Το ενδιαφέρον μου γιά την Ορθοδοξία  στη Ρωσία ξεκίνησε από εκείνον που διέγνωσε παιδιόθεν τη κλίση  μου και έσπειρε στη ψυχή μου τον πόθο για  τα   ιερά γράμματα. Είχε μετεκπαιδευτεί στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρουπόλεως ο Γρηγόριος Παπαμιχαήλ. Όταν τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και έφθασα στην έκτη Γυμνασίου του ζήτησα να ακολουθήσω τη δική του πορεία πού άρχισε από τη σχολή της Χάλκης. Πραγματικά μου έδειξε το δρόμο, αλλά τελικά το ποθούμενό μου  προήλθε μετά από εκ Θεού συνάντησή μου με τον ελθόντα ως ασθενή  στην Αθήνα το 1947 πατριάρχη Μάξιμο Δ΄. 

Τότε κλήθηκα να φοιτήσω στην περίφημη Σχολή κάτι που εμποδίστηκε επί τριετία γιατί η Άγκυρα παρά τις αιτήσεις μου δεν μου χορηγούσε θεώρηση διαβατηρίου, ίσως γιατί ενδιαφέρετο για την ασημότητά μου το Φανάρι. Έτσι τελείωσα τὴ Θεολογική Σχολή των Αθηνών και το Πατριαρχείο με έστειλε για μετεκπαίδευση στο Ινστιτοῦτο Ορθοδόξου Θεολογίας του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι επί διετία και στη Σορβόννη. Η μαθητεία κοντά σε σοφούς  εκεί  διδασκάλους άνοιξε τους ορίζοντές μου για τη βαθύτερη μύηση στην Ορθόδοξη Θεολογία,  αλλά  και το ζήλο μου  για  τη   σπουδή της ορθοδόξου ευσεβείας του Ρωσικού λαού.  

Όταν τελείωσα την εκπαιδευτική μου διακονία, γνωστός ήδη στους Μοσχοβίτες  από συνεργασία μαζί τους για την καταχώρηση λημμάτων τους στὴν έκδοση της Θ. Η. Εγκυκλοπαίδειας και από τα δημοσιεύματά μου θέλησα να γνωρίσω  εκ του σύνεγγυς την Εκκλησία στὴ Ρωσία την εποχή της ανασυγκροτήσεως της Περεστρόϊκας (ρωσικά: перестройка), που συντελούνταν στη τότε Σοβιετική Ένωση κατά πρόταση τοῦ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ η αναδιάρθρωση του κράτους με οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις από τον Απρίλιο του 1985 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1991.

Τότε επωφελήθηκα να ταξιδεύσω δαπάνες μου με ένα όμιλο σε διάφορες μεγαλουπόλεις της Ρωσίας αρχίζοντας από το -τότε- Λένιγκράντ. Εμένα με ενδιέφερε  η εκκλησιαστικὴ ζωή του τόπου, οι μνημειώδεις εκκλησίες του, η Λαύρα και η Θεολογικὴ Ακαδημία, οι βιβλιοθήκες του και προ πάντων ο ιστορικὸς Καθεδρικός ναός της  «Παναγίας του Καζάν», Σώτηρας του Ρωσικού λαοῦ και προστάτριας του βασιλικού οίκου των Ρωμανώφ.  Αυτή κτίστηκε ἐπὶ αυτοκράτορα Αλεξάνδρου  Α΄ (1801-1825)  από το σπουδαίο αρχιτέκτονα Α. Η. Μπορονίκιν το 1801-1811 κατά  αναγεννησιακὸ πρότυπο για να  αισθητοποιεί  τη γνωστή τσαρική  ιδεοληψία  πως  εκεί  πρέπει να φωλιάζει ἡ Τρίτη Ρώμη!  Για να εκφραστεί αυτή  η  μεγαλομανία και στην ογκώδη ναοδομία της και να γίνει «εκκλησιαστικό» βίωμα ο πλούτος και το πλήθος  σε γηγενείς και αλλογενείς ορθοδόξους,  από την ανατολική πλευρά της εισόδου αντιγράφεται το  μνημειώδες  ελληνιστικό  αέτωμα  και από τη δυτική πλευρά που περνά η Λεωφόρος Αλεξάνδρου Νέφκι, του εθνικού αγίου των Ρώσων,  γίνεται μίμηση του  περιστυλίου που σχεδίασε ο Μπερνίνι στη πλατεία του Αγίου Πέτρου της Ρώμης και υποδέχεται σαν «αγκαλιά» τους προσερχόμενους.

