Η μελέτη της βιβλιογραφίας του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου αποκαλύπτει ότι το ζήτημα του διεθνούς χαρακτήρος της προσωπικότητος, της οντότητος, του θεσμού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν έχει αντιμετωπισθεί, από τη θεωρία, κατά συστηματικό τρόπο.

Έχει υποστηριχθεί, ότι το νομικό καθεστώς του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξεταζόμενο εις το πλαίσιο του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, είναι δυνατόν να παραλληλισθεί με το νομικό καθεστώς της Αγίας Έδρας και ειδικότερα με εκείνο του Νόμου των Εγγυήσεων της 13/5/1871, το οποίο ίσχυε εις την Ιταλία μέχρι της μεσολαβήσεως των Συμφωνιών του Λατερανού της 11/2/1929.

Το δυσχερές αυτό ζήτημα είναι δυνατόν να προσεγγίσει ο ερευνητής μόνον μέσω της μελέτης της διαχρονικής πορείας του Θεσμού του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η πολυτάραχος ιστορία του Πατριαρχείου είναι εκείνη, η οποία παρέχει εις τον ερευνητή τα πρώτα στοιχεία σχετικά με τον διεθνή χαρακτήρα της οντότητός του και τον οικουμενικό χαρακτήρα της αποστολής του, ο οποίος εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την παρουσία του εις τον κόσμο και κατά τη νέα τρίτη χριστιανική χιλιετία. Η «νομική ικανότης» του Οικουμενικού Πατριαρχείου ανεγνωρίσθη, το πρώτον, με την παραχώρηση από τον ίδιο τον Μωάμεθ τον Δεύτερο, τον Πορθητή, μετά την Άλωση της Πόλεως, το 1453, «προνομίων», εις τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο. Τα προνόμια αυτά, τα οποία παρεχωρήθησαν με φιρμάνι του σουλτάνου, δεν ήσαν μόνο θρησκευτικής αλλά πολιτικής και διοικητικής φύσεως.

Δεν πρέπει να λησμονείται ότι χάρις εις τα προνόμια αυτά -όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ, εις το μνημειώδες έργο του «Ο Ελληνικός Λαός»- και την ηγεσία του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως σφυρηλατήθηκε ένας πολύ ισχυρός δεσμός ανάμεσα σ' ολόκληρο το Ελληνικό Έθνος και ο κλήρος, από τον παπά μέχρι τον Πατριάρχη, με την ίδια στοργή, αγκάλιασαν και προστάτευσαν τον ελληνικό λαό.

Τα προνόμια, τα οποία παρείχε εις τον Πατριάρχη η Οθωμανική Αυτοκρατορία, με πράξεις της εσωτερικής της νομοθεσίας, φιρμάνια κλπ. και τα οποία προνόμια καθόριζαν τις μεταξύ των σχέσεις, εμφανίζονται, αρχικά, αμιγώς, εσωτερικό χαρακτήρα, απέκτησαν, εν συνεχεία, λόγω των διεθνών πιέσεων εις την οθωμανική αυτοκρατορία, διά την προστασία της χριστιανικής θρησκείας και πίστεως και διεθνή χαρακτήρα.

Αυτό έγινε αμέσως μετά τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή του 1774, με το άρθρ 7 της οποίας η Υψηλή Πύλη υπεσχέθη «διαρκή προστασία στη χριστιανική θρησκεία και τις εκκλησίες αυτής».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο μέχρι της Συνθήκης της Λοζάννης (1923) απελάμβανε ορισμένων προνομίων, θρησκευτικής, διοικητικής και δικαστικής φύσεως τα οποία είχαν παραχωρηθεί εις αυτό με φιρμάνια των σουλτάνων, είχαν όμως κατοχυρωθεί και με διατάξεις Διεθνών Συνθηκών, όπως αυτές των Παρισίων (1856), του Βερολίνου (1878) και των Σεβρών (1920). Μέχρι λοιπόν τη Συνθήκη Λοζάννης (1923) το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανεγνωρίζετο ως υποκείμενο του Διεθνούς Δικαίου, με περιορισμένη διεθνή προσωπικότητα και το νομικό καθεστώς του Πατριαρχείου εντασσόταν εις το περί νομικών οντοτήτων, ως υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου, κεφάλαιο της βιβλιογραφίας του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και κατά την προ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου περίοδο αλλά και μετέπειτα.

