Ο ενθέου σοφίας πεπληρωμένος Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης συχνά διέκρινε την έννοια του «Δεσπότου» (Dominus = Δεσπότης, Κυρίαρχος) από εκείνες του «Επισκόπου» και «Πατρός», επειδή ακριβώς κάποιος δύναται ευκολότερα για τον εαυτό του να είναι και να συμπεριφέρεται ως «Δεσπότης» παρά ως «Επίσκοπος» και «Πατέρας», που είναι όντως μέγα, επώδυνο και δυσχερές πνευματικό πάλαισμα. Κι αν πάλι ο ίδιος αισθάνεται αυτάρκης ως «Δεσπότης» εν τη αυταρεσκεία και φιλαυτία του, καθίσταται έτι περισσότερο δυσχερές να αποβάλει το του «Δεσπότου φρόνημα», ήτοι τον «Δεσποτισμόν», και να γίνει «όλος καθ’ όλα Επίσκοπος και Πατήρ».

   Η λέξη ή ο όρος «Δεσπότης» δεν συνάδει προς το πρόσωπο του Μητροπολίτου Θεοδωρουπόλεως Γερμανού, ο οποίος κατά την τεσσαρακονταπενταετή αρχιερατική διακονία του (1972-2017) είναι και παραμένει με όλη τη σημασία των λέξεων «Επίσκοπος» και «Πατέρας». Ίσως για ορισμένους να θεωρηθεί η γραφή τούτη ως «λόγος καθ’ υπερβολήν» – αλλά δεν είναι – επειδή όντως στο αγιοπνευματικό και γνησίως ασκητικό και όλο αγάπη και ταπείνωση πρόσωπο του Θεοδωρουπόλεως Γερμανού  οι όροι «Επίσκοπος» και «Πατήρ» της του Χριστού Μητρός Αγίας Μεγάλης Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας αποκτούν σε απόλυτο βαθμό την αληθή σημασία, πληρότητα και αξία τους. Ακόμη και αν κάποιος επιθυμήσει να προσεγγίσει τον Επίσκοπο και Πατέρα Γερμανό ως Δεσπότη, θα αντιληφθεί τάχιστα ότι πίπτει τραγικά έξω στους υπολογισμούς του ευρισκόμενος ενώπιον ενός αληθούς Επισκόπου, ο οποίος λαλεί «εν σιωπή» και «φαίνει τοις πάσι φως Χριστού» εν τη αφανεία του.

   Στο πρόσωπο του Φαναριώτου αυτού Ιεράρχου επαληθεύεται περίτρανα ότι υπάρχουν πρόσωπα στον αμπελώνα του Κυρίου, στο θαυμασίως θαυμαστό γεώργιον της Αγίας Ορθοδόξου Εκκλησίας, τα οποία μας καθηλώνουν και μόνο με το νηπτικό, απαθές και καθάριο βλέμμα τους και μας σαγηνεύουν με την φωνή τους όσο ισχνή και να είναι. Πολλώ δε μάλλον με την «μυστική σιωπή» της φυσικής παρουσίας τους τελεσιουργούν στο εσώτατο «ταμείον της ψυχής» μας την εν Χριστώ θαυμαστή αλλοίωση, η οποία είναι έγερση, αφύπνιση, σεισμός και συνειδητοποίηση της αναξιότητός μας. Όταν τα βλέμματα των συγχρόνων ανθρώπων συναντούν το βλέμμα, το ουράνιο εκείνο βλέμμα, του αγίου αυτού Αρχιερέως μιά σκέψη γεννάται αυθορμήτως σε όλους, ότι δηλαδή στο πρόσωπό του ευρίσκει την απόλυτη εφαρμογή και επαλήθευσή του, το του Ευαγγελίου: «Ος δ’ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη Βασιλεία των ουρανών» (ΜΘ. 5, 19).

διαβάστε τη συνέχεια ΕΔΩ