Ακολουθεί απόσπασμα της εισήγησης του Μητροπολίτη Προύσης Ελπιδoφόρου Λαμπρυνιάδη, Αν. Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του ΑΠΘ στο διεθνές συνέδριο με θέμα: «Διακόνισσες, Χειροτονία των Γυναικών και Ορθόδοξη Θεολογία»:

Ἀρχὴ καὶ πηγὴ τῆς σκέψεως τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ἡ πολιτιστική, φιλοσοφικὴ καὶ θρησκευτικὴ Παράδοση, τὴν ὁποία παραλαμβάνει, ἐπεξεργάζεται καὶ τῆς ὁποίας γίνεται ὑπέρμαχος καὶ ρωμαλέος ὑποστηρικτής. Σὲ ὅλα τὰ κείμενα τοῦ Ἀκινάτη εἶναι ἐμφανὴς ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Ἀριστοτέλη ἀλλὰ καὶ τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τῶν ἔργων τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαιτέρως τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου. Ὁ Ἀκινάτης δρᾶ καὶ θεολογεῖ μέσα σὲ αὐτὸ τὸ περιβᾶλλον καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν Regula Fidei ἀλλὰ καὶ τὴνTraditio. Γι” αὐτὸ καὶ οἱ θέσεις του δὲν εἶναι διόλου διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς παλαιὲς ἀντιλήψεις περὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς ὑποστάσεως τῆς γυναίκας.

Μεθοδολογικὰ θὰ ξεκινήσει ἀπὸ τὸν Ἀριστοτέλη, μὲ μία ἀναλογία ποὺ ἔχει ξεκάθαρες ὀντολογικὲς προθέσεις:

Ἔπειτα διακρίνουμε καὶ ἐντοπίζουμε ὀντολογικές, φυσικές, φυσιολογικὲς ἕως ἠθικὲς καὶ πνευματικὲς προεκτάσεις – φιλοσοφικὲς καὶ θεολογικές – ἀφορῶσες στὴν ἀντίληψη τῆς ὑπόστασης τῆς γυναίκας ἀλλὰ καὶ στὶς σχέσεις της μὲ ἐκείνης τοῦ ἀνδρός.

Ἀρχικὴ ἀναλογία: μεταξὺ ὀντολογίας καὶ μύθου.

Ὁ Ἀκινάτης σχολιάζοντας τὸν Ἀριστοτέλη μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἡ βασικὴ φύση τῶν κτιστῶν ὄντων ποὺ προϋφίσταται, δηλαδὴ ἡ πρώτη ὕλη[1], ὁμοιάζει πρὸς τὴν μητέρα καὶ, μαζὶ μὲ τὸ εἶδος, -τὸν πατέρα, τὸ ἀνδρικό- ἀποτελοῦν τὴν αἰτία τῶν πραγμάτων ποὺ παράγονται μὲ φυσικὸ τρόπο: ὅπως ἡ μήτηρ λαμβάνει μέρος στὴν φυσικὴ παραγωγή «λαμβάνουσα», «δεχόμενη» τὴν γεννητικὴ ἐνεργὸ δύναμη τοῦ ἄρρενος μὲ παθητικὸ τρόπο, τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ὕλη[2].

Ὅπως εἶναι εὔλογο, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς συναντοῦμε τὸν Ἀριστοτέλη ὡς πηγὴ τῆς σκέψης τοῦ Ἀκινάτη. Στὸ κείμενο τῆς Φυσικῆς του[3] συγκρίνει τὴν πρώτη ὕλη[4] μὲ τὴν μητέρα, λόγῳ τοῦ δεκτικοῦ καὶ παθητικοῦ ρόλου ποὺ διαδραματίζει στὴν παραγωγὴ ὑλικῶν ὄντων μαζὶ μὲ τὸ εἶδος.

Σημειωτέον, ὅτι ἡ ὁμοιότητα καὶ ἡ ἀναλογία αὐτὴ μεταξὺ τῶν ἐννοιῶν ὕλη καὶ μήτηρπαρατηρεῖται ἤδη στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἑλληνορωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Γι” αὐτό, δὲν εἶναι διόλου παράξενο νὰ κρύβεται στὴν λέξη ὕλη -materia- ἡ λέξη μήτηρ –materΜήτηρ καὶὕλη, ἀπὸ ἀρχαιοτάτους χρόνους, συνδέονται μὲ τὴν παραγωγὴ τῶν φυσικῶν πραγμάτων καί, κατὰ συνέπεια, μὲ τὴν ἔννοια φύση -natura. Πρὸς τὴν ἔννοια natura (nascor, natus, natura, -γεννῶ, γέννημα, ποιότης πᾶν τοῦ γεννομένου), σχετίζεται ὅ,τι γεννᾶται καὶ παράγεται κατὰ φυσικὸ τρόπο. Αὐτὴ τὴν ἀρχαία παράδοση τὴν προσλαμβάνει καὶ τὴν συστηματοποιεῖ ὁ Ἀριστοτέλης, ὅταν ἰσχυρίζεται ὅτι κατὰ τὴν παραγωγὴ τῶν φυσικῶν πραγμάτων ἢ ὄντων, ἡ ὕλη εἶναι καὶ μήτηρ. Σὲ αὐτὴ τὴ γραμμὴ ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης πρὸς ἀποφυγὴν πάσης ἀμφιβολίας καθιστᾶ σαφὲς ὅτι πρόκειται γιὰ αἰτία παραγωγῆς ὡς δοχεῖονest causa generationis in recipiendo[5].

