Πειρασμούς γεμάτη η ζωή. Πειρασμούς και κινδύνους. Εχθρούς ορατούς και αόρατους. Μα τελευταίος εχθρός μας ο Θανατος. Ο Θάνατος που άρπαξε το δικαίωμα της κοινωνίας με τον αδελφό, με τον συνάνθρωπο και μας χωρίζει από τα αγαπημένα πρόσωπα της ζωής αυτής. Έτσι πορευόταν για αιώνες ο κόσμος. Με τον Θάνατο να διαφεντεύει. Με τον Θάνατο να καταβροχθίζει κάθε ίχνος ελπίδας. Μια Διαθήκη παλιά, γραμμένη από χέρι Θεού και μια προηγούμενη συντρίμμια της οργής του Μωϋσή πώς να νικήσουν τον "Ανίκητο";

Ήρθε Εκείνος, ο Ναζωραίος, ο γιος της Παρθένου και υιός του Πατρός, και μας έδωσε ένα κομμάτι ψωμί και κατακόκκινο κρασί, ήταν το Σώμα και το Αίμα Του. Μας είπε πως όποιος τα τρώει αυτά και πιστεύει σε Εκείνον θα ζει για πάντα. Πάνω σε ένα Ξύλο ζωηρό έβαλε την υπογραφή με το Πάθος Του και έσπασε και ο Ίδιος τις πλάκες του Τάφου. Νέος Μωϋσής σε καινούρια πατρίδα μας οδήγησε, ανώτερη από την πρώτη. Από τότε, όποιος πέθαινε κοιμόταν. Μετέτρεψε τον Θάνατο σε ύπνο και έδωσε τη βέβαιη ελπίδα για αθάνατη ζωή. Δεν κατήργησε τον μανδύα του νικημένου Θανάτου. Τον άφησε ευεργετικά μεν να μας ανακόπτει από την αμαρτία μα εκείνος, ο ελεεινός εισβολέας συνεχίζει να επιτίθεται. Είναι κακό ο Θάνατος. Είναι απουσία Ζωής. Όσους σήμερα λέμε Αγίους τί σημαίνει; Σημαίνει πως διατηρούμε για αυτούς τη βεβαιότητα πως στον ξαναερχομό του Κυρίου θα Τον απολαύσουν ως Αθανασία.

Και μεις οι "ζωντανοί" της ζωής αυτής τί κάνουμε; Πιάνουμε μια φούχτα σιτάρι και θυμόμαστε Εκείνον. Είναι η νεκρή ζωή. Γλυκαίνουμε τον πόνο με ζάχαρη και μυρωδικά και καρυκεύματα και ονοματίζουμε το έργο των χειρών μας. Με το πιάτο στο χέρι και την αισιοδοξία στην καρδιά, πάμε αυτή μας την προσφορά πού αλλού; Στον Ναό του Κυρίου για να γιορτάσουμε με την Ανάστασί Του και την κατάργησι του Θανάτου όταν επανέλθει ο Χριστός. Ρίχνουμε τους σπόρους στην άδεια γη της ψυχής μας. Προσευχόμαστε. Περιμένουμε να φυτρώσει και να καρπίσει η πίστι μας. Κανουμε Δεήσεις και ικεσίες για τους νεκρούς μας διότι οι Ορθόδοξοι, οι Ρωμηοί, μάθαμε τον Θάνατο να τον αντικρύζουμε μέσα από το βλέμμα του Κυρίου. Πενθούμε αλλά δεν απελπιζόμαστε. Κλαίμε αλλά δεν θρηνούμε απαρηγόρητοι. Διότι θα έρθει. Είναι σίγουρο. Το γευόμαστε κάθε φορά που συμμετέχουμε στην ανάμνησί Του, στη Θεία Λειτουργία.

Αλλά αυτό το σιτάρι, αυτό το άγιο έθιμο, δεν είναι φολκλόρ. Δεν είναι ένα ακόμη συνήθειο που πρέπει να γίνει (άσχετα που τείνει και αυτό να εκλείψει στα νεώτερα σπίτια). Είναι ένας συμβολισμός και μια προσφορά που οφελεί όχι μόνον όσους έφυγαν αλλά και όσους μένουμε ακόμη στον αγώνα. Διότι ποιά αξία έχει ένα πιάτο κόλλυβα όταν δεν φροντίζουμε να εκκλησιαζόμαστρ συνειδητά διατηρώντας την πεποίθησι πως μέσα από αυτό το Μυστήριο κοινωνούμε με τον Χριστό και με τα πρόσωπα των ανθρώπων μας; ποιά δύναμι έχει το να κρατούμε ένα έθιμο χωρίς ποτέ να προσευχόμαστε για ζώντες και νεκρούς; ποιά σημασία έχει να κάνουμε μια κίνησι από καθήκον και να μη σκεφτόμαστε πως σήμερα εμείς σε εκείνους, αύριο κάποιοι άλλοι σε εμάς. Ο Θάνατος είναι παρών αλλά η παρουσία του γύρω μας δεν μας συγκινεί. Άραγε λοιπόν ποιός είναι πραγματικά ο νεκρός; Αυτός που πέθανε και γνώρισε την Αλήθεια ή όποιος ζει μέσα στην Αλήθεια αλλά την αγνοεί; Διότι θα έρθει και πάλι ο Χριστός. Δεν είναι μύθος! Εσύ διάλεξες στο σιτάρι σου να κρύψεις λίγο Χριστό και για σένα; Κάνε το, πριν είναι αργά!