὐτόν, οὐ λειτουργήσει τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· εἰ δὲ λειτουργήσει, ἔχει ἐπιτίμιον χρόνον α΄ τοῦ μὴ κοινωνεῖν καὶ πάλιν λειτουργείτω, διότι ἁψάμενος νεκροῦ ὅλην τὴν ἡμέραν νεκρός ἐστιν» [Νομοκάνων ἱερομονάχου Μακαρίου, χφ. Μ. Λαύρας Κ14 (1301), φ. 182v (πρβλ. Σπ. Τρωιανου, Περὶ τὸ “Σύνταγμα” τοῦ ἱερομονάχου Μακαρίου, Τιμητικὸν Ἀφιέρωμα εἰς τὸν Μητροπολίτην Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Γεώργιον ἐπὶ τῇ πεντηκονταετηρίδι τῆς ἱερωσύνης αὐτοῦ, Ἀθῆναι 1996, σσ. 271-279. Πρβλ. Νομοκάνων Μαλαξοῦ, ἐκδ. Δ. Σ. Γkinh-N. I. Πantazoπoyλoy, σ. 183. Ἡ πιὸ πάνω διάταξη ἀποδίδεται στὸν πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανὸ Α΄ (715-730) (βλ. V. Grumel, Regestes, ἀριθμ. 338). Τὸ ἴδιο περιεχόμενο ἔχει καὶ ὁ ρνη΄ κανόνας ὁ ἀποδιδόμενος στὸν Νικηφόρο Ὁμολογητὴ (J.-B. Pitra, Juris ecclesiastici graecorum historia et monumenta, τ. II, Ρώμη 1868, σ. 342). Ὁ Ἀναστάσιος Σιναΐτης (;) φαίνεται νὰ ἀμφισβητεῖ τὴν «κανονικότητα» τῆς ἐν λόγῳ πράξεως: «Ἔγραψας δὲ καὶ τοῦτο, εἰ ἔξεστι τὸν ἱερέα λειτουργῆσαι μετὰ τὸν ἀσπασμὸν τοῦ νεκροῦ καὶ τὴν τελείαν ταφήν; Καὶ περὶ τούτου ἀπὸ κανόνος μὲν οὐ δεδίδακται· ἐκ παραδόσεως δὲ μετὰ ταφὴν τοῦ νεκροῦ μὴ λειτουργῆσαι» (J.-B. Pitra, ὅπ.π., σ. 278). Ἡ πλήρης ἀντίθεση πρὸς τὴν πράξη αὐτὴ ἐκφράζεται στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγές, VI, 30, PG 1, 983B- 984B (=M. Metzger, Les Constitutions apostoliques, τ. II, Παρίσι 1986, SC 329, σσ. 388-392), ὅπως καὶ ἀπὸ τὸν Μ. Βασίλειο (PG 32, 1268). Πρβλ. Iωannoy Xpyσoσtomoy, Εἰς τὸ ἅγιον βάπτισμα, PG 49, 366. Bλ. ἐπίσης ἀπόκριση τοῦ πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Λουκᾶ Χρυσοβέργη (1157-1169/70) πρὸς ἡγούμενο Εὐφημιανό, Μ. Ι. Γεδεων, Ἀποσπάσματα τοῦ νομοκάνονός μου, Ἐκκλησιαστικὴ Ἀλήθεια 19 (1899) 231 καὶ ια΄ ἀπόκριση τοῦ Ἰωάννη Ἐφέσου Α. Κορακιδη, Ἰωάσαφ Ἐφέσου (?1437) (Ἰωάννης Βλαδύν­τερος). Βίος - ἔργα - διδασκαλία, Ἀθῆναι 1992, σσ. 219-220. Γιὰ τὸ θέμα βλ. Ν. Ε. Εμμανουηλιδη, Τὸ δίκαιο τῆς ταφῆς στὸ Βυζάντιο [Forschungen zur Byzantinischen Rechtsgeschichte, Athener Reihe, 3], Ἀθήνα 1989, σσ. 27-29]. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξη: «Εἴ τις ἱερεὺς εἰπεῖ νὰ ὀρύξουν νεκρὸν καὶ τύχει νὰ ἰδῇ αὐτὸν ὁ ἱερεύς, παυσάσθω τῆς λειτουργίας χρόνους β΄, μετανοίας ρ΄, νηστευσάσθω τεσσαρακοστὴν μίαν». [Ὁ Νομοκάνων τοῦ Cotelerius, ἐπιμ. ἐκδ. Γ. Πουλη Βιβλιοθήκη Βυζαντινοῦ καὶ Μεταβυζαντινοῦ Δικαίου, 1, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 81. Νομοκάνων ἱερομονάχου Μακαρίου, χφ. Μ. Λαύρας Κ14 (1301), φ. 196v. Πρβλ. Νομικὸν … Θεοφίλου, ἐκδ. Δ. Σ. Γκινη, Θεσσαλονίκη 1960, σ. 61 § 102. Γιὰ τὸν Θεόφιλο καὶ τὸ ἔργο του, βλ. Γ. Α. Στογιογλου, Ἱστορία ἐπισκόπων Μακεδονίας. Θεόφιλος Παπαφίλης ἐπίσκοπος Καμπανίας, Θεσσαλονίκη 1995]. Ἐπίσης καὶ στὴ διάταξη, στὴν ὁποία ἐφιστᾶται ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς στὴν κτίση, ἐνυπάρχει τὸ στοιχεῖο τῆς ὑπερβολῆς. «Ἱερεύς, ἐὰν τύψῃ ὄρνεον χωρὶς βίαν, μὴ λειτουργείτω· εἰ δὲ κατὰ βίαν ἔνι, ποιείτω μετανοίας ρ΄, Κύριε ἐλέησον ρ΄ καὶ λέγων· Συγχωρήσατέ μοι, ἀδελφοί, ὅτι φόνον ἐποίησα». [Νομοκάνων ἱερομονάχου Μακαρίου, χφ. Μ. Λαύρας Κ14 (1301), φ. 182r· Ὁ νομοκάνων τοῦ Cotelerius, ὅπ.π., σσ. 74-75. Νομοκάνων Μαλαξοῦ, ὅπ.π., σ. 149. Γ. Πουλη, Ἡ ἄσκηση βίας στὴν ἄμυνα καὶ στὸν πόλεμο κατὰ τὸ Ἐκκλησιαστικὸ Δίκαιο, Θεσσαλονίκη 21990, σ. 159 ἑξ.]. Παράλληλα δὲν ἦταν σπάνιο φαινόμενο οἱ συν­τάκτες τῶν ἐν λόγῳ συλλογῶν νὰ δίνουν ὑπερβολικὴ σημασία σὲ λαϊκὲς δοξασίες καὶ ἐνίοτε σὲ δεισιδαιμονικὲς ἀντιλήψεις. [Βλ. Φ. Κουκουλε, Μνεία δεισιδαιμονικῶν τινων καὶ μαγικῶν συνηθειῶν εἰς νομοκάνονας, Εὐχαριστήριον. Τιμητικὸς τόμος ἐπὶ τῇ 45ετηρίδι τῆς ἐπιστημονικῆς δράσεως, τῇ 35ετηρίδι τακτικῆς καθηγεσίας Ἁμίλκα Σ. Ἀλιβιζάτου, ἐν Ἀθήναις 1958, σσ. 227-238. Ν. Πολιτη, Ἓν κεφάλαιον νομοκάνονος περὶ γοητειῶν, μαντειῶν καὶ δεισιδαιμονιῶν, Λαογραφία 3 (1912) 381-389]. Ἐδῶ μποροῦμε νὰ προσθέσουμε ἕνα συναφὲς παράδειγμα προβληματικοῦ (ψευδεπιγράφου) κεφαλαίου. Στὸν Νομοκάνονα π.χ. τοῦ Μανουὴλ Μαλαξοῦ, ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ συντάχθηκε σὲ λόγια γλώσσα (1561) καὶ ὕστερα ἀπὸ δύο χρόνια μεταγλωττίσθηκε ἀπὸ τὸν συγγραφέα στὴ δημώδη (1563) καὶ εἶχε ἔκτοτε εὐρύτατη κυκλοφορία (σήμερα σώζονται περισσότερα ἀπὸ πεντακόσια χειρόγραφα ἀντίγραφα) περιέχεται κεφάλαιο μὲ τίτλο: «Περὶ τῆς ὀγδόης συνόδου, πότε ἐγίνη», ??? ?????, ???? ??? ???????????? ???? ??????? ???????????, ?? ?????????? ?? ??????? ????? ???? ??? ??????? ??? ?????????????????? ??? 879, ??? ????????? ??????. ???? ??? ???????? ????????????? ?????????? ?? ?? ??????????? ??????? ? ?? ????????? ??? ??????? ?????????? (1438-1439), ???? ?????, ?? ???????, ?? ????????? ???????????? ?? ???????? ??????? ??? ?????????, ?????? ????? ??? ?? ?????????? ??? ?????? ???? ??? ???????στὸ ὁποῖο, κατὰ τὴν ἐκπεφρασμένη θέση κάποιων κανονολόγων, θὰ ἀναμενόταν νὰ γίνεται λόγος περὶ τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως τοῦ 879, ἐπὶ πατριάρχη Φωτίου. Ὅμως στὸ κεφάλαιο παρουσιάζεται λανθασμένα ὡς Η΄ οἰκουμενικὴ σύνοδος ἡ ἐν Φλωρεντίᾳ τῆς Ἰταλίας συνελθοῦσα (1438-1439), στὴν ὁποία, ὡς γνωστόν, οἱ ὀρθόδοξοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀρνηθοῦν δόγματα τῆς Ἐκκλησίας, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὴ διδασκαλία τοῦ Φωτίου περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τὸ κείμενο τοῦ κεφαλαίου εἶναι τὸ ἑξῆς: «Ἡ δὲ ἐν Φλωρεντίᾳ σύνοδος ἔγινεν εἰς τοὺς ´αυλ΄ (sic) ἀπὸ Χριστοῦ γεννήσεως, μηνὶ Ἰουλίῳ, ἡμέρᾳ β΄, ἰνδ. β΄, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ εὐσεβεστάτου κυροῦ Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου, πατριαρχοῦντος τότε τοῦ ἀοιδίμου κυροῦ Ἰωσήφ, ὁ ὁποῖος ἀπέθανε εἰς τὴν Φλωρέντζιαν, ἐκεῖ εἰς τὴν σύνοδον» [Νομοκάνων Μαλαξοῦ, ἐκδ. Δ. Γκινη-Ν. Παν­ταζοπουλου, ὅπ.π., σ. 485]. Στὴ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Νομοκάνονα τὸ ἐν λόγῳ κεφάλαιο ἀπαντᾶ ἤδη ἀπὸ τὸν ιϚ΄ αἰ. (βλ. π.χ. χφ Ἀθηνῶν, Βουλῆς 6) καὶ στὴ συνέχεια ἀντιγράφεται ἄκριτα καὶ ἐπανειλημμένα. Εὔκολα ὑποθέτει κανεὶς τί ἐπίδραση μποροῦσε νὰ ἔχει στὴ θεολογικὴ κατάρτιση ὅσων τὸ μελετοῦσαν. Τὸ φαινόμενο τῶν ψευδεπιγράφων καὶ τῶν νόθων κανόνων ἦταν ἀκόμα πιὸ ἔντονο στὶς νομοκανονικὲς συλλογὲς τοῦ ἀραβόφωνου ὀρθόδοξου κόσμου [Βλ. R. Mansour, Κανονικὲς συλλογὲς στὴν ἀραβικὴ γλώσσα, ἀνέκδ. διπλωμ. ἐργασία, Θεσσαλονίκη 2009. E. Jarawan, La collection canonique arabe de Melkites et sa physionomie propre [= Corona Lateranensis, 15], Ρώμη 1969], ἐνῶ δὲν ἦταν ἀμάρτυρο καὶ σὲ αὐτὲς τοῦ σλαβόφωνου [Βλ. Ευσταθιου (Milos) Azdejkovitch, Τὸ κανονικὸ δίκαιο στὸν σλαβικὸ κόσμο. Πηγὲς καὶ μελέτες, ἀνέκδ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 2013, σ. 101 ἑξ].