Γιὰ νὰ διευκρινιστεῖ ὀρθὰ ἡ προτεινομένη ἀναλογία, θὰ πρέπει νὰ τονιστεῖ ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν ἀριστοτελικὴ ἀντίληψη, ἡ πρώτη ὕλη μαζὶ μὲ τὸ εἶδος εἶναι ἡ πρώτη ἢ φυσικὴ οὐσία τῶν κτιστῶν ὄντων. Οὐσιαστικά, ἡ πρώτη ὕλη μπορεῖ νὰ ἑρμηνευτεῖ ὡς ἕνα μὴ-ὂν ποὺ «δύναται» νὰ εἶναι, ἐφόσον λαμβάνει ἢ δέχεται τὸ εἶδος (γίνεται δοχεῖον). Ἡ πρώτη ὕληεἶναι ἕνα τόσο ἀτελὲς ὂν –ὡς δυνάμει καὶ ὄχι ὡς ἐνεργείᾳ ὄν-, μὲ μία τόσο ἀνεπαρκῆ ὀντολογικὴ σύσταση, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ εἶδος[6]. Τὸ εἶδος, ὡστόσο, εἶναι ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖο διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὴ ἡ ὕλη καθίσταται συγκεκριμένο ὂν ἐκ τοῦ δυνάμει εἰς τὸ ἐνεργείᾳ: δίδει, λοιπόν, στὴ φυσικὴ ὕλη – τὴ δευτέρα ὕλη – τὸ εἶναικαὶ τὸ εἶναί τι. Θὰ πρέπει νὰ προσθέσουμε ὅτι ἡ πρώτη ὕλη -materia prima- ἐφόσον δέχεται τὴ μορφὴ ἢ τὸ εἶδος, ἑρμηνεύεται ὡς ἡἐξατομικεύουσαἀρχὴ τῆς δευτέρας λης. Διὰ τοῦ εἴδους ἡ ὕλη εἶναι καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶναι. Διὰ τῆς ὕλης, ὅμως, εἶναι αὐτὸ τὸ συγκεκριμένο ὂν  οὐσία. Ἐφόσον, ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἡ ὕλη δίχως τοῦ εἴδους θεωρεῖται ἁπλῶς ἕνα μὴ ὂν ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, ὁ Θωμᾶς Ἀκινάτης συμπεραίνει ὅτι: ἀφοῦ τὸεἶδος εἶναι καλὸ καὶ ἐπιθυμητό, ἡ ὕλη, ποὺ εἶναι κάτι διάφορον τῆς στερήσεως καὶ τοῦ εἴδους, γεννήθηκε γιὰ νὰ ὀρέγεται καὶ νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὸ εἶδος[7].

Deaconesses_279

A΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ὀντολογική ἀτέλεια (τοῦ θήλεος σὲ σχέση μὲ τὸ ἄρσεν). Βιβλικὴ συμβολική.

Τὸ θῆλυ, κατὰ τὴν ἄποψη τοῦ Ἀκινάτη, εἶναί τι τὸ ἀνεπαρκὲςκαὶτυχαῖο[8]. Τὸ ζωτικὸ στοιχεῖο (δηλ. κάθε τι τὸ ζῶν) σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις του εἶναι πλήρως παρὸν στὸν ἄνδρα, στὸ ἄρσεν. Τὸ ἄρσεν, μὲ τὴν ἐνεργὸ ἰσχύ του, προσπαθεῖ φυσιολογικὰ νὰ γεννήσει ἕνα ἄλλο ἄρσεν, παρόμοιο κατὰ πάντα πρὸς τὴν αὐτοτέλειά του.

Ἡ γυναίκα, ὅλως ἀντιθέτως, εἶναι ὂν ἀτελές, δὲν εἶναι ἐπιθυμητό, καὶ γεννιέται ὡς θῆλυ, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ ἀνδρός, ἢ κάποιας ἀδιαθεσίας τῆς ὕλης ἢ κάποιας ἐξωτερικῆς μεταβολῆς, «ὅπως οἱ νότιοι ἄνεμοι ποὺ εἶναι ὑγροί», διευκρινίζει ὁ Ἀκινάτης[9].

