Οι διάλογοι για θεολογικά θέματα είναι χρήσιμοι για την Εκκλησία και αξίζουν την προσοχή των λαϊκών αδελφών μας. Κυρίως μάλιστα όταν αφορούν τους ίδιους. Θα ασχοληθώ με το πρόσφατο κείμενο του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου για το «Βασίλειον ιεράτευμα».

Ως προς τα δεοντολογικά, κατ’ αρχήν. Παρατηρώ από πολλά χρόνια μια ιδιαίτερη δυσφορία προσώπων που διακρίθηκαν για σημαντική θεολογική δημιουργία όταν ασκείται κριτική σε κάποιες θέσεις τους. Συγκεκριμένα, τείνουν μονίμως να την εκλαμβάνουν σαν προσωπική επίθεση. Το αποδίδω στη γενικώτερη απουσία μιας κουλτούρας δημόσιου διαλόγου στον τόπο μας, η οποία συνοδεύεται και από μια τάση δημιουργίας πολώσεων. Αλλά το να μην αποδέχεται κάποιος ολόκληρο τό θεολογικό σύμπλεγμα ιδεών του άλλου, δεν σημαίνει ότι του επιτίθεται ή ότι απορρίπτει την εν γένει προσφορά του. Δεν είναι απαραίτητο να δέχεσαι όλες τις απόψεις του άλλου για να αποδείξεις ότι τον σέβεσαι.

Έπειτα, η πρόταση του Σεβασμιωτάτου να ασκείται η κριτική όχι ονομαστικά, μάλλον δεν συμβαδίζει με την παράδοση των Πατέρων, οι οποίοι κατονόμαζαν όλους εκείνους με τους οποίους διαφωνούσαν. Και τούτο διότι είχαν έσωθεν αμείωτη την μαρτυρία της προς εκείνους αγάπης. Άλλωστε, την προτεινόμενη πρακτική δεν τήρησε ούτε ο ίδιος ο Σεβασμιώτατος όταν προ πολλών ετών συμπεριέλαβε σε βιβλίο επιστολές και άρθρα του στα οποία με κατονόμαζε ρητά σε πολλά σημεία και με επέκρινε για αντιλήψεις μου, χωρίς μάλιστα ο αναγνώστης να γνωρίζει πότε, πού και πώς έγραψα όσα έγραψα.

Την απάντηση του διακρίνει μια αχρείαστη ένταση. Με τους χαρακτηρισμούς που μου αποδίδει όπως «οξύς», «απρεπής», «επιθετικός και ειρωνικός», «τουλάχιστον εμπαθής», «λαϊκιστής» έχω μείνει άφωνος. Είχα την εντύπωση ότι έγραψα με ευγένεια και σεβασμό προς το πρόσωπό του. Δεν θα αντείπω κάτι για να αναιρέσω αυτή την αστήρικτη κατηγορία, αλλά θα παραπέμψω τον αναγνώστη στο ίδιο το κείμενο μου (http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=273) και θα εμπιστευθώ την κρίση του.

Επίσης η φράση «μου αρκεί η γνώμη των συγχρόνων θεουμένων και εξαγιασμένων ανθρώπων για τα κείμενά μου», εκτός του ότι θα ήταν δυνατό να δώσει την εντύπωση μιας στάσης υπεροψίας και περιφρόνησης, θέτει το μεγάλο ερώτημα αν μπορεί κάποιος να αποφασίζει ποιοί είναι θεούμενοι και εξαγιασμένοι και ποιοί όχι. Και εγώ θα μπορούσα να προσκομίσω μαρτυρίες εναρέτων και αγιαζομένων (κατά την κρίση μου) ανθρώπων που διαφωνούν με θέσεις του Σεβασμιωτάτου, αλλά τότε ο διάλογος θα παρεξέκλινε της αποστολής του. Ελπίζω ακόμη να συμφωνεί και ο ίδιος ότι φωτογραφίες ή άλλα τεκμήρια επαφών μας με άγιες μορφές, εκφυλίζουν τον θεολογικό διάλογο και θα πρόδιδαν ανασφάλεια.

Επίσης γράφει: «Ως Κληρικός είναι αδύνατον να υπονομεύω την θεολογία των Μυστηρίων της Εκκλησίας και την ομολογία της ορθοδόξου πίστεως». Γενικά μιλώντας, τίποτε δεν είναι αδύνατον και ουδεμία ιδιότητα αποδεικνύει αυτομάτως κάτι. Εν τοιαύτη περιπτώσει θα μπορούσα κι εγώ να επικαλεστώ ότι ως κληρικός είναι αδιανόητο να κάνω τα σφάλματα που μου αποδίδει. Αλλά τέτοιες διαβεβαιώσεις εδώ είναι περιττές διότι ουδείς αμφισβήτησε τις συνειδητές προθέσεις του Σεβασμιωτάτου. Μάλιστα θυμάμαι την ωραία του εισήγηση για το Βάπτισμα σε λειτουργικό συνέδριο και την εμπειρία χάριτος εκ μέρους μιας μεταστραφείσης και βαπτισθείσης την οποία παρέθεσε.

Αυτό που τόν ενόχλησε προφανώς ήταν η φράση μου: «Τό αποτέλεσμα των λειτουργικών του προτάσεων καταλήγει νά είναι (παρά τίς προθέσεις του, είμαι βέβαιος) η έμμεση υποβάθμιση του Βαπτίσματος καί του Χρίσματος...». Ίσως έκανα λάθος. Η αθέλητη υποβάθμιση των εισαγωγικών Μυστηρίων δεν είναι τελικά το αποτέλεσμα, αλλά το αίτιο των λειτουργικών του προτάσεων, όπως θα φανή στη συνέχεια.Στα θεολογικά τώρα. Όπως τονίζει και ο μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος («Η Ορθόδοξη Θεολογία στόν 21ο αιώνα»), η Θεολογία μας έχει ανοιχθή στα μεγάλα ανθρωπολογικά ερωτήματα του 21ου αιώνα χωρίς να έχει ακόμη επιλύσει τις εκκλησιολογικές εκκρεμμότητες που μας άφησε ο 20ός. Το ζήτημα της ιερωσυνης των λαϊκών βρίσκεται στην καρδιά της εκκλησιολογίας και συχνά παροξύνει τα πνεύματα.