[44]  «Ἐστάθη ἀκόμη καὶ ἄλλη μία εἰδικωτέρα αἰτία (γιὰ τὴ συγγραφὴ τοῦ Πηδαλίου), ἡ ἐφεξῆς· δὲν ὑπεφέραμεν … νὰ βλέπωμεν εἰς πολλὰ πολλῶν πνευματικῶν χυδαιονομοκάνονα χειρόγραφα κατακερματισμένους τοὺς θείους τούτους καὶ ἱεροὺς κανόνας, νενοθευμένους, ψευδεπιγράφους, ἄλλους ἀντ’ ἄλλων, καὶ τὰς ἑρμηνείας τῶν ἐξηγητῶν ἀντὶ τῶν κυρίως κανόνων ἐκλαμβανομένας, καὶ τὸ χειρότερον ὅτι καὶ τὰς ἑρμηνείας ταύτας περιέχοντα διεφθαρμένας, παρεξηγημένας καὶ ἀλλόκοτά τινα καὶ ἐσφαλμένα διδασκούσας· ἐξ ὧν τί ἐτίκτετο; Καρπὸς θανατηφόρος βεβαιότατα καὶ ἀπωλείας αἴτιος ψυχικῆς καὶ εἰς τοὺς κακῶς διορθοῦντας πνευμαντικοὺς καὶ εἰς τοὺς κακῶς ὑπ’ αὐτῶν διορθουμένους ἁμαρτωλούς. Εἴπερ, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, ὁ σκαμβὸς κανὼν σκαμβὰ ποιεῖ καὶ τὰ κανονιζόμενα», Πηδάλιον, σ. λβ´.