Αυτός ο ναός  επί εκατονταετία και πλέον  λειτούργησε  μεγαλειώδεις  λατρευτικὲς συνάξεις ρυθμισμένες σκηνοθετικά για να υπερβούν τη γνήσια απλότητα του αρχαίου βυζαντινού τυπικού, που είναι  απηλλαγμένο από περιττές κινήσεις και πληθωρικές επιδείξεις δυνάμεως και  πλούτου  για την υποβολή της ορθοδόξου  κατανύξεως στους προσκυνητές του. Η «αυτοκρατορική» λατρευτική αμετροέπεια φαίνεται πώς προκάλεσε την παιδαγωγία «των ουρανών» και μέσα στη επαναστατική δίνη των μετά  1917 χρόνων ο ναός βεβηλώθηκε και το πάνσεπτο πρότυπο της αγίας εικόνας της Θεοτόκου εξαφανίστηκε  και ασύνετα βιάστηκαν να κηρύξουν:  «το θάνατο του Θεού» και  «το τέλος της Εκκλησίας», αφού είναι κατά το Λένιν και το Στάλιν «εντελώς περιττές μυθολογίες για να ναρκώνουν τους λαούς και να πλάθουν φανταστική ευτυχία και να ονειρεύονται δικαίωση ! Και για να στηρίξουν την αντιθρησκευτικὴ προπαγάνδα τους, καθώς και τους ανελέητους σκληρούς και αιμοδιψείς διωγμούς κατά του κλήρου και των μυριάδων του θρησκευόμενου λαού. 

Αφού διέλυσαν τις μικρότερες συλλογές αντικειμένων των ανά τη Ρωσία αντίθρησκων το 1932  συγκέντρωσαν μέσα στο «κλέος των ουρανών» που ήταν για τη ρωσική ευλάβεια ο ναός της Παναγία του Καζάν,  κάθε βλάσφημο και προσβλητικό της θρησκείας «πειστήριο»  και συγκρότησαν εκεί το πρώτο «Μουσείο της Αθεΐας»  στην Ιστορία της ανθρωπότητος!

Όταν έφθασα μία «λευκή νύκτα» του Ιουλίου στο τότε Λένινγκραντ και ζήτησα το πρόγραμμα των ξεναγήσεων  διαπίστωσα ότι από τα περίοπτα μέρη που επρόκειτο να επισκεφθώ απουσίαζε ο ναός της Παναγίας του Καζάν. Κατάλαβα ότι ο ναός αυτός, λόγω της μεταγενέστερης χρήσεώς του,  εθεωρείτο πλέον κλειστός για τους επισκέπτες γιατί ανακαλούσε στη μνήμη δυσμενείς καταστάσεις του παρελθόντος για την υψηλή περιωπή του λαμπρού πολιτισμού του ρωσικού λαού.  Παρεκάλεσα  τον εντεταλμένο της ξεναγήσεώς μας ότι θέλω να επισκεφθώ μαζί με τους συνοδίτες μου το «Μουσείο τής Αθεῒας» ως ειδικός στα θρησκεύματα καθηγητής και για επιστημονικούς μόνον λόγους. Με πληροφόρησε ότι υπάρχουν για την επίσκεψη αυτή δυσκολίες και χρειαζόταν πλέον ειδική άδεια. Τον παρεκάλεσα θερμά να την εξασφαλίσει. Και το αίτημα ικανοποιήθηκε.

