Οι δύο παραπάνω παραδοχές αντανακλούν δύο σκέψεις. Σκέψεις διαφορετικές, έως και εντελώς ξένες μεταξύ τους. Ο Θεός τελικά τι είναι; Τιμωρός ή αγάπη; Τιμωρεί τον άνθρωπο για τις αστοχίες του ή είναι οικτίρμων; Η απάντηση έρχεται μέσα από την ευαγγελική περικοπή της Κυριακής, που θα διαβαστεί στους ιερούς ναούς (Λουκ. 6, 31 – 36).

Η περικοπή αυτή αποτελεί μέρος της επί του Όρους ομιλίας, την οποία ο Χριστός πραγματοποίησε μπροστά σε πλήθος ανθρώπων που είχαν συγκεντρωθεί για να ακούσουν τον θείο λόγο και για να λάβουν ίαση στις ασθένειες που τους ταλαιπωρούσαν. Έχω την αίσθηση, πως η επί του Όρους ομιλία αποτελεί την πεμπτουσία της χριστιανικής ηθικής, αφού διδάσκει τη αγάπη, την υπομονή, την ταπείνωση. Επί του θέματος, εκείνο στο οποίο επιθυμώ να σταθώ για σήμερα, είναι ένας στίχος που σε μία σειρά χωράει το αχώρητο, ακατάληπτο έλεος του Θεού. Λέει λοιπόν, ο Χριστός μεταξύ των άλλων: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθώς καί ὁ πατήρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί» (Λουκ. 6, 36).

Βασικά, για να πω την αλήθεια, επιμένοντας για ώρα να παρατηρώ τη λέξη «οικτίρμων», νιώθω μία υπαρξιακή αναστάτωση. Απορώ γιατί κατά καιρούς ορισμένες θεολογικές φωνές που ακούγονται, πέρα από το γεγονός ότι έχουν εξορίσει τον Θεό από τη ζωή, Τον έχουν μετατρέψει σε Θεό – τιμωρό. Αυτό το «οικτίρμων» δεν χωράει αμφιβολία, πως αποτελεί την πιο ισχυρή, σταθερή και απόλυτη κατάφαση του Θεού στον άνθρωπο. Το «ναι» του Θεού στο δημιούργημα Του. Πράγματι, αυτό το «οικτίρμων» ανατρέπει όσες φωνές, εντός κι εκτός του χώρου της εκκλησίας, και πιστέψτε με το πρόβλημα εντοπίζεται εντός, διακηρύσσουν πως ο Θεός τιμωρεί τον άνθρωπο για τις αμαρτίες του, και του επιβάλλει ποινές όταν δεν τηρεί τις εντολές Του.

Πρόκειται, ως γνωστόν, για μία καθαρά νομικίστικη αντίληψη του Θεού, Τον οποίο η ανθρώπινη σκέψη ερμηνεύει μέσα από δικαιικές σχέσεις. Ένας Θεός τιμωρός, που πρέπει να τσακίσει τον άνθρωπο για την παρακοή, όπως έλεγε και ο Λούθηρος, τη θεολογική σκέψη του οποίου ενστερνίστηκαν στην Ελλάδα οι οργανώσεις, οι οποίες προβάλλουν ένα Θεό τιμωρό που παιδεύει τον άνθρωπο όταν αμαρτάνει, και τότε πρέπει να του επιβληθούν ποινές και επιτίμια. Εξάλλου ο μακαριστός  π. Σεραφείμ Παπακώστας της οργάνωσης «Ζωή» στο βιβλίο του «Μετάνοια», γράφει: Ο Θεός, που τιμωρεί το αμαρτωλό ανθρώπινο γένος και τον υιό του ακόμα, ο οποίος ενσαρκώνεται με σκοπό να τιμωρηθεί». Άραγε, πόσο απέχουν αυτές οι θέσεις από τις θέσεις του Άνσελμου Καντερβουρίας, του πατέρα της δυτικής θεολογικής σκέψης;