Μελέτησα με προσοχή πολλά γραπτά του μακαριστού π. Ιωάννη Ρωμανίδη, ο οποίος πράγματι συνέβαλε καθοριστικά στην ανανέωση και τον επαναπροσανατολισμό της Θεολογίας μας. Διέκρινα λοιπόν εκεί να απουσιάζει η διάκριση μεταξύ ουσιώδους επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος καί αναδύσεως των χαρισμάτων Του. Γράφει: «Απόδειξη ότι κάποιος έχει πάνω του τό Άγιο Πνεύμα είναι ότι ο άνθρωπος αυτός προσεύχεται» (Πατερική Θεολογία, σ. 206). Έτσι φθάνει να θεωρεί ως Εκκλησία μόνο τούς εν δόξῃ καί θεωρίᾳ. Όμως η γνήσια προσευχή είναι ένδειξη ότι ενεργεί τό Άγιο Πνεύμα στον συγκεκριμένο άνθρωπο, αλλά πλήθος ανθρώπων πού δέν προσεύχονται καί δέν ασκούνται πνευματικά (ή το πράττουν διαλειπόντως) ουχ ήττον Τό έχουν λάβει ουσιωδώς κατά τα εισαγωγικά Μυστήρια.

Δέν είναι τόσο σαφή τά όρια μεταξύ «πρακτικών» καί «θεωρητικών», αλλά καί όταν υπάρχουν είναι λιγώτερο σημαντικά από τά όρια μεταξύ των «χριστών Κυρίου» καί των εκτός. Ιδιώτες είναι μόνο οι τελευταίοι∙ μέ μεγάλες θεολογικές παραχωρήσεις θά μπορούσαμε νά δεχθούμε ως ιδιώτες τούς χριστιανούς εκείνους πού έχουν ξεπέσει πνευματικά σε σύγχυση και μεγάλα αμαρτήματα. Μέ κανένα τρόπο δέν μπορούν νά νοηθούν ιδιώτες, όμως, οι αγωνιζόμενοι πιστοί που δεν διαθέτουν νοερά προσευχή ή φωτισμό.

Έτσι ο π. Ιωάννης καταλήγει να θεωρεί ναούς του Αγίου Πνεύματος μόνο όσους έχουν κατακτήσει τη νοερά προσευχή. Όμως όλοι γνωρίζουμε ότι όταν ένας ναός εγκαινιασθή μέ άγιο μύρο είναι γιά πάντα ναός, ακόμη καί αν δέν τελεσθή σ’ αὐτόν ποτέ καμμία Λειτουργία! Αυτό συμβαίνει και με τους βαπτιζομένους και χριομένους αδελφούς μας. (Σέ πρώιμο σημαντικό κείμενό του [The ecclesiology of St. Ignatius of Antioch, Atlanta, 1956] ο π. Ιωάννης καταφάσκει έντονα τήν Εκκλησία ως Σώμα Χριστοῦ, τά Μυστήρια καί τόν επίσκοπο. Τό άρθρο αυτό, όπως καί η διδακτορική του διατριβή [Τό προπατορικόν ἁμάρτημα], δέν προοιωνίζονται τήν μετέπειτα εξέλιξη της σκέψης του, εκτός ίσως από τήν διατύπωση ότι συνιστά αιρετική ιδέα η άποψη πώς όλοι οι βαπτισμένοι αποτελοῦν μέλη του Σώματος του Χριστού, ακόμη καί όταν δέν αγωνίζονται πνευματικά).

Ο μακαριστός θεολόγος είχε τα ελαφρυντικά του. Ευρισκόμενος ενώπιον του σχολαστικισμού ο οποίος είχε αιχμαλωτίσει την ορθόδοξη θεολογία, στόχευε στην καταπολέμηση της ρωμαιοκαθολικής ιδρυματικής νοοτροπίας κατά την οποία μόνο η εκκλησιαστική δομή κατέχει και διανέμει το Άγιο Πνεύμα, αντιμαχόμενη έτσι τον μόνιμο εφιάλτη της, τη χαρισματική κίνηση. Εμείς όμως, που επισκοπούμε σήμερα τη θεολογική παραγωγή από πλεονεκτικώτερη θέση, δεν θα πρέπει να διαγνώσουμε και τον άλλο κίνδυνο, από τον οποίο δεν σωζόμαστε ούτε με την «μετακένωση» της χαρισματικής αυθεντίας στους ιερατικούς βαθμούς, όπως έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου;

Δέν φαίνεται όμως νά ταιριάζουν μέ τή ρωμανίδεια άποψη περί ιδιωτών οι πατερικές θέσεις. Γράφει π.χ. ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Έχει λοιπόν εκχυθή ουσιωδώς (στή φύση μας) το Άγιο Πνεύμα πρός χάριν μας. Φανερώθηκε παρέχοντας τήν θεία δύναμή Του αλλά καί παρίσταται πάντοτε σέ μάς ουσιωδώς, πάντως δέ καί κατά τήν υπόσταση, παρά τό γεγονός ότι εμείς καθόλου δέν μετέχουμε της ουσίας ή της υποστάσεως αλλά της χάριτος» (Λόγος αποδεικτικός Β΄, 63-64, ΕΠΕ 1, 302).