Φθάσαμε στο πρόπυλο του άλλοτε προσκυνήματος των Ρώσων. Εξωτερικά δεν είχε χάσει τίποτα από τούς αρχικούς  συμβολισμούς  του.  Όμως όταν βαδίσαμε στο εσωτερικό βρεθήκαμε σε ένα σκελετωμένο ναό που είχε χάσει την ιερότητα και την λατρευτική  ωραιότητά του όταν στερήθηκε την ορθόδοξη  ψυχή του. Αυτή βίαια ξεριζώθηκε με φανατισμό προσήλυτων και εκεί εγκαταστάθηκε η βαρβαρότητα της ανευλάβειας, η αθεΐα  για να ξεχαστεί ό,τι επί χίλια χρόνια εξευγένισε αυτό το λαό,  ο οποίος καταστάθηκε βαφτισιμιός της ορθόδοξης πίστεως από τη Μητέρα Εκκλησία όλων των Ορθοδόξων της Ανατολικής Ευρώπης, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το κεντρικό κλίτος μέχρι την αψίδα του ιστορικού ναού είχε μεταβληθεί σε μία ψυχρή κατά μήκος ανακτορική  αίθουσα, γιατί είχε αφαιρεθεί το επίχρυσο εντυπωσιακό τέμπλο του. Η δεξιά πλευρά ήταν εκθετήριο σε πίνακες πάσης μονομερούς φλυαρίας διαποτισμένης από τη θνητή δοξασία απαξιώσεως της πίστεως από τη πολιά αρχαιότητα φιλοσόφων και σοφιστών μέχρι την Αναγέννηση και την εποχή του σοσιαλισμού,  «που κατάφερε να αποδείξει, όπως έλεγε ο Νικόλαος Μπερντιάεφ, ότι  η Εκκλησία δεν κατάφερε να εκπληρώσει την αποστολή της». Στο «Πάνθεο» αυτό των εκπροσώπων της άγνοιας και του ορθού λογισμού παρελαύνουν από τον  Πρωταγόρα, τον Γοργία, τον Διαγόρα, τον Ξενοφάνη, τον Επίκουρο και τον  Σενέκα μέχρι το Χόλμαχ, το Ντιντερώ, το Βολταίρο και το Φόυρμπάχ, αλλά και τον Μάρξ με τον Ένγκελς, το Λένιν και το Μπουχάριν,  τους -σε διάφορες εποχές-  διαπρέψαντες στους απαξιωτικούς αφορισμούς κατά του πανανθρώπινου βιώματος του θεϊσμού.

Και εμείς γνωρίζουμε  ότι κάθε βίωμα αντιστοιχεί σε μία πραγματικότητα, όπως είναι το πανανθρώπινο βίωμα της υπάρξεως του Θεού και  ακόμη ότι χρειάζεται «περισσότερη πίστη ο μη πιστεύων για να πιστεύσει στην ανυπαρξία του Θεού, από τον θρησκευόμενο που πιστεύει στη  γνώση του Θεού»!  Το μόνο θετικό που είδα σ' αυτή τη πλευρά δοξάσεως της ανυπαρξίας του Θεού ήταν ένα εξαίσιο ομοιώματος κατά τομή μίας πολυόροφης Κατακόμβης της Ρώμης, που δεν συνάντησα ούτε στην ειδική  Αρχαιολογική Σχολή της Αγίας Έδρας. Με συγκίνησε η ακρίβεια της εκτελέσεως του προπλάσματος, που από κάποια Ορθόδοξη Ακαδημία κατασχέθηκε για να εκτεθεί.  Αυτό έφερε στη μνήμη του μία διφορούμενη  φράση του Νικήτα Κρουτσώφ που είπε:  «ὁτι στους μπολσεβίκους το 1917 έτυχε ο κλήρος να διορθώσουν στη Ρωσία  τα λάθη του Νέρωνα και του Διοκλητιανού». Όμως σε εμένα το αξιοθαύμαστο ομοίωμα της Ρωμαϊκής Κατακόμβης υπενθύμισε πολλά περισσότερα. Κυρίως όμως τις εκατόμβες των Νεομαρτύρων που προκάλεσε ο στρατευμένος αθεϊσμός του τότε απάνθρωπου επαναστατικού  καθεστώτος.   Η εμπέδωση των δοξασιών του για τον υλιστικό ευδαιμονισμό του λαού της Ρωσίας εξόντωσε με διάφορους φρικτούς τρόπους περισσότερους από τους 58 επισκόπους και τους 42.000 ιερείς και διακόνους νεομάρτυρες, μαζί με το νέφος των 20 εκατομμυρίων ομόδοξων ανώνυμων μαρτύρων αδελφών μας!  

