Η σύγκρουση ανάμεσα στην θρησκευτικότητα, και την εκκλησιαστικότητα κυριαρχεί για μιαν ακόμη φορά στον ελλαδικό χώρο, με αφορμή την ενδεχόμενη κατάργηση του εκκλησιασμού στα Δημοτικά σχολεία, λόγω της ψηφίσεως νόμου, δια του οποίου την απόφαση για εκκλησιασμό των μαθητών του Δημοτικού λαμβάνει ο Σύλλογος Διδασκόντων. Βεβαίως το Ελλαδικό Υπουργείο Παιδείας δεν προβαίνει στην ψήφιση νόμου συμφώνως με τον οποίο θα ήταν ξεκάθαρη η κατάργηση του εκκλησιασμού, του αγεληδόν εκκλησιασμού, του εκκλησιασμού παρωδία τις περισσότερες φορές, αλλά δίνει την δυνατότητα σε κάθε Σύλλογο Διδασκόντων να αποφασίζει περί της πραγματοποιήσεως του εκκλησιασμού.

   Αν και ο γράφων δεν τυγχάνει υποστηρικτής της οποιασδήποτε κρατικής εξουσίας οφείλει να ομολογήσει, ότι ο σημερινός επί της Παιδείας Υπουργός κάνει το πρώτο βήμα, ενδεχομένως εν αγνοία του, για την κατάργηση μιάς θρησκευτικού τύπου βιαίας πράξεως, ή οποία έχει αλλοτριώσει το ορθόδοξο λειτουργικό ήθος, τον λεγόμενο μαθητικό εκκλησιασμό. Επίσης, επειδή όλα οι περισσότεροι τα φωτίζουν με το κομματικό τους «φωτάκι», οφείλω να δηλώσω ότι το παρόν κείμενο δεν κάνει κανενός είδους αντιπολίτευση, μήτε υποστηρίζει μιαν υπουργική πράξη, η οποία είναι πεπερασμένη.

   Το αίτημα για τη μη πραγματοποίηση του εκκλησιασμού, ο οποίος συνήθως είναι παρωδία, θα έπρεπε να υπάρχει από τις κατά τόπους ενοριακές συνάξεις, διότι τις περισσότερες φορές ο εκκλησιασμός δεν είναι ελεύθερη συμμετοχή στην Θεια Λειτουργία πιστών, αλλά στρατιωτικού τύπου παρακολούθηση ενός δρωμένου από μικρά παιδιά καθήμενα σε έδρανα στρατωνισμού, τις γνωστές κολλημένες καρέκλες στους ναούς, τα οποία πολλές φορές μεταλαμβάνουν για το καλό ή γιατί έτσι πρέπει ή γιατί τους το είπε η μαμά ή η δασκάλα τους.

   Όμως, ας επαναλάβουμε αυτά που είναι κοινός τόπος σε όλους τους χριστιανούς πιστούς από την πρώτη χριστιανική Εκκλησία. Σε πόσες άραγε περιπτώσεις εκκλησιασμού μαθητών, οι μαθητές έστω και ελάχιστα προσεγγίζουν τα παρακάτω ;

   Η Θεια Λειτουργία είναι μυστήριο μέγα, μυστήριο ενώσεως Θεού και ανθρώπων όπως λέει και ο Ιερός Χρυσόστομος «Ημείς και ο Χριστός έν εσμέν». Με την συμμετοχή μας στην Θεια Λειτουργία : «νυν τέκνα Θεού εσμέν, και ούτω εφανερώθη τι εσόμεθα, οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστι».

   Θεία Ευχαριστία σημαίνει έργο τού λαού. Έργο τού λαού και τού Θεού. Κληρικών και λαϊκών. Όλης τής Εκκλησίας και Εκκλησία είναι το Σώμα τού Χριστού, το οποίο «σημαίνεται εν τοις μυστηρίοις» κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, με Προεστώτα τον Επίσκοπο που ευρίσκεται στην σύναξη αυτή «εις τύπον και τόπον Χριστού ».

   Κέντρο λοιπόν ο επίσκοπος στην ευχαριστιακή σύναξη και πέριξ αυτού ο λαός. Διαλέγονται δύο μέρη, επίσκοπος ή πρεσβύτερος και λαϊκοί. Ο διάλογος γίνεται σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Εμείς, η λειτουργούσα κοινότητα και όχι τα απομονωμένα άτομα. Η θεία λειτουργία είναι μία σχέση ανάμεσα στον Χριστό και στον λαό του το «γένος εκλεκτόν, βασίλειον ιεράτευμα, έθνος άγιον, λαός εις περιποίησιν » (Α΄ Πετρ. 2,11).