Πλήθος άλλων Πατέρων στοιχούν στην ίδια θεώρηση. Κατά τόν όσιο Μάρκο «κάθε βαπτισμένος ορθόδοξος έλαβε μυστικά όλη τή χάρη. Πληροφορείται γι' αυτό ανάλογα μέ τήν εργασία των εντολών» («Περί των οιομένων εξ έργων δικαιούσθαι», 92, Φιλοκαλία, τόμος α', σ. 150).
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος μάς θυμίζει: «’Μή σβήνετε τό Πνεύμα’ (Α' Θεσσ. 5: 19) προτρέπει ο Παύλος... Εκείνος πού λέγει σέ κάποιον "μή σβήσης τή λαμπάδα" οπωσδήποτε δέν τό λέγει γιά τήν ήδη σβησμένη, αλλά γι' αυτήν πού ακόμη καίει καί έχει λαμπερό φως» («Λόγος ηθικός» ε', 5, ΕΠΕ 19Β, 431).

Ο Σεβασμιώτατος γράφει διαμαρτυρόμενος: «Πάντως, κανείς μας δεν αρνείται τα Μυστήρια της Εκκλησίας, αφού δι' αυτών σημαίνεται η Εκκλησία, αλλά τονίζουμε παράλληλα ότι η βίωση της Χάριτος δια των Μυστηρίων δεν γίνεται απροϋποθέτως. Εκείνο όμως που πρέπει να τονίζεται είναι ότι δεν αρκεί το Βάπτισμα για την σωτηρία, εάν δεν ακολουθήση και η βίωση των εντολών του Χριστού». Είναι εντελώς περιττή η διαβεβαίωση αυτή. Ουδείς τον κατηγόρησε ότι αρνείται τα Μυστήρια, αλλά και ουδείς εχέφρων χριστιανός θα υποστήριζε ότι αρκούν απλώς τα Μυστήρια για τη σωτηρία. Εκείνο που δεν συναντούμε στα γραπτά του είναι πίστη στην ουσιώδη εγκατάσταση του Αγίου Πνεύματος στον χριόμενο άνθρωπο. Και δεν θα ενοχλούσε καθόλου αυτή η παράλειψη (δεν είναι δυνατόν κάποιος να τα γράφει όλα), αν από αυτήν δεν εξάγονταν και λειτουργικές συνέπειες, πράγμα που δείχνει ότι πρόκειται για συνειδητή επιλογή του.

Η μυητική λειτουργία των εισαγωγικών Μυστηρίων έχει προ αμνημονεύτων χρόνων ατονήσει επικίνδυνα στήν εκκλησιαστική συνείδηση. Ζούμε ακόμη σε παρόμοιες συνθήκες με εκείνες που επέτρεψαν το ξεθώριασμα της διάκρισης αμυήτων και μυημένων κατά τα μεσοβυζαντινά χρόνια. Με στίφη ακαλλιέργητων «πιστών» να πλημμυρίζουν τους ναούς και να νοικιάζουν κυριολεκτικά κάποιες ώρες για τις ιεροπραξίες τους, υποβαθμίστηκε εξ αιτίας τους και η θέση των τακτικά και συνειδητά εκκλησιαζομένων και χάσαμε το νόημα της Λατρείας κατά την οποία μεταξύ άλλων φανερώνεται και η δύναμη των Μυστηρίων.

«Έως ότου είσαι κατηχούμενος είσαι στά πρόθυρα της ευσεβείας. Πρέπει νά εισέλθεις μέσα, νά διαβείς τήν αυλή, νά ατενίσεις τά άγια, νά σκύψεις στά άγια των αγίων, νά συναναστραφείς μέ τήν Αγία Τριάδα» (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου «Λόγος μ' (εις τό Άγιον Βάπτισμα)», 16, ΕΠΕ 4, 309-311). Πόσο διαφορετικά τα έβλεπαν οι Πατέρες μας! Αυτοί που δεν παραδέχονται ότι έχουμε υποστεί αλλοίωση στο λατρευτικό φρόνημα, ας αναλογιστούν την (υπέροχη κατά τα άλλα) πέμπτη ευχή του ευχελαίου, υστεροβυζαντινής εποχής, όπου ο ιερέας, σε πνεύμα συντριβής και ευγνωμοσύνης ευχαριστεί τον Θεό για το προνόμιο που του δοθηκε ως κληρικός να βλέπει «το πρόσωπον της αγίας αναφοράς» και να έχει εισέλθει στα άγια των αγίων. Εκεί όπου ο Άγιος Γρηγόριος εννοούσε να παρευρίσκονται όλοι οι πιστοί! Πόσα μεσολάβησαν σε αυτά τά χίλια χρόνια!

Επίσης και ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων γράφει: «Πρόσεξε, σέ παρακαλώ, νά δεις πόσο μεγάλη αξία σου χαρίζει ο Ιησούς. Λεγόσουν πρίν Κατηχούμενος καί άκουγες πράγματα πού δέν καταλάβαινες. Άκουγες γιά ελπίδα καί ελπίδα δέν ήξερες. Άκουγες γιά Μυστήρια καί Μυστήρια δέν εννοούσες. Άκουγες γιά άγιες Γραφές καί αναγνώσματα, αλλά δέν γνώριζες τό βάθος τους. Τώρα πιά δέν ακούς μόνο τίς λέξεις, αλλά μπαίνεις μέσα καί στό βαθύτερο νόημά τους. Διότι τό Άγιο Πνεύμα, πού από τώρα καί στό εξής θά σκηνώνει μέσα σου, θά κάνει θείο κατοικητήριο τή διάνοιά σου (Ρωμ. 8: 9). Όταν ακούσεις όσα έχουν γραφή σχετικά μέ τά Μυστήρια, τότε θά εννοήσεις όσα μέχρι σήμερα δέν καταλάβαινες» («Προκατήχησις», ς', σ. 47). Ερωτώ: ποιοί από εμάς τους κληρικούς βιώνουμε ως προς τους λαϊκούς τη φράση «από τώρα καί στό εξής θά σκηνώνει μέσα σου, θά κάνη θείο κατοικητήριο τή διάνοιά σου» και τους συμπεριφερόμαστε ανάλογα;

