Ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος αποτελεί μια εξαιρετικά τιμώμενη μορφή στο ελληνικό λαϊκό εορτολόγιο, καθώς εορτάζεται τρεις φορές, στη Σύναξή του (7 Ιανουαρίου), στο Γενέσιόν του (24 Ιουνίου) και στην Αποτομή της Τιμίας Κεφαλής του (29 Αυγούστου), ενώ άλλες εορτές του, όπως η σύλληψή του (23 Σεπτεμβρίου) δεν σχετίζονται με ανάλογα λαϊκά έθιμα. Τα λαϊκά λατρευτικά έθιμα της Συνάξεως του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου), ουσιαστικά συνεχίζουν την εθιμοταξία του Δωδεκαημέρου και των Θεοφανείων, και σχετίζονται με τον αγιασμό των υδάτων και τον καθαγιασμό της φύσης.

            Συγκεκριμένα, στην κατηγορία αυτών των λαϊκών λατρευτικών τελετουργιών μπορούν να ενταχθούν τα «βρεξούδια», που συνηθίζονται τόσο κατά τα Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου), όσο και κατά την εορτή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) σε πολλά χωριά και οικισμούς της Ανατολικής Θράκης. Στη διάρκεια αυτής της τελετουργίας, ο κουμπάρος βρέχει, με το νερό μιας βρύσης ή μιας πηγής, το κεφάλι του γαμπρού, αν δεν έχει ακόμη περάσει χρόνος από την ημέρα του γάμου, με την πεποίθηση ότι έτσι θα στεριώσει το νέο ζευγάρι, θα είναι υγιές και ευτυχισμένο, αλλά και θα ευοδωθούν όλες οι επαγγελματικές προσπάθειες της νέας οικογένειας.

              Το νερό, σε κάθε μορφή και εφαρμογή του, κυριαρχεί στις λαϊκές τελετουργίες των Θεοφανείων, και μάλιστα στην Ανατολική Θράκη και την Ανατολική Ρωμυλία, περιοχές γεωργικές και με επάρκεια – ή ακόμη και αφθονία – υδάτων. Στο Σιναπλί της Βόρειας Θράκης, για παράδειγμα, μετά τον Μεγάλο Αγιασμό οι νέοι του χωριού πήγαιναν με τον ιερέα σε μια βρύση έξω από τον οικισμό, όπου ένας νέος μεταμφιεζόταν σε ιερέα και οι υπόλοιποι τον έλουζαν στο νερό της βρύσης, για «ντη γειά και το μπερεκέτ’». Κατά την επιστροφή στο χωριό, ο κανονικός ιερέας παρέθετε πανηγυρικό γεύμα στο σπίτι του, όπου γλεντούσαν όλοι οι  συμμετέχοντες στο έθιμο.

             Στην Σκόπελο της Ανατολικής Θράκης πάλι, μετά τα Φώτα οι νέοι του χωριού έλουζαν τελετουργικά όχι μόνο τον ιερέα, αλλά και τις υπόλοιπες αρχές του τόπου. Στην περίπτωση αυτή έχουμε ανανέωση, και μάλιστα μέσω αντιπροσώπου  - ο οποίος όμως αποτελεί τελετουργικό και συμβολικό ισοδύναμο του πρωτοτύπου, καθώς φέρει το κύριο χαρακτηριστικό του αξιώματός του, το ράσο – του κυριότερου εκφραστή της υπερφυσικής εξουσίας στο χωριό, του παπά. Ανανέωση η οποία επιτυγχάνεται με το τελετουργικό βάπτισμα στο παντοδύναμο νερό μιας τρεχούμενης πηγής, άρα με την οικείωση της δύναμης που εμπεριέχεται στα πνεύματα που φυλάγουν και τροφοδοτούν υπερφυσικά την πηγή αυτή. Και η τελετουργική αυτή ανανέωση δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην επίτευξη των σπουδαιοτέρων ευετηρικών αιτημάτων της αγροτοκτηνοτροφικής κοινότητας, δηλαδή της υγείας και της καλής σοδειάς, δια των η, δια των οποίων εξασφαλίζεται η επιβίωση, τόσο σε προσωπικό και οικογενειακό, όσο και σε συλλογικό - κοινοτικό επίπεδο.