[45]  Βλ. σχετικὰ Σπ. Ν. Τρωιάνου, Οἱ πηγές, ὅπ.π., σ. 327. Παύλου Μενεβίσογλου, Ἱστορικὴ εἰσαγωγή, ὅπ.π., σ. 83 ἑξ. B. H. Stolte, A note on the unPhotian Revision of the Nomocanon XIV Titulorum, Analecta Atheniensia ad jus Buzantinum spectantia, I, ὅπ.π., σσ. 115-130.

[46]  Γιὰ τὴ συμβολὴ τοῦ Φωτίου στὴν αὐτοκρατορικὴ νομοθεσία βλ. Σπ. Ν. Τρωϊάνου, Οἱ πηγές, ὅπ.π., σ. 240 ἑξ. Του Ιδίου, Ὁ Μέγας Φώτιος καὶ οἱ διατάξεις τῆς «Εἰσαγωγῆς». Μερικὲς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὶς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐκκλησία καὶ Θεολογία 1 (1989-1991) 489-504.

[47]  Βλ. Synaxarium ecclesiae Constantinopolitanae e codice Sirmondiano nunc Berolinensi adiectis synaxariis selectis, Propylaeum an Acta Sanctorum Novembris, opera e studio H. Delehaye, Βρυξέλλες 1902.

[48]  Εἶναι σημαντικὸ νὰ ἐπισημανθοῦν ὅσα σχετικὰ ὁ Φώτιος ἔγραψε πρὸς τοὺς πατριάρχες τῆς Ἀνατολῆς περὶ τῆς συμβολῆς τους στὴ διατύπωση τοῦ ὀρθοδόξου δόγματος καὶ τοῦ φρονήματος τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «… καὶ ταύτης μὲ ταῖς ἐλπίσιν ὁ εὐσεβὴς λογισμὸς ἐπανεπαύετο· μάλιστα δὲ κατὰ τὴν βασιλεύουσαν πόλιν, ἐν ᾗ πολλά, Θεοῦ συνεργίᾳ, τῶν ἀνελπίστων κατώρθωται· πολλαὶ δὲ γλῶσσαι, τὴν προτέραν διαπτυσάμεναι …, τὸν κοινὸν ἁπάντων πλάστην καὶ δημιουργὸν μεθ᾽ ἡμῶν ὑμνεῖν ἐδιδάχθησαν, ὥσπερ ἀπό τινος ὑψηλοῦ καὶ μετεώρου χώρου, τὰς τῆς ὀρθοδοξίας πηγὰς τῆς βασιλίδος ἀναδιδούσης καὶ καθαρὰ τῆς εὐσεβείας τὰ νάματα, εἰς τὰ τῆς οἰκουμένης διαρρεούσης πέρατα, καὶ ποταμῶν δίκην ἀρδευούσης τοῖς δόγμασι τὰς ἐκεῖ ψυχάς, αἵτινες, χρόνος πολὺς ἐξ οὗ καταξηρανθεῖσαι τοῖς τῆς ἀσεβείας, ἢ ἐθελοθρησκείας ὑπεκκαύμασι, καὶ εἰς ἐρήμους καὶ ἀγόνους ἀποχερσωθεῖσαι, ὅμως τὸν τῆς διδασκαλίας ὄμβρον ὑποδεξάμεναι, τὸ Χριστοῦ γεώργιον καρποφοροῦσιν ἐνευθυνούμεναι», PG 102, 721CD (=L. G. Westerink et Β. Laourdas, Ἐπιστολὴ 2, στίχ. 26-37). Ἡ σημασία τῶν συνοδικῶν ἀποφάσεων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, σὲ σχέση μὲ ἀντίστοιχες ἀποφάσεις ἄλλων Ἐκκλησιῶν, ὑπογραμμίζεται σὲ πλεῖστα κείμενα. Π.χ. ὁ Νίκων ὁ Μαυρορείτης (Ἀναστάσιος Καισαρείας τῆς Παλαιστίνης;) λέει σχετικὰ μὲ τὴν σύνοδο τῆς Ἑνώσεως τὰ παρακάτω: «Εἰ δέ τις ζητοίη, ποῦ καὶ πότε καὶ παρὰ τίνος ἡ τῆς ἑνώσεως γέγονε σύνοδος ἀκουέτω παρ’ ἡμῶν, ὅτι οὐκ ἐν γωνίᾳ, φημί, οὔτε εἰς τὴν τυχοῦσαν πόλιν καὶ παρὰ τοῦ τυχόντος, ἀλλ’ ἐν τῇ βασιλευούσῃ τῶν πόλεων, τῇ Κωνσταντίνου, φημί, καὶ παρὰ εὐσεβοῦς πατριάρχου, καὶ ἐπισκόπων, καὶ τοῦ λοιποῦ πληρώματος τῆς ἐκκλησίας, καὶ παρὰ εὐσεβῶν καὶ ὀρθοδόξων βασιλέων, Ρωμανοῦ τε τοῦ γέροντος, καὶ Κωνσταντίνου, καὶ τῶν λοιπῶν εὐσεβῶν σοφῶν τε καὶ γνωστικῶν ἀνδρῶν», ΡΠΣ, Δ΄, σ. 587. Ἐπίσης εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὶς ὁμολογίες πίστεως τῶν πρὸς χειροτονία ἀρχιερέων, καθὼς καὶ τῶν προσερχομένων στὴν Ὀρθοδοξία ἑτεροδόξων ἐπισημαίνεται ὡς «σημεῖον ἀναφορᾶς» ἡ πίστη τῆς Κωνσταντινουπόλεως: «... καὶ στέργω πάντα ὅσα καὶ φρονεῖ καὶ λέγει ἡ ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ... τῆς Κωνσταντινουπόλεως» (Fr. Miklosich - I. MÜller, Acta, Α´, σ. 566). Ἐπίσης συχνὰ στὶς ἴδιες ὁμολογίες γίνεται μνεία καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ πατριάρχη καὶ τῆς περὶ αὐτὸν συνόδου: «... καὶ στέργω καὶ φρονῶ ὅσα ἡ ἁγία Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως καὶ προσέρχομαι ὁλοψύχως τῷ παναγιωτάτῳ μου δεσπότῃ τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ τῷ κὺρ Ματθαίῳ καὶ τῇ περὶ αὐτῷ συνόδῳ» (Των Ιδιων, Acta, Β´, σ. 449, βλ. καὶ σ. 454).