Υπάρχουν γεγονότα σχετικά με το Χρίσμα που τα αγνοούμε οι περισσότεροι κληρικοί, δεν συζητώ για τους λαϊκούς: Κατά τον Καβάσιλα, «καί τό ένα Μυστήριο καί τό άλλο, της χειροτονίας, οδηγούν καί τά δύο στό ίδιο αποτέλεσμα καί έχουν μέσα τους τήν ίδια δύναμη» («Περί της εν Χριστώ ζωής», κεφάλαιον γ'). Δέχεται ο άνθρωπος τήν χάρη του Αγίου Πνεύματος, ώστε νά αναλάβει τό έργο του λαϊκού, νά είναι μέλος του λαού του Θεού. «Όλες οι χειροτονίες στά βασικά δομικά λειτουργήματα της Εκκλησίας (λαϊκού, διακόνου, πρεσβυτέρου καί επισκόπου) λαμβάνουν χώρα απαραιτήτως μέσα στή Θ. Ευχαριστία. Τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα, πού είναι η "χειροτονία" των λαϊκών- γιατί λαϊκός δέν είναι, όπως συνήθως νομίζεται, ο μή χειροτονημένος, αλλά αυτός πού μέ τό Βάπτισμα καί τό Χρίσμα είναι τακτικό μέλος της ευχαριστιακής συνάξεως μέ όλα τά δικαιώματα καί τίς υποχρεώσεις πού αυτό συνεπάγεται- αυτά τά δύο Μυστήρια ήταν ενωμένα μέ τήν Ευχαριστία στήν αρχαία Εκκλησία, καί ήταν αδιανόητα χωρίς αυτήν, όπως καί οι χειροτονίες» (Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου «Ευχαριστία καί Βασιλεία του Θεού», μέρος γ', Σύναξη, τ. 52, σ. 81-97).

Ενδιαφέρον ακόμη είναι καί ένα άλλο στοιχείο του τυπικού, εγκαταλελειμμένο δυστυχώς σήμερα, πού δείχνει τήν αναλογία πρός τή χειροτονία. Ο νεόφυτος χριστιανός δεχόταν τόν ασπασμό από τόν επίσκοπο καί συμμετείχε στή Θεία Λειτουργία πού ακολουθούσε, εξασκώντας τά προνόμια καί τήν ιερωσύνη πού έλαβε. Πρόκειται ακριβώς γιά ό,τι συμβαίνει κατά τήν τέλεση της χειροτονίας των τριών βαθμών της ιερωσύνης. «Αφοῦ φορέσουν στόν βαπτιζόμενο ένα κατάλληλο φόρεμα τόν πηγαίνουν πάλι στόν ιεράρχη. Σφραγίζει αυτός τόν άνθρωπο μέ τό θεουργικό μύρο καί τόν ανακηρύσσει τέλος μέτοχο της ιερότατης πράξης της Ευχαριστίας» («Περί της εκκλησιαστικής ιεραρχίας», β', ΙΙ, 8, σ. 37). Έχουμε, δηλαδή, πανομοιότυπη διαδικασία μέ τήν χειροτονία: τέλεση-καθιέρωση, ένδυση, ασπασμός, συμμετοχή στήν Ευχαριστία ως μέλος του οικείου τάγματος.

Μία άλλη πατερική εικόνα είναι η των εγκαινίων: «Τό μύρο τελειοποιεί τό Βάπτισμα καί μάς κάνει ναούς της Τριάδος» (Αγίου Συμεών Θεσσαλονίκης «Άπαντα», σ. 102). Ο διπλός αυτός παραλληλισμός του Χρίσματος με χειροτονία και εγκαίνια ναού δείχνει ότι αν δεν αναβαθμιστή λειτουργικά ελάχιστες ελπίδες υπάρχουν να λάβει και στις συνειδήσεις όλων μας τη θέση που του αρμόζει.

Η εγκατάσταση λοιπόν αυτής της ειδικής σχέσεως του Αγίου Πνεύματος μέ τήν ψυχή των κεχρισμένων παράγει αγιαστικά αποτελέσματα ανάλογα της αγάπης καί προθυμίας τοῦ πιστού. Όλοι όμως οι πιστοί, είτε αγωνίζονται λίγο είτε πολύ, είτε έχουν ολοκληρωτικά εξαγιασθή είτε είναι αρχάριοι, βρίσκονται σε μια νέα οντολογική κατάσταση λόγω των εισαγωγικών Μυστηρίων, η οποία τους επιτρέπει να μην είναι ξένοι μέσα στην Εκκλησία αλλά να βρίσκονται κυριολεκτικά στο σπίτι τους.