Βιβλικὰ -καὶθεολογικά-, ἡ ἀτέλεια καὶ ἡ ὀντολογικὴ ἐξάρτηση τοῦ θήλεος σὲ σχέση μὲ τὸ ἄρσεν καὶ τοῦ γυναικείου φύλου ἔναντι τοῦ ἀνδρικοῦ, κατοχυρώνεται πλήρως, πάντοτε κατὰ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη, ἐννοεῖται.

Λóγῳ τῆς ὀντολογικῆς της ἀτέλειας, ἡ γυναίκα ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἀνδρός, γιὰ νὰ φανεῖ ξεκάθαρα ἡ ὀντολογική της ἐξάρτηση ἀπὸ ἐκεῖνον καὶ ἡ ἐξέχουσα ὑπεροχή του ἔναντι αὐτῆς. Καί, προσθέτει ὁἈκινάτης, ὅπως ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ σύμπαντος, οὕτω τὸ ἄρσεν-ἀνὴρ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους[10].

Deaconesses_328

B΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ἀναπαραγωγή (τοῦ θήλεος καὶ τοῦ ἄρρενος)

Συμφώνως πρὸς τὴν παραπάνω ὀντολογικὴ διευκρίνιση καὶ ἀναλογία, ἡ γυνή-μήτηρ, κατὰ τὸν μεγάλο Σχολαστικό, ἑνώνεται μὲ τὸ ἀρσενικὸ στοιχεῖο γιὰ νὰ ἀναπαράγεται καὶ νὰ παράγουν μαζὶ μία νέα οὐσία ἕνα νέο ἀνθρώπινο ὄν.

Ἡ μήτηρ, τότε, διαδραματίζει τὸ ρόλο τῆς ὕλης. Παρέχει, δηλαδή, ὑλικό ἢ δυναμικὸ στοιχεῖο, ἐνῷ τὸ ἄρρεν, ὡς εἶδος, παρέχει τὸ εἰδοποιοῦν στοιχεῖο. Γεννᾶ, δηλαδή, τὸν ἄνθρωπο καί, μαζὶ μὲ τὸ ὑλικὸ θηλυκὸ στοιχεῖο παράγει μία νέα οὐσία ἢ ἕνα νέο ἀνθρώπινο ὄν[11].

Ἡ γυνή-μήτηρ, ὅπως καὶ ἡ ὕλη, ὀντολογικὰ εἶναί τι τὸ ἀτελές, κάτι ποὺ γεννήθηκε νὰ ἐπιθυμεῖ φυσικὰ τὸ ἄρρεν, τὸ ὁποῖο συνιστᾶ γι᾽ αὐτὴν τὸ εἶδος καὶ προσδίδει στὴν ὕπαρξή της τὴν πληρότητα.

Deaconesses_411

Γ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ροπή (τοῦ θήλεος πρὸς τὸ ἄρρεν)

Ὁ Σταγειρήτης ὁλοκληρώνει τὴν ἀναλογία ὕλη-μήτηρ, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ ὕλη ἐπιθυμεῖ τὸεἶδος ὅπως τὸ θῆλυ ἕλκεται[12] ἀπὸ τὸ ἄρρεν καὶ ὅπως τὸ ἄμορφο ἢ τὸ ἄσχημο ἕλκεται ἀπὸ τὸ ὄμορφο καὶ τὸ εὔσχημο. Ὁ Θωμᾶς ὁ Ἀκινάτης θὰ τροποποιήσει τὸ κείμενο καὶ τὴν σκέψη τοῦ Φιλοσόφου, προσθέτοντας ὅτι ἐὰν τὸ θῆλυ ἐπιθυμεῖ  τὸ ἄρρεν καὶ ἐὰν τὸ ἄσεμνο ἐπιθυμεῖ τὸ καλὸ καὶ ἀγαθό, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι τὸ κακὸ κατὰ κανόνα τείνει πρὸς τὸ καλὸ ὡς τὸ ἀντίθετό του, ἀλλὰ μόνο ὡς ἀτύχημα -secundum accidens: ἔτσι, ἐκεῖνο τὸ ὂν ποὺ ἔτυχε νὰ εἶναι κακό, τείνει πρὸς τὸ καλό. Ὁμοίως, τὸ ἀπόλυτο θῆλυ δὲν ἐπιθυμεῖ ἢ ἕλκεται φυσικὰ ἀπὸ τὸ ἀντίθετό του, τὸ ἄρρεν, ἀλλὰ τὸ συγκεκριμένο ὂν ποὺ τυγχάνεινὰ εἶναι θῆλυ τείνει πρὸς τὴν ἀντίθετη κατάστασή του, δηλαδὴ τείνει νὰ γίνει ἄρρεν[13].