               Εξάλλου, η τελετουργική υπόσταση της πράξης καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις βρέχουν συμβολικά μόνο το κεφάλι του ιερέα ή των προυχόντων του χωριού, όχι όλο το σώμα τους. Και πάλι το πανίσχυρο τρεχούμενο και αγιασμένο νερό μεταδίδει τελετουργικά, με την μετάληψη ή την επαφή του με το ανθρώπινο σώμα, τις δυνάμεις του στον άνθρωπο, με σκοπό την εξασφάλιση γονιμότητας και ευετηρίας, στην διαβατήρια στιγμή των Θεοφανείων. Ιδιαίτερη διάδοση είχε το έθιμο αυτό στη Σκόπελο και στη Πέτρα της Ανατολικής Θράκης. Εδώ η δύναμη του νερού ενισχύεται τελετουργικά και από τη χρήση πράσινων κλαδιών, που βεβαίως θυμίζει τις ανάλογες εκκλησιαστικές τελετουργικές πρακτικές, κατά την τέλεση της ακολουθίας του αγιασμού, και τον περιραντισμό με αυτόν των πιστών. Συχνά μάλιστα έχουμε βρέξιμο ολόκληρου του σώματος, ενώ ιδιαίτερη σημασία δίνεται στους νιόπαντρους, που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη για τελετουργική γονιμική ενίσχυση.

             Τέλος, η τελετουργία εδώ φανερώνει, πέραν της συμβολικής, και την κοινωνική και επικοινωνιακή αξία της: με το κρασί που συγκεντρώνεται, τα κεράσματα και τα γλέντια που ακολουθούν η κοινότητα συσφίγγει και αναδομεί τις σχέσεις της, προχωρά δηλαδή στη διαδικασία της ιδεολογικής αναπαραγωγής των κοινωνικών χαρακτηριστικών και δεσμών, κάτι που αποτελεί την κύρια σημειοδοτική λειτουργία των λαϊκών τελετουργιών. Ο Δημ. Λουκάτος πάλι αναφέρει ότι στις παραλιακές περιοχές της Ανατολικής Θράκης, μετά τη θεία λειτουργία της εορτής του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) έπαιρναν τους νιόπαντρους της χρονιάς με μουσικά όργανα, τους οδηγούσαν στο γιαλό και τους έσπρωχναν τελετουργικά, για να βραχούν στη θάλασσα. Ιδιαιτέρως δε στις γυναίκες, που σχετίζονταν αμεσότερα με το αίτημα της τεκνογονίας και της γονιμότητας, έριχναν θαλασσινό νερό στο κεφάλι με κανάτες, ευχόμενοι: «να ζήσετε και να σας δώσει ο Θεός παιδιά».

            Οι γονιμικοί, και μάλιστα οι ανθρωπογονιμικοί, σκοποί της τελετουργίας είναι ολοφάνεροι, καθώς επιδιώκεται να μεταδοθεί τελετουργικά στους νεόνυμφους η καθαρτήρια και ζωαρχική δύναμη της θάλασσας, με σκοπό να διευκολυνθεί μαγικά και συμβολικά η τεκνογονία, η απαραίτητη κατάληξη που συμπλήρωνε, βιολογικά και κοινωνικά, κάθε γάμο.

           Η εορτή της συνάξεως του αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου) συνδέεται με την προσφορά τροφών στο ναό, αλλά και με δημοτελείς ζωοθυσίες, με σφάγια τα οποία ευλογούσε ο ιερέας και κατόπιν τα θυσίαζαν και έτρωγαν το κρέας τους σε κοινές συνεστιάσεις, με σκοπούς ευετηρικούς και ευγονικούς. Σε πολλές περιοχές της Θράκης συνήθιζαν μάλιστα να περιφέρονται κατά ομάδες στους δρόμους και να αλληλοβρέχονται με νερό, το οποίο ράντιζαν με κλαδιά φυτών, πιστεύοντας ότι έτσι εξασφάλιζαν υγεία και «καλοχρονιά», δεδομένου μάλιστα ότι τα νερά είχαν αγιαστεί και κατά την εορτή των Θεοφανείων, την προηγούμενη μέρα.