Αυτή την ειδική κατάσταση δεν φαίνεται να τους αναγνωρίζει ο π. Ιωάννης, ο δε Σεβασμιώτατος φαίνεται να τον ακολουθεί πιστά σε αυτό. Μάλιστα προχωρεί στο να χρησιμοποιεί τις θέσεις αυτές ως αφετηρίες για να εκφράσει το λειτουργικώς δέον. Εν ολίγοις, υπερτονίζει τη σημασία των διαφορών στην πνευματική πρόοδο των πιστών και στηρίζεται σε αυτές προκειμένου να οριοθετήσει τη θέση του καθενός στη Λατρεία. Έτσι όμως ακυρώνεται η «ουσιώδης» εγκατάσταση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο μέσω του Χρίσματος, η οποία του δίνει τη ξεχωριστή θέση στη Λατρεία. Αν θέλουμε να είμαστε συνεπείς θεωρώντας πως η σημερινή πνευματική κατάσταση πολλών πιστών δεν τους επιτρέπει π.χ. να ακούν τις ευχές της Λειτουργίας και να συμψάλλουν, τότε ας επαναφέρουμε τις τάξεις των μετανοούντων και εξερχομένων μετά το Ευαγγέλιο. Αλλά δεν είναι επιτρεπτό να θέτουμε σε επιτίμιο ολόκληρο το πλήρωμα της Εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που θα κοινωνήσουν!

Ας δούμε πώς σύγχρονοι κορυφαίοι θεολόγοι είδαν τους λαϊκούς και τους κληρικούς, πάντοτε βασιζόμενοι στη χάρη των εισαγωγικών μυστηρίων (όλες οι εμφάσεις είναι των πρωτοτύπων). Οι μαρτυρίες τους δεν έχουν τέλος:

«Τό Μυστήριο του Βαπτίσματος αλλάζει ριζικά τό ανθρώπινο ον, αποτελεί πραγματικά γιά τόν άνθρωπο μία καινούργια γέννηση, δημιουργεί σ' αυτόν καινούργια αισθητήρια, τόν γεμίζει μέ μία νέα ζωή, τόν κάνει μέλος ενός καινούργιου Σώματος καί μιας καινούργιας Πολιτείας. Τό Μυστήριο της ιερωσύνης δέν αλλάζει τόν άνθρωπο στήν ουσία του. Του δίνει την εξουσία νά υπηρετεί τούς άλλους πιστούς καί ταυτόχρονα τή δυνατότητα νά τούς μεταβιβάζει διά των μυστηρίων καί διά του λόγου τή Χάρη. Όμως, ενώ τόν προικίζει μέ αυτές τίς καινούργιες δυνατότητες, καθόλου δέν του προσδίδει-από άποψη ανθρωπολογική-καινούργιες διαστάσεις. Η χάρη πού λαμβάνει δέν αποτελεί τόσο ένα προνόμιο, αλλά πιό πολύ μία ευθύνη. Πρόκειται κατ' ουσίαν γιά ένα λειτούργημα» (Παναγιώτη Νέλλα «Βασίλειον ιεράτευμα: μελέτη επί του προβλήματος του λαϊκού στοιχείου», Σύναξη, 2002, τ. 83, σ. 48-60).

«Ως Βασιλεύς, ο βαπτισμένος παίρνει στά χέρια του υπεράνω όλων τήν ευθύνη του ίδιου του τού εαυτού, βασιλεύει στά πάθη του, βάζει τάξη στή ζωή του, κυριαρχώντας κατ' αυτό τόν τρόπο ολότελα στίς πράξεις του. Έτσι φθάνει νά γίνει ένα πραγματικό "βασιλικό δημιούργημα". Αλλά παίρνει εξ ίσου στά χέρια του τήν πλήρη ευθύνη γιά τήν οργάνωση καί τήν ιστορική ύπαρξη της ενορίας του καί ολόκληρης της Εκκλησίας-ευρισκόμενος πάντως συνεχώς μέσα στό τριαδικό μυστήριο της κοινωνίας των προσώπων, τήν συνοδικότητα της Εκκλησίας, διότι ο λαϊκός δέν φιλοξενείται στήν Εκκλησία. Η Εκκλησία είναι τό σπίτι του. Ακόμη περισσότερο, είναι τό σῶμα του. Ο λαϊκός λοιπόν είναι η Εκκλησία. Διατηρεί λοιπόν ολόκληρη τήν ευθύνη» (ό.π.).

«Τό μυστήριο του Χρίσματος, πού είναι μυστήριο της καθολικής ιερωσύνης, θέτει όλους σέ μία τέλεια ιερατευτική ισοτιμία, κάτω από τήν ίδια καί μοναδική αγιαστική χάρη της προσωπικῆς αγιότητας. Από τήν ισοτιμία αυτή του καθολικού ιερατεύματος ανασύρονται μερικοί καί γίνονται μέ τήν θεία ενέργεια επίσκοποι καί πρεσβύτεροι. Η διαφορά των διακονιών είναι λειτουργική καί δέν επιφέρει καμία διαφορά οντολογική» (Παύλου Ευδοκίμοφ «Η Ορθοδοξία», σ. 377).

«Ο κληρικαλισμός αποσπά κάθε "ιερότητα" από τούς λαϊκούς: αποδείξεις; τό τέμπλο, η Θεία Κοινωνία (μόνο κατόπιν αδείας), η Θεολογία. Εν συντομίᾳ, ο κληρικαλισμός είναι μιά de facto άρνηση της Εκκλησίας ως Σώματος Χριστού, επειδή στό σώμα όλα τά όργανα σχετίζονται καί διαφέρουν μόνο ως πρός τή λειτουργία τους κι όχι ως πρός τήν ουσία τους» (π. Αλεξάνδρου Σμέμαν «Ημερολόγιο», σ. 487-488).

«Θά τό ξαναπούμε ακόμη μιά φορά: η εξουσία του κλήρου δέν είναι στό βάθος παρά εξουσία μαρτυρίας, καί συνεπώς περιορίζεται από τή φύση καί τό περιεχόμενο της αλήθειας πού υπηρετεί. Γι' αυτό ο κλήρος δέν ασκεί ποτέ τό λειτούργημά του αυτόνομα, απ' τόν εαυτό του, αλλά πάντοτε μέ τή συγκατάθεση της Εκκλησίας. Εν τούτοις δέν πρόκειται γιά ένα εμπειρικό consensus, δέν είναι απλώς συγκατάθεση των λαϊκών ή του λαού. Είναι πιό πολύ συμφωνία καί πιστότητα στήν όλη εμπειρία της Εκκλησίας» (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ «Τό σώμα του ζώντος Χριστού», σ. 114-115).