Στον αντίποδα, η θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, το ευαγγέλιο, οι πατερικοί λόγοι και ο υμνογραφικός πλούτος, που κάνουν λόγο για άπειρο και απροϋπόθετο έλεος του Θεού. Κι έρχεται ο ευαγγελιστής Ιωάννης να μας πει πως ο Θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνο αγάπη (Α’ Ιω. 4,8). Η λέξη αυτή συντρίβει το νομικισμό του δυτικού πνεύματος, και διακηρύσσει πως ο Θεός δεν είναι τιμωρία, ποινή, εντολές, «πρέπει», φόβος, αλλά αγάπη και μόνο αγάπη. Κι αυτή η αγάπη είναι όχι απλά μία ηθική ιδιότητα του Θεού, αλλά αναφέρεται με οντολογικό τρόπο στην ύπαρξη Του. Έρχεται κι ο Δαβίδ με τον Ν’ (50ος) ψαλμό και μας λέει: «Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, καί κατά τό πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τό ἀνόμημά μου». Ζητάει το άπειρο έλεος του Θεού και τη συγχώρηση της αμαρτίας, μέσα από την απέραντη ευσπλαχνία Του. Στον δε «Εξάψαλμο», ο οποίος διαβάζεται στην αρχή της ακολουθίας του Όρθρου, ο Θεός παρουσιάζεται ως ξένος προς τη δυτική αντίληψη, αφού ως «οἰκτίρμων καί ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καί πολυέλεος· οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδέ εἰς τόν αἰῶνα μηνιεῖ» (Ψαλμός 102).

Οι ευχές του ιερατικού επίσης, τόσο στον εσπερινό, όσο στον όρθρο και στη Θεία Λειτουργία, δεν φείδονται λόγων ελέους. Ο Κύριος είναι οικτίρμον, ελεήμον, μακρόθυμος και πολυέλεος (Εσπερινός, Ευχές του Λυχνικού, Ευχή α’). Στην ευχή του Χερουβικού ύμνου γίνεται λόγος για άφατο και αμέτρητο φιλανθρωπία του Θεού. Χαρακτηριστική είναι και η ευχή της Αναφοράς του Μ. Βασιλείου, αυτή η πλήρης ελέους και φιλανθρωπίας ευχή, στην οποία διαβάζουμε: «ἐξωρίσας αὐτὸν ἐν τῇ δικαιοκρισίᾳ σου, ὁ Θεός, ἐκ τοῦ Παραδείσου εἰς τὸν κόσμον τοῦτον, καὶ ἀπέστρεψας εἰς τὴν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη, οἰκονομῶν αὐτῷ τὴν ἐκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν, τὴν ἐν αὐτῷ τῷ Χριστῷ σου». Γίνεται πλέον εμφανές πως η φιλανθρωπία, αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της θείας φύσεως, όπως θα έλεγε ο Γρηγόριος Νύσσης. Ακόμη και για όσους πέφτουν, φιλάνθρωπος είναι ο Θεός. Θα μας πει ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος σε έναν του ύμνο (Ύμνος ΚΔ’), πως «δεν χτυπάει όσους πέφτουν ο δίκαιος πάντως∙ ακόμα πιο πολύ απλώνει το χέρι».

Ακούγεται συχνά ότι ο Θεός είναι τιμωρός, καταδικάζει κι επιβάλλει ποινές στον άνθρωπο. Τότε, δεν είναι φιλάνθρωπος. Και φυσικά δεν έχει αγάπη. Όμως ο Θεός είναι αγάπη. Και στην αγάπη αυτή δεν χωράει καμία τιμωρία, κανένα επιτίμιο. Το να τιμωρηθεί ο άνθρωπος, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, μας δίνει μία λανθασμένη περί Θεού αντίληψη, η οποία, κι εδώ προσέξτε την ύβρη, δημιουργεί τον Θεό κατ’ εικόνα ανθρώπου. Ο άνθρωπος προβάλλει στον Θεό όλα όσα εκείνος θέλει να είναι. Και σίγουρα, η ψυχολογία θα είχα πολλά να μας πει εδώ. Όσοι πιστεύουν λοιπόν, πως ο Θεός τιμωρεί τον άνθρωπο, είναι όσοι δεν υποψιάστηκαν ποτέ στη ζωή τους τι σημαίνει η ενανθρώπιση του Θεού, η σταύρωση Του και η Ανάσταση Του. Αυτό το μεγαλείο της θείας κένωσης, δυστυχώς πολλάκις αποτελεί μία ανεκπλήρωτη ακόμη προφητεία, την οποία όσοι ενστερνίζονται, την μετατρέπουν σε ιδεολογία. Πόσο δίκιο είχε ο Νίτσε όταν μίλησε για τον θάνατο του Θεού, όπου ο Θεός γίνεται ιδέα, αφού πλέον έχει ιδωθεί μέσα από τα μάτια του νου και όχι της ψυχής. Αυτός αλήθεια, είναι ένας νεκρός Θεός κατά τον νιτσεϊκό λόγο. Μήπως νεκρός δεν είναι ο Θεός, όταν οι άνθρωποι τον βλέπουν ως τιμωρό και όχι ως αγάπη;