   Η συμμετοχή του «βασιλείου ιερατεύματος» στην ευχαριστιακή σύναξη της ορθοδόξου κοινότητος δεν είναι προϊόν απόφασης οποιουδήποτε συλλόγου, μίας υπηρεσίας ενός δημοσίου φορέα οπουδήποτε κράτους. Αν συμβαίνει αυτό τότε η Εκκλησία είναι υποταγμένη στο κράτος, κάτι το οποίο ιδιαίτερα στην Ελλάδα από το 1833 μέχρι και σήμερα είναι οδυνηρή πραγματικότητα για την Εκκλησία.

   Αν η παρουσία αυτή των μαθητών γίνεται για λόγους παραδόσεως πρέπει να τονιστεί ότι η θεια λειτουργία δεν είναι θέαμα προς παρακολούθηση, αλλά ύψιστο άθλημα συμμετοχής στην θυσία του Χριστού, η οποία πραγματοποιήθηκε υπέρ της του κόσμου ζωής, πραγματοποιείται σε κάθε θεια λειτουργία, και πραγματοποιεί τα έσχατα ως παρούσα κατάσταση αγάπης. Η θεία λειτουργία δεν συμβολίζει τίποτα, αλλά είναι «μη τύπος αλλά πράγμα θυσίας η τελετή ». Η λειτουργία δεν είναι κήρυγμα, δεν είναι άκουσμα, ούτε θέαμα. «Ουκ έστιν θέατρον η Εκκλησία, ίνα προς τέρψιν ακούωμεν» (Ιω. Χρυσόστομος).

   Οι μαθητές τις περισσότερες φορές ευρίσκονται σε χώρους απρόσωπης λατρείας, ικανοποίησης θρησκευτικών, ψυχολογικών αναγκών, σε χώρους που πολλές φορές οι πιστοί δεν γνωρίζονται μεταξύ τους, σε χώρους ικανοποίησης τής ατομικής μας προβολής.

   Οι μαθητές αδυνατούν να βιώσουν την λειτουργική ενότητα των πιστών, την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και όχι ως νομικό κατασκεύασμα καταστατικών χαρτών των παρερχομένων κρατικών οντοτήτων. Η ουσία της Εκκλησίας βρίσκεται στην ενότητα των πιστών γύρω από το τραπέζι της θείας ευχαριστίας με κεφαλή τον Επίσκοπο όχι ενότητα που προέρχεται από  αποφάσεις συλλόγων. Στην Ορθοδοξία όλα υπάρχουν, ξεκινούν, καταλήγουν, αναφέρονται στο τραπέζι τής Ευχαριστιακής Σύναξης. Μετά το «Είδομεν το Φως» και το «εν ειρήνη προέλθωμεν », δηλαδή μετά τη συμμετοχή μας στο κοινό ποτήριο και την συσσωμάτωσή μας με τον Χριστό, λειτουργούμε ως Χριστός, μεταμορφώνοντας την φύση σε κοινωνία αγάπης, τον εαυτό μας σε κατοικητήριο Αγ. Πνεύματος.

   Η Εκκλησιαστική Σύναξη, είναι χώρος λειτουργίας των χαρισμάτων τού Αγ. Πνεύματος. Χώρος προσπάθειας των πιστών να αποκτήσουν ειρήνη, μακροθυμία, πραότητα, χρηστότητα, εγκράτεια, αδελφοσύνη. Ο πιστός που συμμετέχει στην Εκκλησιαστική Σύναξη καλείται « να δείξει πως πράγματι η ζωή του νοηματοδοτείται από την πίστη του και την εκκλησιαστική ταυτότητά του· να περάσει από κρησάρα την εξουσιαστική πολιτική, την ταξική τάξη, την ακοινώνητη κοινωνία, τον πτωχευμένο έρωτα, την κοσμική ηθική· να αντιπροτείνει την Αγάπη στην αφιλάνθρωπη δικαιοσύνη, στη δεσποτεία τού ορθολογισμού, στα απρόσωπα συστήματα· να γίνει μέσα στην ιστορία μάρτυρας και δημιουργός », ( Θαν. Παπαθανασίου, Σύναξη 37, σελ. 105 ).

   Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν ως βίωμα για τους νέους τους οι ορθόδοξες ευχαριστιακές συνάξεις και κατόπιν αυτόν τον τρόπο ζωής να δείξουν, ως υπαρξιακό πλέον γεγονός, σε κάθε νέο μαθητή και «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν», τα άλλα είναι έργο Άλλου.

   Εν κατακλείδι ο εκκλησιασμός δεν είναι αποτέλεσμα απόφασης Συλλόγου Διδασκόντων, αλλά αποτέλεσμα ερωτικής συναντήσεως με τον Χριστό .