«Ιερουργείται από όλο τό σώμα της Εκκλησίας η επίκλησις (της αναφοράς καί του καθαγιασμού)» (π. Βασιλείου Γοντικάκη «Εισοδικόν», σ. 91).

«Είναι ανάγκη νά επαναποκτηθή τό γνήσιο εκκλησιαστικό φρόνημα, πού βιώνει καί εκφράζει τήν συνείδηση του σώματος καί της ενότητάς του, βάσει της οποίας δέν μπορούν νά υπάρξουν "τελούντες" καί (παθητικά) "παρακολουθούντες", αλλά μόνο συνεπιτελούντες-συμπροσευχόμενοι καί συμπροσφέροντες τήν λατρεία-ευχαριστία, Κληρικοί καί Λαϊκοί» (π. Γεωργίου Μεταλληνού «Ενορία: ο Χριστός εν τω μέσω ημών», σ. 22).

Όπως βλέπουμε λοιπόν, από την εκλογή του Ματθία (Πράξ. 1: 15-26) όπου συμμετείχε το πλήρωμα της Εκκλησίας μέχρι τη σημερινή εμπλοκή των λαϊκών σε έργα εκκλησιαστικής φροντίδας, οργάνωσης, λατρευτικής ζωής κ.ο.κ., η ομοφωνία είναι πως η βασική δωρεά όλων είναι η ίδια, αλλά κλιμακώνεται η ευθύνη των κληρικών ανάλογα με τον βαθμό τους. Η είσοδος στην Εκκλησία αποτελεί χειροτονία, την οποία ουδείς δύναται να στερηθή. Μήπως και οι λαϊκοί δεν έχουν ποιμαντικές ευθύνες, δηλαδή ευθύνες για τις ψυχές των άλλων; Μήπως δεν επεκτείνουν τη Βασιλεία του Θεού ασκώντας (ιερ)αποστολή; Μήπως δεν προφέρουν λόγια της Αγίας Αναφοράς κατά την Λειτουργία; Μήπως δεν είναι έγκυρο το Βάπτισμα που τελούν σε περίπτωση ανάγκης; Μήπως δεν θα έπρεπε να ερωτώνται πριν από τις χειροτονίες (όπως γινόταν στο μακρινό παρελθόν), και όχι όπως τώρα τυπικά εκ των υστέρων;

Συμφωνώ απόλυτα με τον Σεβασμιώτατο ότι «για την κατανόηση του χαρίσματος του ‘βασιλείου ιερατεύματος’ απαιτείται ορθόδοξος προσδιορισμός του όρου ‘Βασιλεία του Θεού’» και ότι «το ‘βασίλειον ιεράτευμα’ είναι η όλη πορεία της αναγεννήσεως του ανθρώπου, Κληρικών και λαϊκών». Με τη διαφορά πως ο βαπτισμένος καί χρισμένος πιστός αναπνέει ήδη τή Βασιλεία του Θεού η οποία "ήγγικεν" (Μάρκ. 1: 15).

Φυσικά θα πρέπει αυτή να αναπτυχθή περαιτέρω. Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ερμηνεύει: «Μέ τί θά παρομοιάσουμε τή Βασιλεία του Θεού; Είναι όμοια μέ κόκκο σιναπιού, τόν οποίο έλαβε ο άνθρωπος καί τόν έβαλε στόν κήπο του, καί αυξήθηκε καί έγινε μεγάλο δένδρο" (Ματθ. 13: 31)... Ο κόκκος του σιναπιού είναι τό πανάγιο Πνεύμα· καί αυτό νά νοήσεις πως είναι η Βασιλεία των ουρανών καί όχι κάτι άλλο. Άνθρωπος πάλι είναι ο κάθε πιστός πού θέλει νά λάβει μέ τήν εργασία των εντολών αυτό τόν κόκκο. Κήπος δέν είναι κανείς άλλος τόπος παρά η καρδιά του καθενός μας, όπου αυτόν τόν ένα κόκκο, τόν άτμητο στή φύση καί αδιαίρετο, τόν παίρνουμε καί τόν κρύβουμε μέσα της· καί όταν διατηρούμε καί φυλάσσουμε τούς εαυτούς μας μέ κάθε προσοχή, αυτός αυξάνει χωρίς εμείς νά ξέρουμε, καί φαίνεται μόνο όταν φυτρώσει καί γνωρίζεται μόνο από εκείνους στούς οποίους φύεται όταν αυξηθή πολύ· καί αφοῦ γίνει δένδρο καί αναπτύξει πολλά κλαδιά προξενεί ανείπωτη χαρά σ' εκείνον πού τό απόκτησε» («Λόγος ηθικός» γ', 2, ΕΠΕ 19Β, 311).

Η σύνδεση του εσωτερικού φωτισμού για τη βίωση της Αληθείας μέ τό Χρίσμα δηλώνεται απερίφραστα από τόν Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων: «Καί πρώτα χρισθήκατε στό μέτωπο... γιά νά δεχόσαστε, έχοντας ακάλυπτο τό πρόσωπό σας, καί νά αντανακλάτε τήν δόξα του Κυρίου (Β' Κορ. 3: 18). Μετά χρισθήκατε στά αυτιά, γιά νά αποκτήσετε εκείνα τά αυτιά γιά τά οποία ο προφήτης Ησαΐας έλεγε: "Καί μού πρόσθεσε ο Κύριος αυτί γιά νά ακούω" (Ησ. 50: 4) καί γιά τά οποία ο Κύριος λέει στό Ευαγγέλιο: "Όποιος έχει αυτιά γιά νά ακούει, ας ακούει" (Ματθ. 11: 15). Στή συνέχεια χρισθήκατε στήν όσφρηση, ώστε, έχοντας τήν αίσθηση του θεϊκού μύρου, νά λέτε: ‘Είμαστε Χριστού ευωδία ανάμεσα στούς σωζομένους’ (Β' Κορ. 2: 15)» (Μυσταγωγική Κατήχησις γ' , 4).