Ἐὰν τὸ θῆλυ, ὡς ἡ πρώτη ὕλη, παραμένει ταυτισμένο μὲ τὸ ὀντολογικὰ ἀτελές, τὸ ἄμορφο καὶ τὸ ἀπρεπές, τότε τὸ ἄρρεν, προσωποποιημένο ὡς εἶδος, παραμένει ταυτισμένο μὲ τὸἐν ἐνεργείᾳ εἶναι, μὲ τὴν πληρότητα τῆς ὕπαρξης, μὲ τὸ καλὸ καὶ ἐπιθυμητό. Ὁ Σχολαστικὸς προχωρᾶ ἀκόμη περισσότερο, τονίζοντας ὅτι τὸ εἶδος ἔχει θεϊκό χαρακτῆρα. Θεῖο χαρακτῆρα ἐπειδή τὸ οὐσιαστικὸ εἶδος, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ μοναδικὴ αἰτία ὅλων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ὄντων, συμμετέχει στὴν ὁμοιότητα τοῦ Θείου Ὄντως Ὄντος , τὸ ὁποῖο εἶναιactus purus. Τὸ εἶδος εἶναι ἐπίσης θεῖο καὶ βέλτιστο, ἐφόσον εἶναι ἡ τελείωση τῆς δυναμικότητας ποὺ ἐνυπάρχει στὴν πρώτη ὕλη. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἐπίσης ἐπιθυμητό, ἐπειδὴ τὸ πᾶν ἐπιθυμεῖ τὴν τελείωσή του[14].

Deaconesses_381

Δ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ὑποταγή (τοῦ θήλεος στὸ ἄρρεν)

Ἡ γυνή-μήτηρ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη καὶ ἐπιθυμία νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸ ἄρρεν, ἀναζητῶντας νὰ καλυφθεῖ ἡ ὀντολογική της ἔλλειψη μὲ τὴν πληρότητα τοῦ εἶναι τοῦ ἄρρενος-ἀνδρός. Χωρὶς τὸ εἶδος της, δηλαδὴ χωρὶς τὸν ἄνδρα, ἡ γυνή, σύμφωνα μὲ τὴν ἀναλογία μὲ τὴν πρώτη ὕλη, παραμένει ἀνύπανδρος, στὰ ὅρια τῆς ἀνεπαρκείας καὶ ἀτελείας τῆς ὀντικῆς της καταστάσεως. Γι᾽ αὐτὸ πρέπει νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν ἄνδρα στὴν κοινωνία τοῦ γάμου. Σὲ αὐτὴ τὴν κοινωνικὴ ἕνωση, ὡστόσο, δεδομένης τῆς μεγαλύτερης ἀξίας τοῦ ἀνδρός, ἡ γυνὴ πρέπει νὰ ὑποτάσσεται στὸν ἄνδρα, δεδομένου ὅτι αὐτὴ δημιουργήθηκε ἀπὸ τὸ πλευρὸ τοῦ ἄνδρα, λεπτομέρεια, ἡ ὁποία, γιὰ τὸν Ἀκινάτη, εἶναι ὑψίστης σημασίας ἀπὸ θεολογικῆς ἀπόψεως: “ὅτι ἐκ τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς ἐλήφθη αὕτη΄.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία καὶ τὸν συμβολισμὸ ποὺ ὁ Ἀκινάτης δίδει στὴ βιβλικὴ μαρτυρία, ἡ γυνὴ δὲν πρέπει νὰ προσπαθεῖ νὰ κυριαρχήσει ἐπὶ τοῦ ἀνδρός, δεδομένου ὅτι δὲν ἐπλάσθη ἀπὸ τὴν κεφαλή, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς πλευρᾶς του. Οὔτε ὁ ἄνδρας πρέπει νὰ τὴν ὑποτιμήσει ἢ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζει ὡς δούλη, σὰν νὰ εἶχεδημιουργηθεῖ μονάχα γιὰ νὰ τὸν ὑπηρετεῖ, διότι σὲ αὐτὴ τὴν περίπτωση, λέει ὁ Σχολαστικός, θὰ εἶχε δημιουργηθεῖ ἀπὸ τὰ πόδιατου[15].