[49]  Πρβλ. PG 102, 732D-736A (=L. G. Westerink et Β. Laourdas, Ἐπιστολὴ 2, στίχ. 55-127), ὅπου ἐπισημαίνεται μὲ βάση τοὺς σχετικοὺς κανόνες τῆς Πενθέκτης (13 καὶ 55), ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὴν ὑποχρεωτικὴ ἀγαμία τοῦ κλήρου καὶ τὴ νηστεία τοῦ Σαββάτου. Γιὰ τὶς δογματικὲς καὶ κανονικὲς διαφορὲς Ἀνατολικῶν καὶ Φράγκων βλ. R. Haugh, Photius and Carolingians. The Trinitarian Controversy, Belmont Mass. 1974, σ. 94 ἑξ.

[50]  R. Haugh, ὅπ.π., σ. 43. Βλασ. Φειδά, Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία Α΄, Ἀπὸ τὴν εἰκονομαχία μέχρι τὴν μεταρρύθμιση, Ἀθήνα 2002, σ. 881.

[51]  Βλ. ὅσα ἀναφέρονται στὴν πέμπτη καὶ ἕκτη συνεδρία τῆς συνόδου τῆς Ἁγίας Σοφίας, Τόμος χαρᾶς, σ. 363 ἑξ. (=Mansi, 17, στ. 493 ἑξ.) καὶ 376 ἑξ (=Mansi, 17, στ. 512 ἑξ.). Ἐπίσης βλ. Μ. Φωτίου, Ἐγκύκλιος ἐπιστολὴ πρὸς τοὺς τῆς Ἀνατολῆς ἀρχιερατικοὺς θρόνους, PG 102, 740C-741B (=L. G. Westerink et Β. Laourdas, Ἐπιστολὴ 2, στίχ. 374-387).

[52]  Β. Θ. Σταυρίδου, Ὁ συνοδικὸς θεσμὸς εἰς τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον, Θεσ­σαλονίκη 1986, σ. 227.

[53]  Πηδάλιον, εἰσαγωγή: Αρχιμ. Ειρηναίου Δεληδήμου, Θεσσαλονίκη 1987, σ. λβ´.

[54]  Πηδάλιον, σ. λβ´ ἑξ.

[55]  Ὅπ.π., σ. λδ´.

[56]  Τὰ στοιχεῖα γιὰ τὸ θέμα τῆς συγγραφῆς, τῆς ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ Πηδαλίου προκύπτουν ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη ἀλληλογραφία τοῦ ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτη μὲ τὸν Δωρόθεο Βουλησμᾶ, ποὺ περιλαμβάνει συνολικὰ τριάντα κείμενα, τὰ ὁποῖα ἑτοιμάζονται πρὸς δημοσίευση. Μία πρώτη ἀποτύπωση τῶν δεδομένων καταγράφεται στοῦ Θ. Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτη Κανονικόν, Θεσσαλονίκη 2009, σ. 114* ἑξ.

[57]  Ὅπ.π., σ. 153* ἑξ.

[58]  Ὅπ.π., 181* ἑξ.