Η ενέργεια του Χρίσματος έγκειται στήν μεταποίηση των αισθητηρίων της ψυχής ώστε νά καταστούν υποδοχείς ικανοί νά συλλαμβάνουν τήν «δύναμη του Θείου Πνεύματος διά της οποίας βλέπεται από τούς αξίους η Βασιλεία του Θεού... Παντού είναι ο Βασιλεύς του παντός καί παντού είναι η Βασιλεία Του, ώστε τό νά έρχεται η Βασιλεία Του (Λουκ. 9: 27) δέν δηλώνει ότι φθάνει από αλλού σέ άλλα μέρη, αλλά τό ότι αυτή φανερώνεται μέ τή δύναμη του Θείου Πνεύματος» (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά «Ομιλία λδ' εις τήν μεταμόρφωσιν», 6-7, ΕΠΕ 10, 363-365). Δηλαδή φανερώνεται στην πληρότητά του αυτό που ήδη έλαβαν!

Η πνευματική ζωή λοιπόν είναι ασκητική επειδή εμεῖς είμαστε πνευματοφόροι και όχι το αντίστροφο. Μόνο πού η άσκηση δέν λειτουργεί σάν απλή συντήρηση, αλλά ως αύξηση του δώρου, γι' αυτό καί τό παράδειγμα της καλλιέργειας του φυτού. Συνεπώς μού είναι εντελώς ξένα ερωτήματα όπως αυτά που θετει διαμαρτυρόμενος ο Σεβασμιώτατος: «Γιατί τόση άρνηση της νηπτικής-ησυχαστικής παραδόσεως, που είναι η ευαγγελική ζωή;» Έχω αφιερώσει πάμπολλες σελίδες, αλλά και άφθονο προφορικό λόγο, τονίζοντας τη σημασία της εμπρόθετης πνευματικής ζωής η οποία είναι ασκητική. Και γενικά δεν γνωρίζω πολλούς οι οποίοι να αμφισβητούν στην εποχή μας τη σημασία της ησυχαστικής ζωής. Γνωρίζω όμως πάμπολλους (και συντάσσομαι μαζί τους) οι οποίοι δεν επιθυμούν να γίνει η ησυχαστική ζωή άλλοθι μειώσεως της εκκλησιολογίας ή αλλοιώσεως του νοήματος της Λατρείας. Η πνευματική πρόοδος οφείλει να μην ξεχνά την οντολογική της αφετηρία και αιτία.

Δεν υπάρχουν ψευδοδιλήμματα μεταξύ «οριζόντιας» (κοινωνικής) και «κατακόρυφης» (ησυχαστικής) πνευματικότητας. Η ορθόδοξη πνευματικότητα είναι μία: είτε ασκητική την ονομάσει κανείς είτε αγαπητική θα πει το ίδιο. Όμως χαρακτηρίζεται πάντοτε από δύο συνιστώσες: την ευχαριστιακή εκκλησιολογία (αγάπη/ενότητα) και την ησυχαστική/θεραπευτική πράξη (η οποία, φέρνοντας με την άσκηση σε εσωτερική ενότητα το πρόσωπο, απεργάζεται την εξωτερική ενότητα). Αν κάποια από τις δύο έχει προτεραιότητα, αυτή είναι βέβαια η πρώτη, γι’ αυτό και ο ερημίτης αφήνει το κελλί του για να λειτουργηθή και να κοινωνήσει, γι’ αυτό και ο ησυχαστής υπακούει στον επίσκοπο.

Καμιά από τις δύο συνιστώσες δεν επαρκεί μόνη της για να περικλείσει το σωστικό έργο του Χριστού και της Εκκλησίας. Είναι απαραίτητες και οι δύο για να ονομασθή η Εκκλησία και να φανερωθή η δύναμη της. «Ανάγκη να κοινωνούμε και με τη γνώμη με Αυτόν που κοινωνούμε το Αίμα Του» γράφει ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας. Οποιαδήποτε μονομέρεια ζημιώνει και την Εκκλησία και τό μυστήριο της ευσεβείας. Βέβαια, λογικό είναι ο κάθε θεολόγος να προτιμά να τονίζει μία εκ των δύο συνιστωσών, ανάλογα με την προσωπική του κλίση. Αλλά θα πρέπει σταθερά να προσέχει να μην υπονομεύει άθελά του την άλλη. Είμαι έτοιμος να δεχθώ πάντως ότι σήμερα ορισμένοι θεολογικοί κύκλοι τονίζουν μονομερώς τη συνιστώσα της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας παραθεωρώντας την ασκητική.

Κατά τον γέροντα Σωφρόνιο, η Εκκλησία αποτελεί σύναξη των υποστάσεων, κάτι που φανερώνεται κυρίως στην Ευχαριστία. Και για να βρεθούν οι υποστάσεις όντως σε αγαπητική σύναξη χρειάζεται να ακολουθούν τη σταυροαναστάσιμη οδό της απαρνήσεως του εαυτού. Για να το κατανοησουμε καλύτερα με παραδείγματα, αμαρτάνουμε σοβαρά απέναντι στην συνιστώσα της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας όταν δεν μαθαίνουμε τους λαϊκούς να απαντούν τα «Αμήν» του καθαγιασμού. Και αμαρτάνουμε σοβαρά απέναντι στην ησυχαστική/θεραπευτική συνιστώσα όταν δεν καθοδηγούμε τους πιστούς να κοινωνούν μεν συχνά αλλά με κατάλληλη ασκητική ζωή και τήρηση των εντολών. Θαυμάσιο δείγμα αυτής της συνθετικής κατανόησης Ευχαριστίας και άσκησης/αγάπης θα βρει ο αναγνώστης σε άρθρο του κ. Αθανασίου Παπαθανασίου στην τελευταία Σύναξη (τ. 114).

