Σύμφωνα με την ευαγγελική περικοπή της Κυριακής, «οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον, ὥστε τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτόν μή ἀπόληται, ἀλλ᾿ ἔχῃ ζωήν αἰώνιον. Οὐ γάρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός τόν υἱόν αὐτοῦ εἰς τόν κόσμον ἵνα κρίνῃ τόν κόσμον, ἀλλ᾿ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ» (Ιω. 3, 16-17). Τα λόγια αυτά του ευαγγελιστή Ιωάννη, αναντίρρητα ξεδιπλώνουν το μυστήριο του Θεού και φανερώνουν την άπειρη και απροϋπόθετη Του φιλανθρωπία.

Ο Θεός αποφασίζει και αποφασίζει καταφατικά απέναντι στον άνθρωπο, διαλύοντας τις οποιεσδήποτε απορίες του, που σχετίζονται με το υπαρξιακό του επέκεινα. Ο «ανέκφραστος, απερινόητος, αόρατος, ακατάληπτος» Θεός (ευχή Θ. Ευχαριστίας) βγαίνει από τη βεβαιότητα, που Του δημιουργεί η τριαδική του παρουσία και «ντύνεται» τον άνθρωπο. Αυτό για την αρχαιοελληνική σκέψη είναι ανέφικτο. Πού να φανταζόταν ο Πλάτωνας, ο Πλωτίνος, ο Πορφύριος και άλλοι νεοπλατωνικοί, πως ο Θεός κοινωνεί με τον άνθρωπο χαρισματικά και του δίνει τη δυνατότητα να μετέχει της θεότητος αυτής, καθώς όπως ομολογεί ο Μ. Αθανάσιος «αὐτός γάρ ἐνηνθρώπησε, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Ποιος; Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει κατά χάριν θεός! Ο Θεός τολμάει να ντυθεί την ανθρώπινη σάρκα, την οποία ο Πλάτωνας θεωρούσε «τάφο της ψυχής», για την οποία ο Πλωτίνος ντρέπονταν να κυκλοφορεί και την οποία στοχοποίησε ο ιερός Αυγουστίνος στη δυτική θεολογία ως κάτι το αμαρτωλό. Αυτή τη σάρκα ενδύεται ο Θεός, χωρίς όμως την αμαρτία. Τη σάρκα, η οποία ακόμη και σήμερα για αρκετούς, μέσα από μία φιλοσοφική και θεολογική ανάγνωση, είναι κάτι το αμαρτωλό και ανίερο. Απεναντίας, στη σκέψη του Γρηγορίου Νύσσης, «σκηνοπηγεῖται τό ἀνθρώπινον σκήνωμα τῷ δι' ἡμᾶς ἐνδυσαμένῳ τόν ἄνθρωπον».

Κι ερχόμαστε στο θέμα της σωτηρίας. Η σωτηρία δεν υιοθετείται με τον ίδιο τρόπο στη δυτική και στην ορθόδοξη ανατολική σκέψη. Στη Δύση συνδέθηκε με έναν δικαιικό τρόπο, ένα νομικισμό, ενώ στην Ανατολή αποτελεί δωρεά του Θεού στον άνθρωπο. Για τον Αυγουστίνο, η πτώση της ανθρώπινης θέλησης είναι απόλυτη και σύμφωνα με τον Λούθηρο, ο άνθρωπος μετά από την πτώση του έχει διεστραμμένη λογική και θέληση, ενώ την ίδια στιγμή στην ορθόδοξη θεολογία, εκείνο που έχει αμαυρωθεί είναι το κατ’ εικόνα, χωρίς να έχει χαθεί το καθ’ ομοίωση, η δυνατότητα δηλαδή του ανθρώπου να μοιάσει χαρισματικά στον Θεό. Για τη Δύση, ο άνθρωπος προσέβαλε τον Θεό και κάποιος πρέπει να τιμωρηθεί ή όπως έλεγε ο Λούθηρος «κάποιος πρέπει να τσακιστεί από την οργή του Θεού». Ο Θεός για τους δυτικούς είναι ένας Θεός προσβεβλημένος από την ανθρώπινη αμαρτία, και πρέπει να κατευναστεί η οργή του για την προσβολή αυτή. Βλέπετε, πως όλη η δυτική αντίληψη στέκεται σε νομικούς όρους, όπου ο αμαρτωλός πρέπει να πληρώσει, να τιμωρηθεί, να του επιβληθεί ποινή.

Στη θεολογία της ορθόδοξης Ανατολής, συμβαίνει το αντίθετο. Είναι αυτό, που λέει ο Γρηγόριος Θεολόγος, «διά τό ἁγιασθῆναι τῷ ἀνθρωπίνῳ τοῦ Θεοῦ, τόν ἄνθρωπον». Η σωτηρία είναι ο τρόπος της δωρεάς. Ο Θεός χαρίζεται στον άνθρωπο, του δίνεται. Χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς κριτήρια, χωρίς απαιτήσεις. Δεν απαιτεί ο Θεός τίποτε και ποτέ από τον άνθρωπο. Αν κάποιος έχει την ανάγκη του άλλου, αυτός είναι ο άνθρωπος, που έχει ανάγκη στη ζωή του τον Χριστό. Αλλά και πάλι, αυτή η ανάγκη είναι εντελώς ξένη προς κάθε είδους υποχρεώσεις και «πρέπει» και δεν εντάσσεται μέσα σε μία σχέση, όπου ο άνθρωπος πρέπει να δώσει για να λάβει από τον Θεό.