           Η τελετουργία αυτή συχνά συνδυαζόταν και με ορισμένους, βορειοελλαδικούς κατά κανόνα, θηριόμορφους δωδεκαημερίτικους αγερμούς, όπως για παράδειγμα στα Λακκοβίκια της Μακεδονίας, όπου οι «Μπαμπόγεροι» με κουδούνια και προβιές γύριζαν στα σπίτια του χωριού ευχόμενοι για υγεία και ευτυχία, και έπαιρναν φιλοδωρήματα. Στη Στενήμαχο της Βόρειας Θράκης πάλι ο ιερέας πήγαινε στα σπίτια του χωριού για «να ευχηθεί», και όπου υπήρχαν αγόρια τα σήκωνε στα χέρια του ευχόμενος «άξιος». Πρόκειται για το «αξίωμα», μια ευχετική τελετουργία, που αλλού το έκανε όμιλος παιδιών, που γυρνούσαν στα σπίτια με ένα σκαμνί, πάνω στο οποίο έβαζαν τα αγόρια και τα επευφημούσαν με παρόμοιο τρόπο. Επίσης, πολλές είναι οι ονομαστικές εορτές της ημέρας, που δίνουν ευκαιρία για τα τελευταία δωδεκαημερίτικα σπιτικά γλέντια.

           Ξεχωριστή θέση στις εορτές του καλοκαιριού κατέχει και η εορτή του Γενεσίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, στις 24 Ιουνίου, εορτή η οποία συνδέεται με πολλά και έθιμα σε ολόκληρη την Ελλάδα. Κύριο χαρακτηριστικό της εορτής αυτής είναι το έθιμο με τις εθιμικές πυρές που ανάβονται τελετουργικά την παραμονή, στις οποίες συνήθως καίονται και τα στεφάνια της πρωτομαγιάς. Οι φωτιές λέγονται φανοί ή κάψαλα, γι' αυτό και η ημέρα της γιορτής λέγεται του αγίου Ιωάννου του «Φανιστή», ή του «Φωταρά», κ.λπ. Άλλες λαϊκές λατρευτικές επωνυμίες του αγίου είναι «Αη Γιαννιού του Λιοτροπιού» ή «Ριζικάρη» ή «Λαμπαδιάρη» ή «Κληδόνου». 

              Οι φωτιές ανάβονται σε σταυροδρόμια κατά γειτονιές, παλαιότερα με ανταγωνιστική διάθεση, ποια γειτονιά θ' ανάψει μεγαλύτερη φωτιά από την άλλη. Παιδιά και μεγάλοι ανάβουν φωτιές, πηδούν τρεις φορές πάνω από τις φλόγες, κάνοντας ευχές για καλή υγεία και απαλλαγή από κάθε κακό. Το έθιμο, διαβατήριο και καθαρτήριο στην ουσία του, προβάλλει την διάσταση της τελετουργικής εθιμικής καθάρσεως μέσω της καθαρτήριας δύναμης της φωτιάς. Την παραμονή, του Αη Γιάννη του Λιοτροπιού, σε όλη σχεδόν την Ελλάδα ανάβουν φωτιές γύρω από τις οποίες χορεύουν, τραγουδούν και υπερπηδούν, με σκοπό κυρίως την σωματική υγεία.