Ὁ Ἀκινάτης διακρίνει σὲ αὐτὴ τὴ σχέση ὑποταγῆς τῶν γυναικῶν μία ὀρθὴ καὶ μία ἐσφαλμένη. Στὴν ἐσφαλμένη ἔκδοση, ποὺ ἰσχύει μετὰ τὴν πτώση, ὁ ἰσχυρότερος χρησιμοποιεῖ τὸν ἀσθενέστερο, δηλ. τὴν γυναίκα, γιὰ τὸ συμφέρον του. Αὐτὸ θεωρεῖται ἁμαρτία. Ὡστόσο, στὴν ἄλλη ἔκδοση τῆς ὑποταγῆς, τὴν ὀρθή, ποὺ ἔχει ὀντολογικὸ ὑπόβαθρο, ὁ προεστώς – ὁ ἀνήρ – χρησιμοποιεῖ τοὺς ὑφισταμένους του – τὶς γυναῖκες – μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὸ καλὸ καὶ τὴν εὐημερία τους. Αὐτὸ τὸ εἶδος ὑποταγῆς ὁ Ἀκινάτης τὸ ὀνομάζει πολιτικὸ ἢ ἀστικό. Εἶναι μία φυσικὴ ὑποταγὴ καὶ ἀπαιτεῖ νὰ κυβερνοῦν οἱ σοφώτεροι. Κατὰ τὸν Ἀκινάτη, αὐτὴ ἡ φυσικὴ ὑποταγὴ γίνεται πάντα καὶ παντοῦ, ἀκόμη καὶ στὸν παράδεισο, πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, διότι ἂν δὲν ὑφίστατο, θὰ ἔλειπε ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία ἡ εὐταξία. Ἡ γυναῖκα, λοιπόν, σύμφωνα μὲ τὴν ἀστικὴ ἢ οἰκονομικὴὑποταγή, πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται καὶ νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸν ἄνδρα, ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φύση του ὁ ἄνδρας ἔχει περισσότερη σύνεση καὶ διάκριση στὴ λειτουργία τῆς λογικῆς[16].

Αὐτὴ ἡ κοινότητα ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ τὴ γυναίκα ἔχει διάφορους στόχους ποὺ πρέπει νὰ πληροῦνται ὑπὸ τὴν ἡγεσία καὶ τὴν κυβέρνηση τοῦ ἄνδρα, ὡς κεφαλῆς τῆς γυναίκας. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, δὲν ἀπαριθμεῖται μόνο ἡ ἀνάγκη ἀναπαραγωγῆς γιὰ τὴ διατήρηση τοῦ γένους, ἀλλὰ καὶ ἡ ὀργάνωση τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς, ὅπου ὁ ἀνδρικὸς ρόλος εἶναι διαφορετικὸς ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς γυναίκας, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ ἄνδρα πρὸς τὴν γυναῖκα σὲ μία σταθερὴ σχέση γάμου [17].

Ἡ γυναῖκα γεννήθηκε ἀκριβῶς γιὰ νὰ βοηθήσει τὸν ἄνθρωπο στὴν παραγωγὴ παιδιῶν καὶ ἀκόμα καὶ σὲ αὐτὴ τὴ λειτουργία, λόγῳ τῆς φύσης της, τὸ θῆλυ δὲν δύναται νὰ διαδραματίσει ἐνεργὸ ρόλο, ἀλλὰ μόνο παθητικό[18]. Ἡ γυναῖκα, κατ᾽ ἀναλογία μὲ τὴν πρώτη ὕλη ποὺ εἶναι ἀρχὴ ἐξατομίκευσης, θὰ παραμείνει στὸν οἰκεῖο περιορισμένο καὶ ἰδιαίτερο τομέα. Ὡστόσο, ἀκόμη καὶ στὴ σαρκικὴ ἀναπαραγωγή, τόσο οἱ ἄνδρες ὅσο καὶ οἱ γυναῖκες πρέπει νὰ ἐνεργήσουν σύμφωνα μὲ τὴ δική τους γεννητικὴ ἱκανότητα: ἔτσι, ἡ γυναῖκα ἑτοιμάζει τὴν ὕλη – παθητικά –, ἐνῷ ἡ ἐνεργὸς δύναμη τοῦ ἄνδρα πληροῖ τὴν ὕλημὲ ἕνα συγκεκριμένο εἶναι, δηλαδὴ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἄνθρωπος[19]. Ἡ ὑλική αἰτία αὐτῆς τῆς λειτουργίας εἶναι τὸ αἷμα τῆς γυναικείας περιόδου πού, στὴ συνέχεια, μετασχηματίζεται μὲ μία διαδικασία συνεχοῦς τελειότητας μὲ τὴ δράση διαδοχικῶν ζωτικῶν καὶ φυσικῶν μορφῶν ποὺ δέχεται ἀπὸ τὴν ἐνεργὸ δύναμη τοῦ ἀνδρικοῦ σπέρματος καί, μέχρι πού, μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς οὐρανίου σώματος, εἶναι ἕτοιμο νὰ δεχτεῖ τὴν τελευταία καὶ ὑψηλότερη εἰδικὴ μορφή, δηλαδή, τὴν νοητική, ποὺ τὴν καθιστᾶ ἄνθρωπο[20]. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, εἶναι πλέον προφανὲς τὸ γεγονὸς ὅτι μόνο ὁ ἄνδρας γεννᾶ ἕνα νέο πλάσμα. Συνεπῶς, ὁ ἄνδρας, κατὰ τὸν Ἀκινάτη, τυγχάνει αἰτία μορφικὴ καὶ τελική. Ἡ γυναῖκα βοηθᾶ στὴν παραγωγή, ἀλλὰ μόνο ὡς παθητικὴ δύναμη ἢ αἰτία ὑλική[21].