Ο Χριστός λέει στον τελώνη και φοροεισπράκτορα Ζακχαίο, έλα, κατέβα, σήμερα θα φάω μαζί σου στο σπίτι σου, χαϊδεύει το κεφάλι της πόρνης που έδωσε το σώμα της σε αμέτρητα σώματα και την οποία οι ηθικιστές Ιουδαίοι θέλουν να λιθοβολήσουν και της λέει, μην φοβάσαι, είμαι μαζί σου, πήγαινε και μην ξανααμαρτήσεις, κάθεται με μία εθνική γυναίκα στο πηγάδι, την Σαμαρείτιδα, και δεν την τιμωρεί που είχε πέντε άνδρες, δεν την στοχοποιεί, δεν την κρίνει, δεν της ζητάει να αλλάξει ζωή, παρά συζητάει μαζί της και της ζητάει να πιει νερό. Που να διανοηθεί ο Άνσελμος, ο Λούθηρος, ο Ακινάτης την αμέτρητη και απροϋπόθετη φιλανθρωπία του Χριστού; Πώς η θεολογική τους σκέψη να σηκώσει το βάρος της ανένταχτης φιλανθρωπίας του Χριστού, την οποία, να άλλο ένα τραγικό σημείο της θεώρησης τους, δεν χωράει το νομικό πνεύμα που τους διακατέχει, και την οποία εξοστρακίζει η δυτική σωτηριολογία;

Για να κατανοήσει ο άνθρωπος την έννοια της σωτηρίας στην ορθόδοξη ζωή και πνευματικότητα, αρκεί να σταθεί με προσοχή σε μία ευχή της αναφοράς της Θείας Λειτουργίας του Μ. Βασιλείου (πριν από τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων). Διαβάζουμε λοιπόν, μεταξύ των άλλων: «…καί ἀπέστρεψας εἰς τήν γῆν ἐξ ἧς ἐλήφθη, οἰκονομῶν αὐτῷ τήν ἐκ παλιγγενεσίας σωτηρίαν, τήν ἐν αὐτῷ τῷ Χριστῷ σου· οὐ γάρ ἀπεστράφης τό πλάσμα σου εἰς τέλος, ὃ ἐποίησας, ἀγαθέ, οὐδέ ἐπελάθου ἔργου χειρῶν σου, ἀλλ' ἐπεσκέψω πολυτρόπως, διά σπλάγχνα ἐλέους σου… οὐχ ἁρπαγμόν ἡγήσατο τό εἶναι ἴσα σοί τῷ Θεῷ καὶ Πατρί, ἀλλά, Θεός ὢν προαιώνιος, ἐπί τῆς γῆς ὤφθη, καί τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη, καί ἐκ Παρθένου ἁγίας σαρκωθείς, ἐκένωσεν ἑαυτόν, μορφήν δούλου λαβών, σύμμορφος γενόμενος τῷ σώματι τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν, ἵνα ἡμᾶς συμμόρφους ποιήσῃ τῆς εἰκόνος τῆς δόξης αὐτοῦ…».

Τι μας λέει παραπάνω ο Μ. Βασίλειος; Ο Θεός οικονομεί, σχεδιάζει, προετοιμάζει τη σωτηρία του ανθρώπου. Ένας Θεός, που δεν αποστράφηκε τον άνθρωπο, παρά την παρακοή του, αλλά τον επισκέπτεται με πολλούς τρόπους κάθε φορά μέσα από το έλεος Του. Παρακάτω συναντάμε τον όρο «σύμμορφος». Πολύ σημαντικός για την κατανόηση της σωτηρίας. Ο Θεός απέκτησε τη ίδια μορφή με το σώμα μας, κι έτσι έγινε δούλος, προκειμένου να μας δώσει την ίδια μορφή  της δικής του εικόνας, δηλαδή να μετέχουμε χαρισματικά στη δική Του εικόνα, να θεωθούμε. Αν προσέξατε, στην παραπάνω ευχή, ο Θεός ανοίγεται απροϋπόθετα στον άνθρωπο και τον κάνει μέτοχο της θείας χάριτος. Δεν τον εκβιάζει, δεν τον απειλεί, δεν του λέει «θα σε σώσω εάν μετανιώσεις, εάν πληρώσεις το τίμημα των ανομιών σου» κ.ο.κ. Δίνεται στον άνθρωπο, ακόμη κι αν ο τελευταίος επιμένει να πέφτει.

Γνωρίζοντας κάποιος την τέχνη του ορθόδοξου βίου, έχει την αίσθηση του πλεονεκτήματος. Ενός πλεονεκτήματος, που δίνει στον άνθρωπο την δυνατότητα να μετανοεί στη ζωή του αμέτρητες φορές, όσες φορές κι αν αστοχήσει, και φυσικά καταφεύγοντας στο πετραχήλι του πνευματικού του πατέρα. Μέσα από αυτή τη συνάντηση με τον ορθόδοξο βίο, ακόμη κι ένας αθεϊστής θα απορούσε, πως ένας Θεός συγχωρεί αμέτρητες φορές τον άνθρωπο, τον αναγεννά και τον ανακαινίζει. Αυτό μοιάζει παράδοξο και για κάποιους παράλογο και άδικο. Το πλεονέκτημα αυτό, είναι το «ναι» του Θεού στον άνθρωπο. Ο Χριστός δεν ζητάει πιστοποιητικά ηθικής καθαρότητος. Δεν ανοίγει τον παράδεισο, με τα ίδια κριτήρια, που οι άνθρωποι τον κλείνουν στους συνανθρώπους τους. Ενεργεί πέρα από «εντολές», «ευσεβιστικές επιταγές», «υπερβολικές σοβαροφάνειες». Και το παράδοξο, είναι πως το έλεος του σώζει τον άνθρωπο.