               Oι πυρές των ημερών αυτών ήταν ένα έθιμο διαδεδομένο σε όλους σχεδόν τους ευρωπαϊκούς και τους βαλκανικούς λαούς. Την ίδια μέρα κόβουν οι νοικοκυρές ρίγανη. Η «αγιαννιώτικη ρίγανη» πρέπει να συλλεχθεί πρωί - πρωί, πριν από την ανατολή του ηλίου. Η λε­πτομέρεια αυτή ήταν τελετουργικά ουσιώδης, γιατί πίστευαν ότι έτσι είχε η ρίγανη μαγική δύναμη. Έτσι, ο άγιος Ιωάννης ονομάζεται και «Ριγανάς». Με τον Ιούνιο όμως συμπίπτει η ακμή του καλοκαιριού, οι θερινές τροπές του ηλίου, που θεωρούνταν σημαντική και ορισμένες φορές επικίνδυνη καμπή του χρόνου. Όσα αρχαία έθιμα ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκαν με το Γενέσιο Ιωάννου του Προδρόμου, και έτσι στην λαϊκή εθιμολογία της εορτής διατηρήθηκαν ορισμένες συνήθειες του αρχαίου κόσμου σχετικές με το θερινό ηλιοτρόπιο. 

               Το δρώμενο του Κλήδονα αποτελεί μια ιδιαίτερη εθιμική εκδήλωση, για την οποία αντλούμε πληροφορίες από τους αρχαίους έλληνες συγγραφείς αλλά και από τους βυζαντινούς Μιχαήλ Ψελλό (11ος αι.), Θεόδ. Βαλσαμώνα, Ιω. Ζωναρά (12ος αι.) και Ιωσήφ Βρυέννιο (15ος αι.). H λέξη «κλήδονας» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κληδών, που σημαίνει τον μαντικό ψίθυρο, την προφητική ρήση και γι’ αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει τον οιωνό, το προμήνυμα, τη φήμη, το μάντεμα. Οι αρχαίοι την ημέρα της εορτής των Νουμηνιών είχαν και τη συνήθεια του κληδονισμού, εκληδονίζοντο, δηλαδή μάντευαν  το μέλλον με τον κλήδονα. Η ίδια τακτική συνεχίστηκε και κατά την έλευση του χριστιανισμού και την ένταξη των παγανιστικών εθίμων στο χριστιανικό εορτολόγιο.

               Το δρώμενο μάλιστα μαζί με άλλα έθιμα που ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκε με την εορτή του Γενεσίου του αγ. Ιωάννη του Προδρόμου, του μεγαλύτερου προφήτη που προμήνυσε την έλευση του Χριστού, παρόλο που η Εκκλησία επιχείρησε αρχικά να το καταδικάσει και να το καταργήσει, παρομοιάζοντάς το με παγανιστική τελετή. Η πολεμική που ασκήθηκε από την Εκκλησία για την εξάλειψη του εθίμου εκφράζεται με τη σχετική απαγόρευση της εν Τρούλλω Έκτης Οικουμενικής Συνόδου (680 μ. Χ.): «τας εν ταις νουμηνίαις υπό τινων προ των οικείων εργαστηρίων ή οίκων αναπτομένας πυράς, ας και υπεράλλεσθαί τινες κατά τι έθος αρχαίον επιχειρούσιν, από του παρόντος καταργηθήναι προστάσσομεν. Oστις ουν τοιούτό τι πράξει αφοριζέσθω». Ο καθηγητής Δημ. Λουκάτος χαρακτηρίζει τη γιορτή του άη Γιαννιού από τις «ειδωλολατρικότερες» του εορτολογίου μας, καθώς «μαζί με τον άη Γιάννη λατρεύεται, με παλιά υποσυνείδητη εθιμολογία, ο Ήλιος των θερινών τροπών, ανάβονται διαβατήριες και καθαρτήριες πυρές, για τον κρίσιμο χρόνο, ασκούνται με τελετουργική δεξιοτεχνία η μαντεία και η μαντική, εκβιάζεται σχεδόν η καλή τύχη, επιδιώκεται η υγεία και το σωματικό κάλλος, με τη συγκομιδή θεραπευτικών και αρωματικών ανθόφυτων». 