Deaconesses_438

Ε΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἡ ὑπεροχή (τῆς ἀνδρικῆς ἐνεργείας καὶ ἀποστολῆς ἔναντι τῆς γυναικείας)

Ὁ ἄνδρας, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δρᾷ ὡς ἐνεργὸς δύναμη κατὰ τὴ διαδικασία τῆς παραγωγῆς, ἔχει ἄλλο σκοπὸ στὴ ζωή, πιὸ σημαντικό, μία ἀνώτερη λειτουργία: νὰ κατανοεῖ,δηλαδή, καὶ νὰγνωρίζει τὸ σύμπαν – τὸ καθολικό – καὶ νὰ παράγει ἐπιστήμη[22].

Ὅπως ἤδη σημειώθηκε, ὁ ἄνδρας, ταυτισμένος ἀπὸ τὸν Ἀκινάτη μὲ τὸ εἶδος, δίνει στὴνὕλη τὸ συγκεκριμένο εἶναι. Τὸ ἄρσεν, λοιπόν, εἶναι τὸ στοιχεῖο ποὺ «ἐγκοσμιοποιεῖ» τὴνὕλη καὶ τὴν καθορίζει» νὰ ἀνήκει σὲ ἕνα συγκεκριμένο εἶδοςἐφόσον γίνεται ἡ μετάβαση ἁπὸ τὸ δυνάμει στὸ ἐνεργείᾳ. Οὕτως, ἐὰν τὸ περιβᾶλλον τῆς γυναίκας ὁριοθετεῖται στὸν τομέα τοῦ ἀτομικοῦ, τοῦ ἰδιωτικοῦ, τοῦ οἰκιακοῦ, ἐκεῖνο τοῦ ἀνδρός – ὅπως τὸ εἶδος – περιλαμβάνει τὸ καθολικό.

Τὸ ἀρσενικό-ἀνδρικό, λοιπόν, θὰ πρέπει νὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν παραγωγὴ τῆς γνώσης καὶ τὴν πολιτικὴ δράση στὸ περιβᾶλλον τῆς πόλης. Τοιουτοτρόπως, ὁ Ἀκινάτης δέχεται καὶ κληρονομεῖ τὸ πρότυπο τῆς κοινωνικο-πολιτικῆς διάστασης τῶν γυναικῶν ποὺ κυριαρχοῦσε στὴν ἑλληνορωμαϊκὴ ἀρχαιότητα. Τὸ πρότυπο αὐτὸ ὑλοποιεῖται γιὰ τὴν γυναίκα πρῶτα μέσῳ τοῦ πατέρα καί, ἀργότερα, μέσῳ τοῦ συζύγου καὶ τῶν υἱῶν (ἀρσενικῶν).

Deaconesses_432

Στ΄ Ἐπέκταση τῆς ἀναλογίας: ἀδυναμία ἤθους (τοῦ θήλεος-γυναίκας)

Κατὰ τὸν Ἀκινάτη, ἡ ὀλιγότερη φυσιολογικὴ καὶ λογικὴ ἱκανότητα τῶν γυναικῶν συνδέεται ἄμεσα καὶ ἀναλογικὰ μὲ μία μεγαλύτερη ἠθικὴ ἀδυναμία κατὰ τὴν ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γι ᾽αὐτό, ὅταν ὁ Διάβολος, στὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς, ὑπέβαλε σὲ πειρασμὸ τὸν Ἀδάμ, τὸ ἔκανε μέσῳ τῆς Εὔας. Ἡ ἠθική της ἀδυναμία τὴν κατέστησε εὐκολότερο θῦμα τῆς διαβολικῆς ἀποπλάνησης.  Διὰ τῆς στενῆς σχέσης της μὲ τὸν ἄνδρα καὶ τῆς ἄμεσης διαμεσολάβησης τῆς γυναίκας, ὁ Διάβολος κατόρθωσε νὰ δελεάσει καὶ τὸν ἄνδρα[23]. Σὲ αὐτὸ τὸ πλαίσιο, ἡ γυναίκα εἶχε τὰ φυσικὰ χαρακτηριστικὰ γιὰ νὰ χρησιμοποιεῖται ὡς μέσο ἀποπλάνησης καὶ κατάκτησης. Ποιὰ ἦταν αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικά; Ἁπλό: δὲν κατεῖχε τὴν ἴδια λογικὴ δύναμη τοῦ διαβόλου – ἀλλ᾽ οὔτε τοῦ ἄνδρα –, καὶ διὰ τοῦτο ἦταν τὸ ἰδανικὸ μέσο γιὰ νὰ ἀποπλανήσει τὸν Ἀδάμ. Ἡ γυναῖκα παρουσιάζεται στὴν ἑρμηνεία τοῦ βιβλικοῦ κειμένου τῆς Γενέσεως ποὺ πραγματοποιεῖ ὁ Ἀκινάτης, ὡς δελεαστικὸ μέσο, ὄργανο ἀποπλάνησης τοῦ Ἀδάμ.

