Με αφορμή την συμπλήρωση ενός έτους από την σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Κρήτης πέρυσι το καλοκαίρι, αλλά και την επέτειο του θανάτου του Μεγάλου Πατριάρχου και οραματιστού αυτής  Αθηναγόρου στις 7 Ιουλίου 1972, θα θέλαμε να παραθέσουμε ορισμένες σκέψεις για το τόσο σημαντικό αυτό θέμα.    

       Πέρυσι στις αρχές του καλοκαιριού, η Εκκλησία του Χριστού, η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία, η Κιβωτός της σωτηρίας και της Χάριτος, ζούσε μεγάλες στιγμές. Μετά από πολλά χρόνια, οι κατά τόπους Εκκλησίες υπό την προεδρεία του Παναγιωτάτου Οικουμενικού μας Πατριάρχου κυρίου Βαρθολομαίου, ένα όνειρο, ένα όραμα, μια προσπάθεια ετών, γινόταν πραγματικότητα. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, συνεκαλείτω εν Αγίω Πνεύματι, για την μελέτη των θεμάτων και το κοινό μήνυμά της πρός την πόλη και τον κόσμο.     

       Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος, είναι καρπός μιας μακροχρόνιας προσπαθείας όλης της Εκκλησίας πού ξεκίνησε με τις δύο Εγκυκλίους του μεγίστου Πατριάρχου Ιωακείμ του Γ' του Μεγαλοπρεπούς το 1902 και 1904 για να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά το 1930 με το Πανορθόδοξο Συνέδριο του Αγίου Όρους.    

       Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, χωρίς να γίνεται κάτι. Βέβαια σε αυτό συνετέλεσαν γεγονότα όπως ο μεσοπόλεμος, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, η Κατοχή. Οι κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, βρισκόταν κάτω από δύσκολες συνθήκες, οι προσπάθειες όμως της  συγκλήσεως  μιας Μεγάλης Συνόδου δεν σταμάτησαν.  

     Στις 26 Ιανουαρίου 1949, ένας νέος Πατριάρχης εκλέγεται από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου. Και αυτός είναι ο από Αμερικής Αθηναγόρας. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας από την πρώτη στιγμή πού θέτει τα στιβαρά χέρια του στο πηδάλιο της Μεγάλης  Εκκλησίας, οραματίζεται. Θέλει μια Εκκλησία ζωντανή και ενωμένη. Θέλει μια Εκκλησία πού να μπορεί να μιλήσει στην σύγχρονη κοινωνία δίδοντας την κοινή μαρτυρία της σε ένα κόσμο που έψαχνε ένα νέο προσανατολισμό.      

     O Πατριάρχης Αθηναγόρας αντιλαμβάνεται την ανάγκη της συγκλήσεως της Συνόδου, όπως αυτή αποφασίστηκε στο Συνέδριο του Αγίου Όρους το 1930, στην οποία είχε πάρει μέρος και ο ίδιος ως Μητροπολίτης Κερκύρας. Το 1952, αρχίζει τις συνεννοήσεις για την Σύγκληση Πανορθοδόξων Διασκέψεως, ώστε να οριστικοποιηθούν τα θέματα και όλα όσα θα χρειάζονταν για την Μεγάλη Σύνοδο. Βέβαια μεσολάβησαν τα γεγονότα του 1955 αναστέλλοντας για λίγο αυτή την προσπάθεια.   

      Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας παρά τα προβλήματα πού αντιμετωπίζει εντός της έδρα του, προχωρά το όραμά του. Τον Σεπτέμβριο του 1961 συγκαλείται στην Ρόδο η Πρώτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη. Σε αυτήν πήραν μέρος  61 Εκπρόσωποι από τις 12 κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκφράζοντας τις απόψεις της Πανορθοδόξου Επιτροπής του Αγίου Όρους του 1930. "Η Α'  Πανορθόδοξος διάσκεψη ήταν μια ομόψυχη φανέρωση της ορθοδόξου ενότητος και μια ομόφωνη έκφραση των ανακαινιστικών και ενωτικών οραματισμών της Ορθοδοξίας. Ο κατάλογος, πού ενεκρίθη να είναι ο πυρήνας της ημερησίας διατάξεως της Μεγάλης Συνόδου, παρά τα κενά του που θα συμπληρωθούν μελλοντικά, είναι μία λογοδοσία της Ορθοδοξίας στην Ανθρωπότητα. Δείχνει πως υπάρχει η συνείδηση των καιρών. Πως αναζωπυρώθηκε το πνεύμα των Πατέρων. Πώς ανευρέθηκε η απλή κοινή γλώσσα του αδελφικού διαλόγου" (Αριστείδου Πανώτου. Οι Ειρηνοποιοί. σελ. 95).    