[59]  Mansi 12, 1015 ἑξ. (=E. Lamberz, σ. 68 ἑξ.). Προκειμένου περὶ τοῦ Μελετίου, ὁ Δοσίθεος Ἱεροσολύμων ἐπισημαίνει τὰ ἑξῆς: «Σημείωσαι ὅτι ὁ ἅγιος Μελέτιος τρισ­επίσκοπος. Ὁ ἅγιος Μελέτιος ὑπὸ ἀρειανῶν ἐχειροτονήθη Σεβαστείας, εἶτα παρὰ τῶν αὐτῶν μετετέθη εἰς Βέρροιαν, ὡς ὁμόφρων αὐτοῖς, καὶ αὖθις εἰς Ἀντιόχειαν. Τὴν δὲ ὀρθοδοξίαν κρατύναντι, οὐδὲν αὐτῷ πρόκριμα ἐλογίσθη τὸ παρὰ τῶν αἱρετικῶν τὴν χειροτονίαν δέξασθαι, ἀλλὰ παρὰ τῆς ἐκκλησίας μετὰ τῶν ἐν ἁγίοις κορυφαίων δοξάζεται. Οὗτος καὶ τὸν Χρυσόστομον διάκονον ἐχειροτόνησε καὶ τὸν μέγαν Βασίλειον …, ἀλλὰ καὶ τὸν θεολόγον ἅγιον Γρηγόριον οὗτος ἀποκατέστησε πατριάρχην εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἔξαρχος τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς δευτέρας συνόδου γνωριζόμενος», Δ. Γ. Αποστολοπούλου - Π. Δ. Μιχαηλάρη, Ἡ Νομικὴ Συναγωγὴ τοῦ Δοσιθέου, τ. Α΄, Ἀθήνα 1987, σ. 70. Γιὰ τὶς σχετικὲς συζητήσεις στὴ Ζ´ οἰκουμενικὴ σύνοδο βλ. Β. Ν. Γιαννόπουλου, Ἡ ἀποδοχὴ τῶν αἱρετικῶν κατὰ τὴν Ζ΄ οἰκουμενικὴν σύνοδον, Θεολογία 59 (1988) 530-579.

[60]  Mansi 12, 1034 ἑξ. (=E. Lamberz, σ. 96 ἑξ.).

[61]   Τόμος χαρᾶς, σ. 278 ἑξ. (=Mansi, 17, στ. 398 ἑξ.).

[62]   «… ὅμως αἱρετικὸν γὰρ χειροτονίαι τοῖς ὀρθοδόξοις δεκταί εἰσι, κατὰ τὴν τῶν πατέρων παράδοσιν, ἢ ὄντων ἢ γινομένων τῶν ὑπ’ αὐτῶν χειροτονουμένων», Pitra, Analecta sacra, ὅπ.π., στ. 630.

[63]   «Ὁ δὲ νζ΄ καὶ ὁ ξη΄ τῆς ἐν Καρθαγένῃ, τοὺς ἐκ τῆς αἱρέσεως τῶν Δονατιστῶν τῇ ὀρθοδόξῳ πίστει προσερχομένους, μήτε, εἰ τοῦ λαοῦ εἶεν, ἀναβαπτίζεσθαι δια­τάττονται, καὶ τοὺς κληρικοὺς ἔχει αὖθις τοὺς ἱερατικοὺς βαθμούς, προνοίᾳ τοῦ πλείονας οὕτω τῇ καθολικῇ προσιέναι πίστει», ΡΠΣ, Ϛ´, σ. 68. Στὶς χειρόγραφες νομοκανονικὲς συλλογὲς ὑπάρχουν ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸ θέμα τῶν χειροτονιῶν τῶν αἱρετικῶν. Π.χ. στὸ χειρόγραφο Μ. Λαύρας Κ14 (1301), ἔτους 1600, φ. 14r ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς: «… αἱ τούτων (τῶν Λατίνων) χειροτονίαι πρὸς ἡμᾶς μετατιθεμένων τῶν παρ’ αὐτοῖς χειροτονουμένων οὐκ ἀποβάλλονται, ἐπεὶ καὶ τοῖς παρ’ ἡμῶν θείοις πατρᾶσιν αὐτῶν τῶν αἱρετικῶν αἱ χειροτονίαι οὐκ ἀπόβλητοι· πολλάκις γὰρ γεγόνασιν ὀρθοδόξων».

[64]  Βλ. Ἐπιστολὴ 40, PG 99, 1052 (=G. Fatouros, Theodori Studitae Epistolae, τ. Ι, Βερολίνο 1991, Corpus Fontium Historiae Byzantinae, τ. 31/1, σ. 116). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος στὴ συγκεκριμένη Ἐπιστολὴ υἱοθετεῖ παλαιότερη σχετικὴ θέση τοῦ Μ. Βασιλείου.

[65]   Βλ. σχετικὰ Θ. Ξ. Γιάγκου, Τὸ βάπτισμα καὶ ὁ τρόπος ἀποδοχῆς τῶν αἱρετικῶν καὶ τῶν σχισματικῶν, Κανόνες καὶ λατρεία, ὅπ.π., σ. 420 ἑξ.

[66]   Θ. Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτη Κανονικόν, ὅπ. π., σ. 200* ἑξ.

[67]  Λέει ὁ Βουλησμᾶς πρὸς τὸν Νικόδημο: «Εἴρηκέ μοι ἡ αὐτοῦ παναγιότης· Ἀδύνατον ἔκδοσιν ἀποστεῖλαι, ἐὰν μὴ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν ἡ βίβλος διατηθεῖσα προσ­κομισθῇ· τότε γάρ, φησίν, ἀμέριμνον ἡμεῖς ποιησόμεθα περὶ πάντων τὸν τῆς βίβλου πατέρα, ἑτοίμως ἔχοντες πάντα καταβαλεῖν τὰ εἰς τύπον δαπανηθησόμενα χρήματα», ὅπ.π., σσ. 182*-183*.

[68]  Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα λέγονται στὴν ἀνέκδοτη αὐτόγραφη ἐπιστολὴ τοῦ Νικοδήμου πρὸς τὸν Δωρόθεο, μὲ ἡμερομηνία 17 Σεπτεμβρίου 1792: «Θέλει λοιπὸν ἡ ἱερὰ αὐτῆς τελειότης νὰ ἐστάθησαν ἀνεξέλεγκτοι οἱ αἱρετικοὶ ἐκεῖνοι, ὧν τὰς χειροτονίας, καθὼς καὶ τὸ βάπτισμα, κατ’ οἰκονομίαν ποτὲ ἡ Ἐκκλησία ἐδέξατο; Καὶ δὲν εἶναι ἀρκετὸς ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας νὰ συμφωνήσῃ τοὺς παραδεξαμένους ταύτας θείους πατέρας μὲ τοὺς μὴ παραδεξαμένους, κατὰ τὸν λόγον τῆς ἀκριβείας; Εὐλόγησον, πάτερ, ἔστωσαν ἀνεξέλεγκτοι».