Σὲ ἄλλη συνάφεια, ὁ Ἀκινάτης μᾶς πληροφορεῖ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐπιβλαβῶν πτυχῶν ποὺ ἐνδέχεται νὰ ἔχει ἡ γνώση διαμέσου τῶν αἰσθήσεων, βρίσκεται τὸ βλέμμα ἐπιθυμίας (τοῦ ἀνδρὸς πρὸς τὴν γυναῖκα) ποὺ ὁδηγεῖ στὴ λαγνεία[24]. Ἀκόμα καὶ τὸ σῶμα τῆς γυναίκας ἔχει ἕναν εἰδικὸ δελεαστικὸ χαρακτῆρα[25]. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀπαραίτητο ὁ σώφρων ἄνδρας νὰ ἀποφύγει νὰ τὸ κοιτάζει μὲ προσοχὴ καὶ πάθος, ὥστε νὰ μὴ πέσει σὲ πειρασμὸ μὲ τὴν σκέψη καὶ τὴν ἐπιθυμία.

Τόσο ἡ γυναῖκα ὅσο καὶ οἱ νεαροί, μᾶς πληροφορεῖ ὁ «Ἀγγελικὸς Διδάσκαλος» (Doctor Angelicus, ὅπως τὸν ἀποκαλεῖ ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία) σὲ ἄλλο κείμενο[26], ἔχουν μία μεγαλύτερη τάση πρὸς τὴν ἐπιθυμία καὶ τὴν ἠδονή. Ἡ τάση αὐτὴ στοὺς νεαροὺς ἐξηγεῖται λόγῳ τῆς θερμότητος τῆς ἡλικίας, ἐνῷ στὴ γυναῖκα λόγῳ τῆς ἠθικῆς ἀδυναμίας νὰ ἀντισταθεῖ στὴν ἁμαρτία. Ἡ ἠθικὴ ἀδυναμία ποὺ παρουσιάζεται στὶς γυναῖκες καὶ στὰ νέα παιδιά, ἐκφράζεται στὴν ἀδυναμία ἀντιμετώπισης καὶ ἀντίστασης τῆς φυσικῆς τάσης πρὸς τὴν ἠδονὴ καὶ ἁμαρτία, καί, ὡς ἐκ τούτου, θὰ πρέπει νὰ ἐλέγχονται καὶ νὰ διορθώνονται διὰ τῆς ἀρετῆς.

Συμπέρασμα

Γιὰ τὸν Θωμᾶ Ἀκινάτη τὸ ἄρσεν καὶ τὸ θῆλυ ἐκδηλώνουν διαφορετικὰ τὴν ἀνθρώπινη φύση καὶ λογική. Τὸ ζεῦγος θῆλυ-μήτηρ, ὑλικὴ καὶ ἐνσώματη αἰτία, ταυτίζεται μὲ τὴν ἴδια τὴ φύση καὶ ὁμοιάζει πρὸς τὴν ἀριστοτελικὴ πρώτη ὕλη. Τὸ ζεῦγος ἄρσεν-πατήρ, ὅμως, σχετίζεται ἄμεσα μὲ τὸ εἶδος, ἐφ᾽ ὅσον περικλείει τὴν πληρότητα τοῦ εἶναι, καὶ νοεῖται ὡς μία πλήρης καὶ μὴ ἐνσώματη αἰτία ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὴ φύση, κατὰ πάντα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ θῆλυ. Ἀξιολογικὰ καὶ σὲ μία ἄκρως ἠθικιστικὴ ἄποψη, ὁ Ἀκινάτης θεωρεῖ τὴ γυναῖκα ὥς τι τὸ μιαρό, ἄσεμνο, βρώμικο, τὸ μέσο γιὰ νὰ πέσει ὁ ἄνδρας σὲ ὁποιαδήποτε ἁμαρτία, ἐνῷ τὸ ἀρσενικὸ τὸ θεωρεῖ καλό, ἑλκυστικό, εὐπρεπές, ἀφοῦ δημιουργήθηκε πρὶν ἀπὸ τὴ γυναῖκα γιὰ νὰ δηλώνεται ἡ ὑπεροχή του στὴν ἀξιοπρέπεια καὶ στὴ διακυβέρνηση τῆς κτίσεως.