Η επιμελημένη  θεατρικότητα αυτής της  «Έκθεσεως του Αθεϊσμού» καθρέπτιζε τη ψυχρότητα και ξηρότητα  της  αθεϊστικής διανοήσεως, που οπωσδήποτε ούτε αναπαύει το θεατή της, ούτε και πληροφορεί τον αναγνώστη με τα ογκώδη πινάκια γιατί οι αντίθεοι  λογικοφανείς  συλλογισμοί τους αποτάσσονταν από τον φιλοξενούντα χώρο μνημείο της πίστεως του βασανιζόμενου λαού από τις θεωρίες που θεμελιώθηκαν επάνω στην απελπισία χωρίς  ιερό αντίκρισμα. 

Ερχόμεθα από την δεξιά πλευρά στην αριστερή, όπου εκτίθενται  τα εκκλησιαστικά πράγματα και σύμβολα, προφανώς για να συγκρίνονται με την απέναντι τους αθεϊστική αφροσύνη. Τεράστια ήταν η συλλογή των ιερών αντικειμένων  από τις απογυμνωμένες εκκλησίες και τα μοναστήρια της σοβιετικής επικράτειας. Η αρπαγή ήταν επιλεκτική για να ικανοποιηθεί αφ' ενός η ληστρική απληστία  του πλουτισμού των οργισμένων επαναστατών και αφ' ετέρου  να θριαμβεύσει ο  οίστρος της αθεοφοβίας. Όποια πολύτιμη αξία αφιερώθηκε και κάλυψε σεβάσμιες εικόνες, όπως αυτή της εφέστιας εικόνας της Παναγίας του Καζάν,  ξηλώθηκε και διανεμήθηκε ως λεία λεηλασίας μεταξύ πειρατών και η απεικόνιση καταστράφηκε για να εξαφανιστεί το πειστήριο, που ευτυχώς είχε αντιγραφεί στο παρελθόν και διασώθηκε αυτός ο «καθοδηγητικός» τύπος της «Σώτηρας» του ευσεβούς ρωσικού λαού.