[69]   ΡΠΣ, Β´, σ. 87 (=M. Metzger, Les Constitutions apostoliques, SC 336, Παρίσι 1987, σ. 300).

[70]  Ἐπιστολὴ 40, PG 99, 1052D (=G. Fatouros, Theodori Studitae Epistolae, ὅπ.π., τ. 31/1, σ. 116).

[71]   PG 102, 776C (=L. G. Westerink et Β. Laourdas, Ἐπιστολὴ 2, στίχ. 31). Ὡς πρὸς τὴν ἔννοια τῆς ἑπταήμερης τελείωσης ποὺ ἀναφέρεται στὸ χωρίο μποροῦμε νὰ ἐπικαλεστοῦμε ἐδῶ τὴν ἀντίστοιχη περίπτωση ποὺ περιέχεται στὸ Βερβερινὸ Εὐχολόγιο 336 περὶ τῶν προσερχομένων στὴν Ἐκκλησία μὲ χρίση μύρου, κατὰ τὸν τύπο τῶν νεοφωτίστων: «... λαμβάνει παραγγελίας τὰς ἑπτὰ ἡμέρας ἐκείνας κρέας μὴ φαγεῖν, μὴ νίψασθαι τὴν ὄψιν, ἀλλὰ καθὼς οἱ βαπτιζόμενοι, οὕτως διατελεῖν τὰς ἑπτὰ ἡμέρας, καὶ τῇ η´ ἡμέρᾳ ἀπολούσασθαι», St. Parenti καὶ E. Velkovska, L’ Euchologio Berberini gr. 336 (ff. 1-263), Ρώμη 2000, σ. 158.

[72]    PG 102, 776BC (=L. G. Westerink et B. Laourdas, Ἐπιστολὴ 297, στίχ. 33-36).

[73]    Εἰς τὸν Μ. Ἀθανάσιον, Λόγος 21, PG 35, 1097.

[74]    PG 102, 780B (=L. G. Westerink et Β. Laourdas, Ἐπιστολὴ 297, στίχ. 93-94.).

[75]    Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα ἀναφέρονται ἀπὸ τὸν Λουκᾶ Χρυσοβέργη στὸ ἐρώτημα: «Ἐάν τις θέλει ἀποκαρῆναι μεγαλόσχημος, ἀποκαρήσεται παρὰ μανδυώτου;» Ἀπόκρισις: «Τὰ περὶ [τῆς] τοῦ μεγαλόσχημου ἀποκάρσεως ἀεὶ ἀμφιβάλλεται, μᾶλλον δὲ καὶ κανόνι ἐνέτυχον, λεγομένῳ εἶναι τοῦ ἐν ἁγίοις πατρὸς ἡμῶν Νικηφόρου, ἐν ᾧ ῥητῶς διαγορεύει τὸν μεγαλόσχημον μοναχὸν ὑπὸ τοῦ μεγαλοσχήμου ἀποκείρεσθαι ἱερέως· ὃ γὰρ ἔχει τίς, τοῦτο καὶ δίδωσιν· ἡμῖν δὲ δοκεῖ, τῶν ἱερέων εἶναι ἀποκείρειν, ὁποίου ἂν καὶ εἶεν τοῦ σχήματος· ὁ γὰρ ἀποκείρων, οὐ καθὸ εἴη, ἀλλὰ καθὸ ἱερεὺς ἀποκείρει· εἰ δὲ γὲ τοῦ ἀποκαρῆναι μέλλοντος λογισμὸς διὰ τὴν ἀμφιβολίαν κραδαίνεται, εἰ μὴ τί ἐστι τὸ προσιστάμενον, ἀποκειρέσθω παρὰ τοῦ μεγαλοσχήμου, οὐ διὰ τὸ ἀναγκαῖον, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀδίστακτον», A. N. Almazov, Neizdannye Kanonitcheskie otvěty Konstantinopolskago patriarkha Luki Khrisoverga, I mitropoleta Rodosskago Nila, Ὀδησ­σὸς 1903, σ. 28.

[76]   «Ὅ ἔχει τίς, φασί, τοῦτο καὶ δοῦναι δύναται. Ἔχει δὲ βάπτισμα ὁ λαϊκός, ἄρα καὶ δοῦναι τοῦτο δύναται. Ἡ δὲ πρὸς τοῦτο ἀπάντησις ἐκ τοῦ ὁμοίου χωρήσει τὸ ἄτοπον. Καὶ γὰρ ὁμοίως καὶ ὁ ἱερεὺς χειροτονῆσαι ἕτερον ἱερέα δυνήσεται, καὶ ὁ διάκονος διάκονον, καὶ ὁ ὑποδιάκονος ὑποδιάκονον …, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ λαϊκὸς προσέτι ἔχων καὶ μυστήριον γάμου καὶ στεφανῶσαι δυνήσεται ἀνδρόγυνον», χφ. Ξενοφῶντος 88, σ. 397.