Στὴ διδασκαλία τοῦ Ἀκινάτη δὲν βρίσκουμε τίποτε τὸ νεώτερο ὅσον ἀφορᾷ στὴν ὀντολογική, ἀξιολογικὴ καὶ ἠθικὴ κατωτερότητα τῶν γυναικῶν σὲ σχέση μὲ τὴν ἐν γένει φιλοσοφικὴ καὶ θεολογικὴ παράδοση ποὺ ὁ ἴδιος κληρονομεῖ.

Σὲ γενικὲς γραμμές, ὁ Ἀκινάτης δέχεται καὶ ἐπεξεργάζεται τὴν παράδοση ποὺ ξεκίνησε ἤδη στὶς ἀπαρχὲς τοῦ ἑλληνο-ρωμαϊκοῦ πολιτισμοῦ, μὲ ἕνα πρότυπο ἀνδροπρεποῦς πολιτισμοῦ, ὅπως παρουσιάζεται στὰ ἔργα κυρίως τοῦ Ἠσιόδου καὶ ἀργότερα στὴν κλασσική τραγωδία καὶ ἔπειτα ἐπισημοποιημένο καὶ ἀπὸ τὸν Πλάτωνα καὶ τὸν Ἀριστοτέλη.

Τὸ ἴδιο σχεδὸν πρότυπο, βεβαίως μὲ σημαντικὲς καὶ οὐσιαστικὲς παραλλαγές, συνεχίζεται στὸν χριστιανισμὸ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, μὲ πλούσιες συμβολὲς στοχαστῶν ὅπως ὁ Τερτυλλιανὸς καὶ Λατίνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὅπως ὁ Ἱερώνυμος καὶ ὁ Αὐγουστῖνος, οἱ ὁποῖοι τονίζουν τὴ σχέση τῆς γυναῖκας μὲ τὸ ἠθικὸ κακὸ καὶ τὴν ἁμαρτία.

Ἡ ἱστορία δείχνει ὅτι τὸ ἀνδροκρατικὸ αὐτὸ πρότυπο στὴν περὶ γυναικὸς ἀντίληψη καὶ διδασκαλία βασίζεται καθαρὰ σὲ ἐξωπραγματικὲς ἀντιλήψεις ἀφηρημένης διανόησης καὶ θὰ καταστεῖ πρότυπο ποὺ θὰ μιμηθοῦν χιλιάδες μοναχοὶ καὶ ἱερεῖς σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, κυρίως στὴ Δύση. Ἐπὶ αἰῶνες μακριὰ ἐνδύματα θὰ κρύψουν τὸ ἀνδρικὸ σῶμα, ἀλλὰ ἰδιαίτερα τὸ "δελεαστικὸ" καὶ "ἁμαρτωλὸ" σῶμα τῆς γυναίκας. Ἡ Ἐκκλησία, κυρίως στὴ Δύση, θὰ δηλώνει ἐπίσημα τὴν "κατωτερότητα" τῶν γυναικῶν, ἀρνούμενη τὴν πρόσβασή τους στὸν ἰσχυρὸ διανοητικὸ κόσμο τῶν ἀνδρῶν. Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία θὰ κάνει μία συνεχῆ προσπάθεια νὰ ὑπερβαίνουν οἱ γυναῖκες τὴν "κατώτερη νοημοσύνη" τους βυθισμένη σὲ ἕνα ὑλιστικὸ καὶ φυσικὸ ὑποβαθμισμένο κόσμο, καὶ νὰ κυριαρχήσουν στὶς φυσικές τους ὁρμὲς πρὸς τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι, οἱ γυναῖκες θὰ γίνονται δεκτὲς στὰ μοναστήρια ὡς νύμφες τοῦ Χριστοῦ, παραιτούμενες ἀπὸ τὸν ἀρχέγονο καὶ βασικό τους ὑπαρξιακὸ στόχο πού, σύμφωνα μὲ τὸ ἀναφερθὲν πρότυπο, εἶναι ἡ παραγωγὴ τῶν ἀνθρωπίνων ὄντων. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἀντιφατικό; Ἡ ἀπάντηση εἶναι προφανής.

Πῶς, ὅμως, μποροῦμε νὰ ὑπερβοῦμε αὐτὲς τὶς ἀντιφάσεις καὶ προκαταλήψεις πού, ὡς προϊόντα μιᾶς ἀνθρώπινης διεργασίας, μιᾶς ἱστορικῆς πορείας, ἐνδεχομένως ἀλλοιώνουν ἢ μεταβάλλουν τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου; Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλῆ: διὰ τοῦ ἰδίου τοῦ Εὐαγελλίου, ποὺ εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς:

«ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε· οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ 3¨28).