Αυτό συνετέλεσε πολλά πολύτιμα κειμήλια να απολεσθούν και να διασωθούν πολλές επί ξύλου φορητές  εικόνες όλων των τύπων της Θεοτόκου και του Θεομητορικού κύκλου, όπως επίσης και Ευαγγελίων και ιερών σκευών και άλλων αντικειμένων από μη ευγενή μέταλλα και εξαιρετικής  ποιότητος αμφίων, επιταφίων και καλυμάτων  από τον τεράστιο πλούτο της ρωσικής ευσέβειας. Λαμπρή είναι η τέχνη της εκκλησιαστικής μεταλλουργίας, της υφαντικής και της μικροτεχνίας ενδεικτική της ευαισθησίας αφιερωμένων ψυχών, παρά την βαρβαρική νοοτροπία του πλουτισμού που αποπνέουν. Όμως όλα αυτά έδεναν υπό τον θόλο και τις τοξοστοιχίες του μεγαλειώδους χώρου του ναού και δείχνουν τη ταύτισή τους με το ιστορημένο περιβάλλον που διαλαλεί ότι είναι  οικεία ιερά πράγματα, σε σχέση με τα δεξιόθεν εκτιθέμενα! Τη  κατάνυξη προκαλούσαν τα δακρύρροα όμματα των εικόνων της θλιμένης Θεομήτορος και αυτή η καρδιακή επαφή μας οδήγησε στο περίεργο τόλμημα να συγκεντρωθούμε στο κέντρο του ναού και χαμηλά και σεμνά για να μή προκαλέσουμε  να σιγοψάλουμε θεομητορικά τροπάρια για να δοκιμάσουμε δήθεν «την ακουστική του κτιρίου»! Τακτικό «εύρημα» μήπως αντιμετωπίσουμε  παρέμβαση των φυλάκων της Αγία Σοφιάς! Και εδώ όμως πάλι οι υπάλληλοι του Μουσείου ανησύχησαν μας πλησίασαν με ευγένεια και όταν τους εξηγήσαμε ότι είμεθα Έλληνες έσπευσαν να ειδοποιήσουν τον υπεύθυνο για την  ενέργειά μας. Έφθασε ο διευθυντής με ένα πλατύ χαμόγελο και μας χαιρέτησε και μας είπε ότι το ναό πριν λίγες ημέρες επεσκέφθηκε και η μητέρα του Γκορμπαστώφ που είναι ορθόδοξη και μας ενεθάρρυνε να συνεχίσουμε τη ψαλμωδία στα ελληνικά. Άλλο που δεν θέλαμε και τότε με ψαλμωδία από μνήμης εξαντλήσαμε όλο το  κύκλο των Θεομητορικών ύμνων και με την άδεια του ευγενέστατου αυτού ανθρώπου. Απόλυτα  ικανοποιημένοι αναχωρήσαμε από τον ναό γιατί ανταποκριθήκαμε σε μία παράδοξη πρόσκληση, που στην πραγματικότητα ήταν ένας Ευαγγελισμός της ρωσικής αναδομήσεως και ταυτόχρονα και ο Τελευταίος Ασπασμός στη διαιώνιση της αθεϊστικής μανίας που προσπάθησε να διαιωνισθεί  σε σεπτό οίκο λατρείας του Θεού. 

Πέρασε μικρό διάστημα και το μήνυμα ήλθε από την Αγία Πετρούπολη. Μάθαμε πως εκεί που σταθήκαμε και ψάλλαμε τους Θεομητορικούς ύμνους χωρίς να το ξέρουμε  μελλωδούσαμε εγερτήριο σάλπισμα προς εκείνο που έλεγε την Παναγία «χαρά της χαράς ημών»  και στο υπόγειο μας άκουσε  κρυμμένος μέσα σ' ενα χαλί ο  ταπεινός δούλος της Θεομήτορος Πρόχορος Μοτόνιν που διέπρεψε ως εραστής καρδιών,  ο Όσιος  Σεραφειμ του Σάρωφ (1759-1833) ο οποίος αγιοκατατάχθηκε  στις δέλτους της τοπικής του Εκκλησίας στις 19 Ιουλίου 1903  και έκτοτε  τιμάται την ημέρα της κοιμήσεώς του 3 Ιανουαρίου σε όλη πλέον την Οικουμένη. 

Το Συναξάρι του Οσίου έγινε γνωστό στη Ελλάδα κυρίως μετά το 1918 από πολλούς ελληνόφωνους πρόσφυγες εκ Ρωσίας, μεταξύ των οποίων ήταν και  αρκετοί ρωσομαθείς ιερείς  που ως ομογενείς τοποθετήθηκαν σε διάφορες ενορίες προς ζωάρκεια, ακόμη  και μερικοί ρώσοι μοναχοί που κατέφυγαν στο Άγιο Όρος.