            Η εορτή πάλι της Αποτομής της Κεφαλής του Ιωάννη του Προδρόμου (29 Αυγούστου) αποτελεί αυστηρή νηστεία και από λάδι, όποιος δε την παραβιάσει, κατά την λαϊκή θρησκευτική και δεισιδαίμονα αντίληψη τιμωρείται από τον άγιο με εμπύρετο ρίγος – χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ελονοσίας που παλαιότερα μάστιζε τις αγροτικές περιοχές της ελληνικής υπαίθρου – γι’ αυτό και ο άγιος επονομάζεται από το λαό «Θερμαστής». Το αίμα του αγίου που χύθηκε οδηγεί συνειρμικά στην απαγόρευση κατανάλωσης την ημέρα αυτή μαύρων σύκων και μαύρων σταφυλιών, σε πολλές περιοχές της χώρας μας.

            Όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, δείχνουν νομίζω με σαφήνεια ότι ο ελληνικός λαός, στα πλαίσια του ελληνορθόδοξου λαϊκού πολιτισμού του, τιμά και σέβεται ιδιαιτέρως τον άγιο Ιωάννη τον πρόδρομο, στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένες πολλές μονές, αλλά και πολλοί ναοί, παρεκκλήσια και ξωκλήσια, σε όλον τον ελληνικό πολιτισμικό χώρο. Και η τιμή αυτή σχηματοποιείται με τα λαϊκά λατρευτικά έθιμα, για τα οποία έγινε εκτενέστερος λόγος παραπάνω.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Γ. Α. Μέγας, Ζητήματα ελληνικής λαογραφία 3. Αθήναι 1950, σ. 142-144. Ο ίδιος, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήνα 1957. Μ. Γ. Βαρβούνης, Λαϊκή λατρεία και θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Σάμου, Αθήνα 1992. Ο ίδιος, Λαϊκές θρησκευτικές τελετουργίες στην Ανατολική και τη Βόρεια Θράκη, Αθήνα 2010. Γ. Ν. Αικατερινίδης, Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες. Λειτουργία – μορφολογία - τυπολογία, Αθήνα 1979. Ευφρ. Καρποδίνη-Δημητριάδη, Η θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Κέας. Συμβολή στη μελέτη του κυκλαδικού χώρου, Αθήνα 1988. Καλλ. Παπαθανάση-Μουσιοπούλου, Λαογραφικά Θράκης 1, Αθήνα 1979. Ελπ. Σταμούλη-Σαράντη, Από την Ανατολική Θράκη 1. Η Σηλύβρια με τα γύρω της χωριά, Αθήναι 1956. Β. Λαμνάτος, Οι μήνες στην αγροτική και ποιμενική ζωή του λαού μας, Αθήνα 1975. Π. Νικήτας, Το λεσβιακό μηνολόγιο, Μυτιλήνη 1953. Κ. Μαρίνης, Δωδεκαμερήτικα πανηγύρια, Αθήνα 1958. Κ. Καραπατάκης, Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων, Αθήναι 1971. Γ. Σιέττος, Έθιμα στις γιορτές, Πειραιάς 1975. Χρ. Κυπριανού, «Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου», Λαογραφική Κύπρος 9 (1979), σ. 105-121. Δ. Σ. Λουκάτος, Το Δωδεκαήμερο κι οι τρεις Γιορτές του στην Κεφαλονιά, Αθήνα 1961. Ο ίδιος, Χριστουγεννιάτικα και των γιορτών, Αθήνα 1984 (β΄ έκδοση). Κ. Καραπατάκης, «Ο Γιάγιαννος στη Λιτσίστα του Ορτάκιοϊ της Αδριανούπολης», Πρακτικά Β΄ Συμποσίου Λαογραφίας Βορειοελλαδικού χώρου, Θεσσαλονίκη 1976, σ. 190-191. Στ. Ήμελλος, Λαογραφικά 3. Ποικίλα, Αθήνα 1994, σ. 7-19). R. Wolfram, Die Jahresfeuer, Wien 1972, σ. 80-96. Ν. Γ. Πολίτης, Λαογραφικά Σύμμεικτα 1. Αθήναι 1920, σ. 89-92. Ο ίδιος, Λαογραφικά Σύμμεικτα 2. Αθήναι 1921, σ. 146-153. Ο ίδιος, Λαογραφικά Σύμμεικτα 3. Αθήναι 1931, σ. 6-10, 14-16.