Ήταν άνοιξη. Τα λουλούδια και οι πασχαλιές σκορπούσαν τις ευωδίες τους από την κορυφή του Πέμπτου Λόφου της Πόλεως, φτάνοντας μέχρι τον Κεράτιο Κόλπο. Η άνοιξη είχε προχωρήσει. Ο Απρίλιος είχε ήδη διανύσει τις δέκα πρώτες ημέρες του. Το ημερολόγιο έγραφε: Κυριακή 10 Απριλίου 1821. Η Εκκλησία και η Ρωμηοσύνη είχαν γιορτή μεγάλη. Εόρταζαν την Ανάσταση του Χριστού, περιμένοντας και την δική τους ανάσταση. 

    Σε μια γωνιά όμως της γής, πίσω από ένα μικρό κομμάτι από τα παλαιά παράλια Βυζαντινά τείχη, το Μέγα Μοναστήρι εορτάζει μέν την Ανάσταση του Χριστού, αλλά η καρδιά του είναι βαριά. Όλοι περιμένουν κάτι. Κάτι πού θα προκαλέσει πόνο και θλίψη. Αυτή η διαίσθηση των Πατέρων του Μεγάλου Μοναστηριού, βγήκε αληθινή. 

    Παρά την γιορτινή ατμόσφαιρα, παρά τις ευωδιαστές πασχαλιές και τα μυροβόλα άνθη, στρατός κυκλώνει την Μεγάλη Εκκλησία. Η καρδιά όλων σφύγγεται. Ο Πρώτος της Εκκλησίας του Χριστού, ο Πρώτος της Ορθοδοξίας και της Ρωμηοσύνης, με δακρυσμένα μάτια, αλλά με πρόσωπο ήρεμο και γαλήνιο, ατενίζει τον Σταυρό του Χριστού, στον οποίο πρίν από δύο ημέρες είχε ανέβει ο Ιδρυτής της πίστεως και Προστάτης της Μεγάλης Εκκλησίας.

    Ο θρήνος του κόσμου, πού ήρθε να εορτάσει τον Εσπερινό της Αγάπης, έντονος. Ο λιγμός των Συνοδικών Αρχιερέων και των παρεπιδημούντων, πνίγεται μέσα στα σωθικά τους. Οι στρατιώτες συλλαμβάνουν τον Γέροντα Πατριάρχη, τον Μιλλέτ μπασί και  ως κακούργος σύρεται στις φυλακές. Η Μεγάλη Εκκλησία ζή και βιώνει παρά την Ανάσταση, την δική της Μεγάλη Εβδομάδα.

     Μετά από αρκετή ώρα στην φυλακή και ύστερα από εξοντωτική ανάκριση ενώπιον του Μεγάλου Βεζύρη, επανέρχεται και πάλι στο Μέγα Μοναστήρι. Ο κόσμος χαίρεται με την  επιστροφή του Πατέρα, του Ποιμένος, του γέροντος, του Πρώτου, του Πατριάρχου τους. Αυτή όμως η χαρά θα μεταβληθεί σε λύπη και πένθος. Γιατί ο Πατριάρχης έρχεται όχι για να συνεχίσει τον Εσπερινό της Αγάπης, αλλά για να θυσιαστεί. Τόπος της θυσίας, το ίδιο το Πρώτο της Ορθοδοξίας Μοναστήρι, του Αγίου Γεωργίου, εκεί όπου φιλοξενείται η καρδιά και η κανδήλα της Μεγάλης Εκκλησίας. 

   Ο Πατριάρχης, ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά. Δεν είναι κάποιος λόφος, είναι τα σκαλοπάτια της Μονής. Εκεί στην κορυφή στήνεται, όχι κάποιος σταυρός, αλλά το ικρίωμα επάνω στο οποίο θα ανέλθει ο Γέρων Πατριάρχης. Έχοντας ζήσει και βιώσει την πορεία του Κυρίου  Ιησού Χριστού την παρελθούσα Μεγάλη Εβδομάδα, κάνει την δική του Αρχιερατική προσευχή, ζητώντας την βοήθεια και την ενίσχυση Εκείνου πού πρώτος σήκωσε τον βαρύτερο Σταυρό, για τον ίδιο, για το Πατριαρχείο, για την Ρωμηοσύνη ολάκερη. Ο Πατριάρχης ανέρχεται στο ικρίωμα και μέσα σε λίγα λεπτά, η αγία του ψυχή πέταξε στα ουράνια, προσευχόμενος από τον Θρόνο του Θεού για την Μεγάλη Εκκλησία και για το Γένος. 

    Ο αετός της Ρωμηοσύνης, ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε' το σύμβολο της πονεμένης και σταυρωμένης Ρωμηοσύνης, αποτελεί μέχρι σήμερα σύμβολο θυσίας και μαρτυρίου. Ο τάφος του μπορεί να μην υπάρχει, τα άγια λείψανά του μπορεί να βρίσκονται σήμερα και να φυλάσσονται στον Μητροπολιτικό Ναό των Αθηνών, η κλειστή όμως Κεντρική Θύρα των Πατριαρχείων, αποτελεί τον Τάφο και τον τόπο της θυσίας του αετού της Ρωμηοσύνης. 

     Η κλειστή Πύλη του Πατριαρχείου, αποτελεί για όλους τους Ρωμηούς το σύμβολο της απόλυτης θυσίας του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε' . Αυτήν την Πύλη, επισκέπτεται και προσκυνά καθημερινά ο Άξιος Διάδοχός του, ο σημερινός Πατριάρχης του Γένους και Πρώτος της Ορθοδοξίας, κύριος Βαρθολομαίος, ανάβοντας ένα κερί, καταθέτοντας λίγα λουλούδια και ζητώντας την ευχή και την ευλογία του μάρτυρος Πατριάρχου και Προκατόχου του Γρηγορίου του Ε', για τον ίδιο, για το Πατριαρχείο, για την Ρωμηοσύνη, για την Εκκλησία του Χριστού. 

Αιωνία του η μνήμη. Να έχουμε την ευχή του.