Αν κάποιος σταθεί για ώρα στην εικόνα της άκρας ταπείνωσης, όπου ο Νυμφίος βρίσκεται δεμένος, με εμφανείς τις πληγές του σώματος Του, σίγουρα θα αναρωτηθεί για το εάν άξιζε να πάθει υπέρ του κόσμου, εάν ο Ίδιος δεν είναι αγάπη. Αν ήταν τιμωρός, θα δεχόταν χτυπήματα, εμπτυσμούς, ύβρεις; Αν ήταν τιμωρός, θα ανέβαινε στον Σταυρό; Αν ήταν τιμωρός, θα γινόταν «σύμμορφος» του ανθρώπου, όπως διαβάζουμε πάλι στην ευχή της Αναφοράς; Θα άξιζε να περάσει όλα αυτά; Η ιδέα περί ενός Θεού – τιμωρού, δίνει την αίσθηση, πολύ δε περισσότερο την εικόνα, ότι ο Θεός διακατέχεται από ανθρώπινα πάθη. Αν όμως διακατέχεται από ανθρώπινα πάθη, δεν είναι Θεός. Κι αν δεν έχει θεότητα, τότε είναι απλά ένας άνθρωπος. Κι αν είναι άνθρωπος, πώς σώζει την ανθρωπότητα;

Θέλω λοιπόν να πω, πως οι φίλοι του Νυμφίου, οι φίλοι του εραστού Θεού, ήταν όλοι τους τσαλακωμένοι. Υπήρξαν άνθρωποι με ισχυρά φθοροποιά πάθη. Ο Δαβίδ είχε σκοτώσει και μοίχευσε. Ο Ζακχαίος είχε κατακλέψει τον κόσμο της εποχής και αδίκησε. Ο ληστής έκλεψε, ενδεχομένως στην προσπάθεια του αυτή ίσως και να σκότωσε. Η οσία Μαρία Αιγυπτία και η πόρνη του ευαγγελίου, είχαν αφιερώσει το σώμα τους και την ψυχή τους σε αμέτρητα σώματα, είχαν ζήσει κάθε ηδονή, χωρίς φραγμούς και όρια. Όσοι ακολουθούσαν τον Χριστό δεν κατείχαν κανένα πιστοποιητικό ηθικής καθαρότητας και δεν είχαν δικαίωμα να επαίρονται για τη ζωή τους. Γνώριζαν το απύθμενο υπαρξιακό τους κενό, την αλλοτρίωση της προσωπικής τους υπόστασης, τον εξευτελισμό του ανθρωπίνου προσώπου. Είχαν επίγνωση των αστοχιών τους. Και φυσικά, δεν ακολουθούσαν τον Θεάνθρωπο για να τους τιμωρήσει, αλλά για να τους σώσει.

Επιτέλους, ας το φωνάξουμε δυνατά. Ο Θεός είναι αγάπη. Ας μιλήσουμε για τη μετάνοια, τη συγχώρηση, την σωτηρία, τη μεταμόρφωση, την ανάσταση, τη χαρισματική υιοθεσία δια των ιερών μυστηρίων και προπαντός δια της Θείας Ευχαριστίας. Υπάρχει άπειρη ομορφιά στην εκκλησία. Υπάρχει αγάπη. Δεν υπάρχουν τιμωρίες και ποινές. Ο Θεός δεν είναι μνησίκακος. Είναι οικτίρμων, φιλάνθρωπος, ελεήμων. Και το καταπληκτικό βρίσκεται στο πώς Εκείνος σώζει, όσους εμείς θα καταδικάζαμε. Αν έχουμε κάτι στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε λοιπόν,  αυτό είναι το έλεος Του.