[77]   Βλ. περισσότερα στοῦ Θ. Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτη Κανονικόν, ὅπ.π., σσ. 214*-222*. Ἀπὸ τὴν παράδοση σχετικὰ μὲ τὸ βάπτισμα τῆς ἀνάγκης ποὺ τελεῖται ἀπὸ λαϊκὸ ὁ κορυφαῖος ἐρευνητὴς τῆς Ἱστορίας τοῦ Βυζαντινοῦ Δικαίου μακαριστὸς Κ. Γ. Πιτσάκης (Γρηγόριος ὁ θεολόγος στὰ κείμενα τῶν Βυζαντινῶν Κανονολόγων, ὅπ.π., σσ. 163-164) σημείωνε τὰ παρακάτω: «Ἀπὸ τὸν χῶρο τοῦ “ἐπισήμου” κανονικοῦ δικαίου ξέρουμε ὅτι τὴν κυριώτερη ἀντένδειξη περιέχει ὁ κανὼν 1 Μ. Βασιλείου: … οἱ δὲ ἀπορραγέντες, λαϊκοὶ γενόμενοι, οὔτε τοῦ βαπτίζειν, οὔτε τοῦ χειροτονεῖν εἶχον ἐξουσίαν …, διὸ ὡς παρὰ λαϊκῶν βαπτιζομένους τοὺς παρ’ αὐτῶν ἐκέλευσαν ἀρχομένους ἐπὶ τὴν ἐκκλησίαν τῷ ἀληθινῷ πταίσματι, τῷ τῆς ἐκκλησίας, ἀνακαθαιρέσθαι (ΡΠΣ, Δ΄, σσ. 90-91 (=Joannou, Discipline, ΙΙ, σ. 97). Ἀπὸ τὴν ὑπόλοιπη πατερικὴ φιλολογία τὴν σημαντικώτερη θετικὴ ἔνδειξη παρέχει τὸ γνωστὸ περιστατικὸ ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου (τουλάχιστον στὴν ἐκδοχὴ τοῦ Σωζόμενου Β. 17 καὶ τοῦ Ιωάννου Μόσχου, Λειμωνάριον, 197 - ἄλλως στὸν Βίο Ἀθανασίου καὶ στὸν Σωκράτη Α.15), κατὰ τὸ ὁποῖο ὁ Ἀλεξανδρείας Ἀλέξανδρος, ὅταν ἀντελήφθη ὅτι ὁ μικρὸς Ἀθανάσιος, παίζοντας μὲ τοὺς φίλους του, τελοῦσε βάπτισμα ἐπ’ αὐτῶν, ἐδοκίμασεν ἅμα τοῖς ἀμφ’ αὐτὸν ἱερεῦσιν βουλευσάμενος μὴ χρῆναι ἀναβαπτίσαι τοὺς ἅπαξ ἐν ἁπλότητι τῆς θείας χάριτος ἀξιωθέντας (Σωζόμενος: PG 67, 976-980. Πρβλ. Λειμωνάριον, σ. 197: Τότε τοίνυν ἐπιμελῶς ἐπιζητήσας παρ’ αὐτῶν ὁ Ἀλέξανδρος, τίνας ἐβάπτισαν καὶ μαθῶν καὶ εὑρῶν ὅτι κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἡμετέρας θρησκείας πάντα ἐκεῖνα ἐτέλεσαν, ἀνακοινωσάμενος τοῖς αὐτοῦ κληρικοῖς, ὥρισε τοὺς ἀξιωθέντας τοῦ θείου λουτροῦ ἐκ δευτέρου μὴ χρῆναι βαπτισθῆναι».

[78] PG 103, 941A (=Bekker, σ. 240).