Στη βιβλιογραφία του Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κατατάσσεται μεταξύ των ιδιορρύθμων υποκειμένων του Διεθνούς Δικαίου, ως οντότης εξωπολιτειακού χαρακτήρος. Υπογραμμίζεται, ακόμη, ο ρόλος και η υπόστασίς του που οφείλονται εις τον οικουμενικό χαρακτήρα της αποστολής του και η ανωτάτη δικαιοδοσία, την οποία ασκεί, επί των ανά τον κόσμον, υπαγομένων εις αυτό, επαρχιών.

Η Συνθήκη των Παρισίων της 30ής Μαρτίου 1856, περιλαμβάνει στο άρθρο 9 αυτής, δήλωση των Δυνάμεων, οι οποίες διαπιστώνουν «τη μέγιστη αξία της ανακοινώσεως της Πύλης (la haute valeur de cette communication) σχετικά με την έκδοση του Χάτι Χουμαγιούν της 18ης Φεβρουαρίου 1856, με το οποίο αναγνωρίσθηκαν «εκ του νέου προνόμια εις τας μη μουσουλμανικάς κοινότητας, άτινα ετέθησαν υπό την προστασίαν των Δυνάμεων».

Κατά τη σύναψη της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923, με δηλώσεις του Λόρδου Curzon, αντιπροσώπου της Αγγλίας, που έγινε αποδεκτή από τον Ελευθέριο Βενιζέλο και τον αντιπρόσωπο της Τουρκίας Ισμέτ Πασά, και που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της Συνδιασκέψεως της Λωζάννης (10 Ιανουαρίου 1923), κατοχυρώθηκε, διεθνώς, η ύπαρξη του Πατριαρχείου, διατηρούντος τα ab antique ανεγνωρισμένα θρησκευτικά αυτού προνόμια, καταργηθέντων όμως των μη θρησκευτικής αλλά πολιτικής, διοικητικής και δικαστικής φύσεως προνομίων αυτών.

Παρ' όλον ότι το Πατριαρχείο έχασε τα μη θρησκευτικής φύσεως προνόμιά του, εξακολουθεί κατά τη θεωρία να έχει περιορισμένη διεθνή νομική ικανότητα, συνεπεία του εθιμικού χαρακτήρος της αναγνωρίσεως της οικουμενικής του, θρησκευτικής του αρμοδιότητος η οποία εκδηλούται διά της προσκλήσεώς του να μετάσχει σε διεθνείς διασκέψεις, οι οποίες συγκλήθηκαν αρχικά από την Κοινωνία των Εθνών και μετά το 1923 από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών.

Η διεθνής, μάλιστα, δικαιοπρακτική του ικανότητα, επιβεβαιώθηκε με τη σύναψη συνθηκών μετά της Πολωνίας, Αλβανίας και Φινλανδίας για τη ρύθμιση του εκκλησιαστικού καθεστώτος των εκεί ορθοδόξων χριστιανών. Εν όψει της ιδιότητος του Πατριάρχου αφενός μεν ως Οικουμενικού Πατριάρχου, αφετέρου δε ως Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως δύναται να υποστηριχθεί ότι λόγω της οικουμενικής, θρησκευτικής του αποστολής και αρμοδιότητας, που αναγνωρίζεται εις αυτόν είτε συμβατικά είτε εθιμικά, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει διφυή προσωπικότητα, το μεν ως οντότης υπερεθνικού χαρακτήρα, εν όψει της φύσεώς του ως οικουμενικού θρησκευτικού διεθνούς θεσμού, το δε ως προς την αφορώσα την Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως αρμοδιότητα αυτού, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, υπαγόμενο στην τουρκική έννομο τάξη. Έχει λοιπόν αναγνωρισμένη διεθνή προσωπικότητα το Οικουμενικό Πατριαρχείο σε ό,τι αφορά την επί του διεθνούς πεδίου εκπλήρωση των λειτουργικών σκοπών της οικουμενικής, θρησκευτικής αποστολής και αρμοδιότητός του.

Επιβεβαιώνεται εν όψει των προαναφερθέντων αυτό που υπεστηρίχθη εις την θεωρίαν του Διεθνούς Δικαίου, ότι δηλαδή το Οικουμενικό Πατριαρχείο κέκτηται:

«Κατά τρόπο αδιαφιλονίκητο αναγνωρισμένη διεθνή προσωπικότητα - διάφορον αυτής του "ιδιότυπου κράτους του Βατικανού"- εις ό,τι αφορά την επί του διεθνούς πεδίου εκπλήρωση των λειτουργικών του σκοπών και της θρησκευτικής του αποστολής και αρμοδιότητος».

