«Πρέπει να ξέρετε πως όποιος σπέρνει με φειδώ θα έχει λίγη σοδειά· κι όποιος σπέρνει απλόχερα η σοδειά του θα είναι άφθονη. Ο καθένας ας δώσει ό,τι του λέει η καρδιά του χωρίς να στενοχωριέται ή να εξαναγκάζεται, γιατί ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση. Ο Θεός έχει τη δύναμη να σας χορηγήσει πλουσιοπάροχα κάθε δωρεά, ώστε να είστε πάντοτε σε όλα τελείως αυτάρκεις, και να δίνετε με το παραπάνω για κάθε καλό σκοπό. Το λέει κι η Γραφή: Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η αγαθοεργία του θα διαρκεί αιώνια.  Κι αυτός που δίνει στον σποριά τον σπόρο και το ψωμί για να τραφεί, ας δώσει και ας πληθύνει και τον δικό σας σπόρο και ας αυξήσει τους καρπούς της αγαθοεργίας σας. Ο Θεός θα σας κάνει πλούσιους σε όλα, για να μπορείτε να δίνετε γενναιόδωρα. Αυτοί που θα πάρουν από μας τη δική σας εισφορά θα ευχαριστούν τον Θεό» (Β΄Κορ.9,6-11).

Η περικοπή αυτή από την Β΄ προς Κορινθίους επιστολή είναι εξαιρετικά επίκαιρη σήμερα. Το συγκεκριμένο ιστορικό υπόβαθρο για να την κατανοήσει κανείς είναι το εξής: Οι χριστιανοί των Ιεροσολύμων βρίσκονταν σε δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση και αντιμετώπιζαν συνεπώς ζωτικά καθημερινά προβλήματα. Ίσως σ’αυτό να συνετέλεσε και ο λιμός που σημειώθηκε επί αυτοκράτορος Κλαυδίου (βλ.Πράξ. 11,28). Στην Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων (γύρω στο έτος 49) που έγινε για να συζητηθούν θέματα πίστεως που προέκυψαν μετά την είσοδο στην Εκκλησία των εθνικών που δεν είχαν γνώση ή και υποχρέωση να τηρούν το Νόμο του Μωυσή, όπως το απαιτούσαν ορισμένοι χριστιανοί προερχόμενοι από τους κόλπους του Ιουδαϊσμού, ο Απ. Παύλος ανέλαβε να συγκεντρώσει βοηθήματα υλικά από τις Εκκλησίες του ελληνικού χώρου για τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ. Ανέλαβε να διοργανώσει τη λεγόμενη «λογεία» (από το «λογεύω»: συλλέγω εισφορές), δηλ. ένας είδος εράνου για να ανακουφιστούν οι χριστιανοί της Μητέρας Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ. Ό,τι συγκεντρώθηκε μεταφέρθηκε δια χειρός Βαρνάβα και Παύλου στους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων για τη διανομή.

Στα κεφ. 8 και 9 της Β΄Κορινθίους, από όπου και η περικοπή μας, δίνει οδηγίες ο Παύλος στους χριστιανούς της Κορίνθου για τον έρανο αυτό της αλληλεγγύης. Ειδικότερα στην περικοπή της Κυριακής που παραθέσαμε προηγουμένως σε μετάφραση συνιστά τα ακόλουθα:

1.Κατ’αρχήν προτρέπει τους χριστιανούς να δώσουν απλόχερα όποια βοηθήματα μπορούν, μιμούμενοι τον Θεόν, ο οποίος κατά τον Ψαλμό 112,9 «Σκόρπισε, έδωσε στους φτωχούς, η αγαθοεργία του θα διαρκεί αιώνια». Αυτός που δίνει, λέγει ο Παύλος, πλουτίζει περισσότερο από αυτόν που λαμβάνει. Γιατί «όποιος σπέρνει με φειδώ θα έχει λίγη σοδειά· κι όποιος σπέρνει απλόχερα η σοδειά του θα είναι άφθονη». Φέρει μάλιστα ως παράδειγμα προς μίμηση, για να διεγείρει προφανώς τη φιλοτιμία των αναγνωστών του, τους χριστιανούς της Μακεδονίας, που ήδη έχουν συγκεντρώσει βοηθήματα.

2. Η προσφορά τους να γίνει μέσα από την καρδιά τους χωρίς κανένα καταναγκασμό ή στενοχώρια, «γιατί ο Θεός αγαπάει αυτόν που δίνει με ευχαρίστηση», όπως λέγει και το βιβλίο των Παροιμιών της Παλαιάς Διαθήκης (Παροιμ.22,8).         

3. Τέλος, η προσφορά της αγάπης τους θα γίνει αφορμή γι΄αυτούς που την λαμβάνουν να απευθύνουν ευχαριστίες προς τον Θεόν. Με άλλα λόγια, δίνουν για τους ενδεείς αδελφούς της Εκκλησίας της Ιερουσαλήμ αλλ’ η προσφορά τους πηγαίνει στον ίδιο τον Θεό, ο οποίος θα τους την ανταποδώσει πλουσιοπάροχα.

Χωρίς αυτά τα κριτήρια η αλληλεγγύη είναι εξαναγκασμός και πρόκληση αγανακτήσεως.