[79]  Βλ. Πλανοσπαράχτην, ἢ στήλη Αὐξεντίου καὶ Κυρίλλου καὶ ἀκολούθων αὐτῶν ἀνάγραπτος, στοῦ Th. Papadopoullos, Studies and Documents relating to the History of the Greek Church and People under Turkish Domination, Βρυξέλλες 1952 (Λευκωσία 21990), σ. 275 ἑξ. Ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι ὁ Κύριλλος στὸ θέμα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ τῶν αἱρετικῶν συστοιχεῖ μὲ τοὺς λεγομένους Κολλυβάδες (βλ. π. Γεωργίου Μεταλληνου, «Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα». Ἑρμηνεία καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ Ζ´ Kανόνος τῆς Β´ οἰκουμενικῆς συνόδου ἀπὸ τοὺς Κολλυβάδες καὶ τὸν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμου, Ἀθήνα 21996, σ. 107 ἑξ.). Οἱ Κολλυβάδες πρὶν γνωρίσουν τὴ στάση τοῦ Κυρίλλου ἐκφράζονταν θετικὰ γιὰ αὐτόν. Βλ. π.χ. Ἐπιστολὴ τοῦ Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτη στὸν Κύριλλο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (Ὀκτώβριος-Νοέμβριος 1751): «αὐτὸς μὲν οὖν ἑμαυτὸν ἥγαμαι μακάριον, ἐντυχῶν ὑμῖν αὐτοψεί, ὧν τὴν θεσπεσίαν ψυχὴν τῆς μακαρίως ἔγνων ταπεινοφροσύνης οὖσαν θησαύρισμα καὶ συνελόντι τῶν ἀρετῶν ἁπασῶν ἐνδιαίτημα», Ν. Ζαχαρόπουλου, Ἡ πνευματικὴ κίνηση τοῦ ιη´ αἰώνα στὸν ἑλληνικὸ χῶρο μέσα ἀπὸ τὴν χειρόγραφη παράδοση (ἔκδοση ἀνεκδότων λυτῶν χειρογράφων), Θεσσαλονίκη 1984, σ. 161. Ὅμως, ὅταν γνώρισαν ἐγγύτερα τὶς θέσεις του, ἰδίως στὸ ἐπίμαχο ζήτημα τῶν μνημοσύνων, ἔγιναν ἀπέναντί του ἐπικριτικοί. Εἶναι χαρακτηριστικὰ ὅσα γράφει ὁ συντάκτης τοῦ Φραγγελίου, ᾧ ἀποραπίζονται οἱ ἐν τῶν ἱερῷ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀναστάσεως ἀσχημονοῦντες, ἤτοι οἱ ἐν τῇ Κυριακῇ νεκρολογοῦντες», χφ. Εὐαγγελιστρίας Σκιάθου 43, σσ. 8-10, βλ. τὴ «χρηστικὴ» ἔκδοση ἀπὸ τὸν Αρχιμ. Νικόδημο Σκρέττα, Ἡ θεία Εὐχαριστία καὶ τὰ προνόμια τῆς Κυριακῆς κατὰ τὴ διδασκαλία τῶν Κολλυβάδων, Θεσσαλονίκη 2008, παράρτημα σσ. 6-7: «Ἐπειδὴ τοῦ καιροῦ προϊόντος ἀναιδέστερον ἐφαίνοντο ἀσχημονοῦντες, διὰ τοῦτο καὶ σφοδρότερον ἐγίνετο πρὸς αὐτοὺς ὁ ἔλεγχος (δηλ. πρὸς τοὺς ἁγιαννανίτες), ὅθεν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν συσκητιωτῶν ὑπὸ τῆς συνειδήσεως κεντούμενοι, μὴ συνευδοκοῦντες τῇ παραβάσει τῆς παραδόσεως, τὴν τοιαύτην πρᾶξιν ἐξέκλινον, ἀλλ’ ἐκεῖνοι πλείονες ὄντες καὶ ὡς κεφαλὴν τὸν πρώην Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην κὺρ Κύριλλον ἔχοντες (αὐτὸς γὰρ πρότερον μὲν καλῶς τὸ ἔργον κατέκρινεν ἐναντίον ἀποκαλῶν τῆς ἀνέκαθεν παραδόσεως, ὕστερον δὲ ὡς κοῦφος παρά τινων ὑποκλαπεὶς μετεστράφη εἰς τόξον στρεβλόν· καὶ γενόμενος, λοιπόν, ὡς εἷς ἐξ αὐτῶν, μάλιστα καὶ ἐνέπνευσεν αὐτοῖς δύναμιν, λέγων ὅτι οὐδέν ἐστι τοῦτο καὶ ὅτι αὐτὸς ἐπὶ τοῦ θρόνου ὢν ἔδιδεν ἐκδόσεις καὶ ἐτέλουν ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν Κυριακὴν τὰ τοιαῦτα μνημόσυνα), ἐκεῖνοι δή, φημί, ὡς πλείονες ὄντες ὑποβάλλουσιν ἀφορισμοῦ ἐπιτιμίῳ, ὡς δῆθεν ταραχώδεις, τοὺς μὴ συνευδοκοῦντας καὶ ἀπείργουσιν αὐτοὺς οὐ μόνον ἐκκλησίας, οὐ μόνον κελλικῆς εἰσόδου, οὐ μόνον τῆς κοινῆς ὁμιλίας καὶ ἀναστροφῆς, ἀλλὰ καὶ τοῦ μύλου χρείας, κελεύσαντες ἵνα μὴ ἀλήθωσιν αὐτοῖς· μὴ γὰρ ἔχων (ὡς ἔφη τις) ὁ κὺρ Κύριλλος ἐκ λόγου ἐπιχειρίσασθαι, ἐπεχείρησεν ἐκ τῆς τοῦ μύλου πτερωτῆς. Οὕτω τοιγαροῦν οἱ ἐλεεινοὶ ἐκεῖνοι ἀδελφοὶ δεινῶς διωκόμενοι καὶ λιμαγχονούμενοι (οὐκ ἔστι γὰρ εὔκολον εἰς ἕτερον μύλον ἀπέρχεσθαι) φόβῳ τοῦ τῆς παραβάσεως κρίματος καὶ ἄκοντες κατέλιπον τὰς οἰκήσεις των καὶ ἄλλος ἀλλαχόσε τοῦ Ὄρους ἀνεχώρησαν. Δὲν ἐδυνήθησαν ὅμως οὐδὲ οὕτως ἡσυχίαν εὑρεῖν οὐδαμοῦ· οὐ γὰρ μόνον οἱ ἁγιαννῖται αὐτοὶ ἐμπαθῶς κατ’ αὐτῶν φερόμενοι σκανδαλοποιοὺς καὶ ταραχώδεις αὐτοὺς ἐκήρυττον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἔξω πολλοὶ φιλίως πρὸς αὐτοὺς διακείμενοι καὶ τὰ τῶν ἁγιαννιτῶν διεκδικοῦντες, ὡς μιάσματα τούτους ἀπέφευγον καὶ τοὺς ἄλλους οὕτω ποιεῖν ἐπιμελῶς ἄγαν ἐδίδασκον, ὧν ἁπάντων ὁ κράτιστος καὶ κορυφαιότατος ὁ ποτὲ Χαλεπίου ἦν, ὁ γλῶττα καὶ χεὶρ καὶ οὖς τοῦ κὺρ Κυρίλλου καὶ πρότερον ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ νῦν ἐν τῷ Ὄρει διατελῶν, τοῦτον, ὅστις οὐκ οἶδεν, ὁποῖος ἐστὶν ἀνὴρ οὗτος, ὡς ἁπλῶς εἰπεῖν, τὸν τῆς πόλεως καὶ τὸν τοῦ Ὄρους ἀγνοεῖ δοίδυκα». Περισσότερα γιὰ τὸ θέμα τοῦ ἀναβαπτισμοῦ βλ. Ελένης Γ. Γιαννακοπούλου, Ὁ ἀναβαπτισμὸς τῶν αἱρετικῶν 1453-1756. Σταθμοὶ ἔρευνας καὶ πράξης (ἱστορικοκανονικὴ θεώρηση), Ἀθήνα 2009.

[80]  Πηδάλιον, σσ. 370-371.

[81]   Παύλου Μενεβίσογλου, Μητροπολίτου Σουηδίας, Μὴ ἐπισημανθεῖσαι προσθῆκαι τοῦ ἱερομονάχου Θεοδωρήτου ἐν τῷ Πηδαλίῳ, Κληρονομία 21 (1989) 202-203.

[82]  Θ. Ξ. Γιάγκου, Χριστοφόρου Προδρομίτου Κανονικόν, ὅπ.π., σσ. 170*-180*.

[83]   «Οὐ μόνον δὲ ταῦτα, ἀλλὰ ἐτόλμησεν ὁ τολμητίας νὰ προσθέσῃ εἰς τοιαύτην βίβλον (τὸ Πηδάλιον) καὶ τὸ συμπέρασμα ὅλον τῆς ὀνειροκριτικῆς  ἑρμηνείας του εἰς τὴν ἱερὰν Ἀποκάλυψιν, δηλαδὴ ὅτι ὁ Πάπας καὶ ὁ Μ... εἶναι ὁ Ἀντίχριστος καὶ οὐδεὶς ἕτερος, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ φέρουν ὄχι μόνον ζημίας χρηματικὰς ἀλλὰ καὶ κίνδυνον ζωῆς». Ἐπιστολὴ Νικοδήμου Ἁγιορείτου πρὸς Δωρόθεο Βουλησμᾶ (19 Νοεμβρίου 1801).

[84]  PG 42, 193B.