Στην πολυδιάστατη πλέον ανάπτυξη των διεθνών σχέσεων είναι σήμερα λίαν αισθητή η παρουσία των Εκκλησιών. Πρωταγωνιστικό ρόλο εις το διεθνές προσκήνιο διαδραματίζει το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με συνεχείς πρωτοβουλίες, οι οποίες αφορούν, μεταξύ άλλων, τον διάλογο μεταξύ των χριστιανικών εκκλησιών και ομολογιών και των λοιπών συγχρόνων θρησκειών όπως ο Ιουδαϊσμός και το Ισλάμ και που προάγουν την ανεξιθρησκεία, την ελευθερία της πίστεως.

Νεώτερα, καθοριστικής σημασίας, γεγονότα επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τον διεθνή χαρακτήρα του θεσμού του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως διαμορφώνεται μέσω της «Οικουμενικής διαστάσεως της αποστολής του».

Ενδεικτικά μνημονεύουμε:

α) Τις εις επίπεδον «Αρχηγού Κράτους» αποδοθείσες τιμές στον μακαριστό Πατριάρχη Δημήτριο όταν είχε επισκεφθεί τις ΗΠΑ, τιμές που του επεφύλαξε και απέδωσε προσωπικώς ο τότε πρόεδρος Τζορτζ Μπους, οδηγήσας μάλιστα ο ίδιος τον Πατριάρχη στο προεδρικό βήμα με το έμβλημα του προέδρου των ΗΠΑ από όπου και εξεφώνησε τον ευχαριστήριο λόγο του.

β) Τις αυτές τιμές επανέλαβε ο «Λευκός Οίκος» και προς την ΑΘΠ τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, προς τον οποίον εγένετο επίσημος υποδοχή εις την μεγάλη αίθουσα τελετών του Κογκρέσου (σπάνια εξαίρεση και για αρχηγόν κράτους) όπου και ομίλησε.

γ) Την επίσημο υποδοχή του ίδιου Πατριάρχου στον ΟΗΕ από τους Γενικούς Γραμματείς κ. Kόφι Άναν και Μπαν Κι Μουν. δ) Την επίσημο πρόσκληση από προέδρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο να μιλήσει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (Ε.Κ.), το βήμα του οποίου παραχωρείται μόνο σε αρχηγούς κρατών. Απολαύει, δηλαδή, ο Οικουμενικός Πατριάρχης της αυτής διεθνούς μεταχειρίσεως, με εκείνη την οποία απολαύουν ο Πάπας, ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών και οι αρχηγοί κρατών.

Ιδιαιτέρας σημασίας εις ό,τι αφορά την αναγνώριση της διεθνούς οντότητος του θεσμού του Οικουμενικού Πατριαρχείου αποτελεί το έγγραφο, το οποίο απηύθυνε, στις 24 Ιουνίου 1994, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όπως εγκαταστήσει μόνιμο αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες. Η ενέργεια αυτή αποτελεί σημαντική αναβάθμιση του ρόλου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τον ευρωπαϊκό χώρο.

Σήμερα, οι ανά τον κόσμο πολυεθνικές επαρχίες του Οικουμενικού Θρόνου, στις οποίες αναγνωρίζεται, κατά τα ισχύοντα, η άσκηση αρμοδιοτήτων του Οικουμενικού Πατριάρχου είναι οι HΠΑ, Αυστραλία, Μ. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Σουηδία, Βέλγιο, Ελβετία, Ιταλία. Με την ίδρυση από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και νέων επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου, όπως οι Μητροπόλεις: Καναδά (1996), Αργεντινής (1996), Παναμά (1996) και Χονγκ Κονγκ (1996), η παρουσία του Πατριαρχείου έχει γίνει περισσότερο αισθητή, παγκοσμίως.

Τέλος, δεν πρέπει να λησμονείται, η σημαντική πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχου εις ό,τι αφορά την διεθνή προστασία του περιβάλλοντος και η συνεχής ιεραποστολική του πορεία και δράσις.

Κτίζοντας ναούς του Θεού, ιδρύοντας Μητροπόλεις «φάρους φωτεινούς», διακηρύσσοντας παγκοσμίως τον Λόγον του Θεού, το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν πράττει άλλο παρά να ορθώνει, όπως ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος έχει διδάξει, «κάστρα οχυρά δυνάμενα να αντισταθούν εις τας προσβολάς της αντιθέτου μανίας».

* Ο κ. Ιωάννης Παπαμιχαλάκης είναι επικοινωνιολόγος, Μ. Άρχων και πρώην Πρόεδρος των Οφφικιάλων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τακτικό μέλος Συνοδικής Επιτροπής της Εκκλησίας της Ελλάδος - Το παρόν άρθρο δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της Κυριακής, 14.10.2001