Αυτοί άρχισαν να διηγούνται τις  προφητείες του Οσίου για τα γεγονότα που ακολούθησαν, καθώς και  διάφορα θαυμαστά γεγονότα του βίου του. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Φώτης Κόντογλου και ο σπουδαίος θεολόγος Βασίλης Μουστάκης, που άφρονα τότε υποτίμησε η διοίκηση της ελλαδικής Συνόδου, εξέδιδαν το περιοδικό «Κιβωτός». Το περιοδικό αυτό απετέλεσε από το 1952-1955, μέσα  στην  «επαρχιωτική» ξηρασία του τόπου, γεγονός αρτυμένο με το γνήσιο άρωμα της ορθόδοξης παραδόσεως. Στα τεύχη 19-23 του Ιουλίου μέχρι του Νοεμβρίου του 1953 δημοσιεύθηκε μετάφραση από τα γαλλικά του  άρθρου της Βαλεντίνης Ζάντερ, συζύγου του καθηγητή Ζάντερ, το οποίο ευρύτατα γνωστοποίησε τα του Βίου και της Πολιτείας του μεγάλου ρώσου ερημήτη.

Έκτοτε απλώθηκε η ευλάβεια στο σεμνό πρόσωπό του Οσίου και το δίδαγμα της αγίας απλότητός του παιδαγώγησε πολλούς στην αγνή και ενδόμυχη πίστη για να αναζητήσουν  την ορθή οδό προσεγγίσεως του μυστηρίου της Εκκλησίας που δεν έχει καμιά σχέση με τα ιδεολογήματα άλλων εποχών, είτε αυτά που εκφράζονται με αρχιτεκτονικές γραμμές σε μεγαλειώδη ναό, όπως συνέβη στην Παναγία του Καζάν της Αγίας Πετρουπόλεως, είτε όταν οι εκκλησιαστικοί παράγοντες υποτάσσονται στις τυφλές κρατικές επιδιώξεις και μερίζουν εθνοφυλετικά τους λαούς.

Η διακύμανση της  τραγικής ιστορίας αυτού του ναού ας διδάσκει πόσο εύκολα ένας αγιασμένος χώρος  μεταβάλλεται  σε Μουσείο του Αθεϊσμού και τ' ανάπαλιν για την παιδαγωγία των ατάκτων.  Η «ταπείνωση και η υπακοή του φτωχούλη δούλου του Θεού Σεραφείμ Μοτονίν» πρέπει να παραδειγματίζει πάντα τους συμπατριώτες του ιεράρχες και παντού να ειρηνεύουν τις διαφωνίες, και όχι να τις ερεθίζουν για να επιδεικνύουν την επιρροή τους, όπως τώρα συμβαίνει στα της Εσθονίας, στα του Κατάρ, στην Τσεχία, είτε και  όπου αλλού  δείχνουν πόσο εύκολα ξέχασαν τα παθήματά τους μετά το 1917 μέχρι και το 1987!  Μήπως αδυνατούν να αντιληφθούν ακόμη, όπως και οι ενταύθα παροικούντες αρχιερείς  ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως - Νέας Ρώμης  «είναι συντεταγμένος κανονικά ιερός αποστολικός θεσμός με οικουμενική συμφωνία και διαχρονική Ιστορία» και ότι όσοι επιδιώκουν  να την υποκαταστήσουν ή να τροχοπεδήσουν τη πορεία της προσβάλλουν τη Συνείδηση της Εκκλησίας, που απεχθάνεται τις αυταπάτες και την ακηδία της αδράνειας και αναβλητικότητας για την επίλυση των από αιώνων χρονιζόντων εκκλησιαστικών προβλημάτων; Όμως αδελφοί, «οι καιροί ου μενετοί».

 Α.Π.