      Τον Σεπτέμβριο του 1963 συγκαλείται και πάλι στην Ρόδο με τις ευλογίες του Πατριάρχου Αθηναγόρου η δευτέρα Πανορθόδοξη Διάσκεψη υπό την προεδρία του Μητροπολίτου Ηλιουπόλεως και Θείρων Μελίτωνος και την συμμετοχή των αντιπροσώπων των κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στην Διάσκεψη αυτή αποφασίστηκε "η επανατοποθέτηση των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Εκκλησίας της Ρώμης σε θετικές βάσεις", και η πρόταση του Πατριαρχείου και της Καθόλου Εκκλησίας του Χριστού "προς την σεβασμία Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία για την έναρξη διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών επί "ίσοις όροις".     

       Από την 1η μέχρι την 15 Νοεμβρίου 1964, συγκαλείται και πάλι στην Ρόδο η τρίτη Πανορθόδοξη Διάσκεψη. Και σε αυτήν Πρόεδρος είναι ο Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως και Θείρων Μελίτων, ο οποίος χαρακτήρισε την διάσκεψη "ως διάσκεψη υπέρ της χριστιανικής ενότητος".  Το 1968, η τετάρτη Πανορθόδξη Διάσκεψη λαμβάνει χώρα όχι στην Ρόδο, αλλά στην Κεντρική Ευρώπη. Συγκεκριμένα στο Ορθόδοξο Κέντρο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Σαμπεζύ της Ελβετίας, το οποίο είχε ιδρυθεί επί της Πατριαρχείας του Αθηναγόρου. Σε αυτή την διάσκεψη οι Ορθόδοξες Εκκλησίες αποφάσισαν την "εν τω πνεύματι της Πατριαρχικής Εγκυκλίου του 1920 παρουσία και συμμετοχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τη Οικουμενική Κινήσει" και όπως σημειώνει ο καθηγητής Ιωάννης Καρμίρης "η Ορθόδοξος Εκκλησία εμφανίστηκε στον διαιρεμένο κόσμο, μέσω των μηνυμάτων των διασκέψεως αυτών ως σημείο ενότητος, ως γέφυρα Εκκλησία, και ως ευαγγελίστρια της αγάπης".       

      Η τελευταία Πανορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επί Πατριάρχου Αθηναγόρου, έγινε και πάλι στο Σαμπεζύ της Ελβετίας από 16 έως 28 Ιουλίου 1971. Ένα χρόνο μετά, ο μεγάλος αυτός Πατριάρχης, παρέδωσε το πνεύμα του στον Δικαιοκρίτη Θεό.      Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας, μπορεί να μην αξιώθηκε να δεί με τα σωματικά του μάτια την Σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, εργάστηκε όμως εντατικά μαζί με τους εκλεκτούς του συνεργάτες θέτοντας τα θεμέλια, για να έρθει ο άξιος Διάδοχός του Πατριάρχης Βαρθολομαίος μαζί με τους Πατριάρχες και τους Προέδρους των κατά τόπους Αυτοκεφάλων Εκκλησιών και των αντιπροσωπειών τους, να πραγματοποιήσουν το όραμα του Αθηναγόρου.                 

      Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος είναι μια πραγματικότητα. Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης, παρά την κριτική πού δέχτηκε, παρά τις απουσίες ορισμένων τοπικών εκκλησιών, δεν μειώνει το κύρος της. Η Μεγάλη Σύνοδος, κατέδειξε την ενότητα της Εκκλησίας και το γεγονός ότι, η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραμένει προσκολλημένη στο παρελθόν, αλλά με τον θησαυρό της πού αποθηκεύτηκε στο θησαυροφυλάκιό της, μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο στον σύγχρονο και ταλαιπωρημένο κόσμο.           

      Του Μεγάλου Πατριάρχου Αθηναγόρου αιωνία η μνήμη.