Δυστυχώς έχει ατονήσει η αίσθηση της κοινότητας στην Εκκλησία μας σήμερα, προφανώς υπό τη μακρά επίδραση του μοναχισμού ο οποίος τόνισε ιδιαίτερα την ασκητική συνιστώσα, αλλά και εξ αιτίας λόγων κοινωνικών και ιστορικών. Χωρίς να παρασυρθούμε σε προτεσταντικές ακρότητες χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε πως η έννοια της κοινότητας βρίσκεται στην καρδιά του εκκλησιαστικού φρονήματος και πως έχει ιδιαίτερα παραμεληθή κατά τους τελευταίους αιώνες. Από την αποστολική προτροπή «εύχεσθε υπέρ αλλήλων όπως ιαθήτε» (Ιακ. 5: 16) μέχρι τις διατυπώσεις των Πατέρων και των συγχρόνων θεολόγων που παρατέθηκαν πιο πριν, διαβλέπουμε τη δύναμη της Χάριτος η οποία κατοικεί στο Σώμα του Χριστού διάχυτη και στο κάθε μέλος χωριστά.

Οι πηγές λοιπόν της παραδόσεως μας αναφέρονται και στις δύο συνιστώσες και τις καλύπτουν υποδειγματικά. Εμείς όμως τείνουμε να τις διαβάζουμε επιλεκτικά. «Στή σημερινή εποχή, ο όρος "ιερεύς" μάς εισάγει αυτομάτως σέ μιά ισχυρή διάκριση κλήρου καί λαού. Κατά τούς τρεις πρώτους αιώνες, όμως, όταν γίνεται αναφορά στόν κληρικό κατά τήν τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, χρησιμοποιείται ο όρος "προεστώς". Πρόκειται, προφανώς, γιά συγγενή όρο μέ αυτόν του "προϊσταμένου", πού χρησιμοποιεί ο Απ. Παύλος στήν Α' Θεσ. 5: 12... Η ευχαριστιακή σύναξη κατά τούς πρώτους χριστιανικούς αιώνες παρουσιάζει πτυχές πού έχουν σήμερα εντελώς ατονήσει. Η έννοια της ενότητας πού απορρέει από τήν συγκέντρωση στόν ίδιο τόπο καί τή συμμετοχή στήν "ίδια Τράπεζα", αλλά καί η θέση των κληρικών ως προεστώτων της συνάξεως, αποτελούν αναμνήσεις ενός μακρινού παρελθόντος, μέ τό οποίο ασχολείται μόνο η ιστορία της Χριστιανικής Λατρείας» (Γεωργίου Φίλια «Στίς πηγές της Ευχαριστιακής ενότητας κλήρου καί λαού», Σύναξη, 1994, τ. 50, σ. 101-107). Αυτά γίνονται την ίδια εποχή που ίσχυε το «δοκιμαζέτω εαυτόν άνθρωπος» πριν από τη Θεία Κοινωνία!

Ποιός πατέρας τόνισε την ασκητική και ηθική ζωή περισσότερο του Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου; Ο ίδιος όμως γράφει: «Πρόσεχε πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του συνόλου, δηλαδή των Εκκλησιών... Γι' αυτό όποιος πρόκειται νά χειροτονήσει ζητάει καί τίς προσευχές των πιστών, κι αυτοί εγκρίνουν τήν επιλογή καί επιδοκιμάζουν φωναχτά, πράγματα πού είναι γνωστά στούς μυημένους· διότι δέν επιτρέπεται νά αποκαλύπτονται όλα στούς αμυήτους. Καί υπάρχουν σημεία στά οποῖα καθόλου δέν διαφέρει ο ιερέας από τόν ποιμαινόμενο, όπως όταν πρέπει νά απολαύσουμε τά άχραντα Μυστήρια· διότι όλοι τά αξιωνόμαστε μέ τόν ίδιο τρόπο, όχι όπως στήν Παλαιά Διαθήκη όπου άλλα έτρωγε ο ιερέας καί άλλα ο λαός, καί πού απαγορευόταν νά μετέχει ο λαός σέ όσα μετείχε ο ιερέας. Αυτό δέν γίνεται τώρα, αλλά ένα Σώμα βρίσκεται μπροστά σέ όλους καί ένα Ποτήριο. Καί στίς προσευχές βλέπουμε νά συμμετέχει πολύ ο λαός. Καί υπέρ των τελουμένων καί υπέρ των εν μετανοίᾳ όντων, κοινές καί από τόν ιερέα καί από τόν λαό γίνονται οι προσευχές, καί όλη μία λέγουν προσευχή, γεμάτη από πολύ έλεος... Καί όταν πάλι τελείται τό πιό φρικτό Μυστήριο, εύχεται ο ιερέας στόν λαό καί ο λαός στόν ιερέα, αφου η φράση "καί μετά του πνεύματός σου" δέν σημαίνει τίποτε άλλο παρά αυτό ακριβώς. Καί η ευχαριστία επίσης είναι κοινή, διότι δέν ευχαριστεί μόνο ο ιερέας αλλά καί ο λαός ολόκληρος. Αφού αρχίσει εκείνος, έπειτα συμφωνούν όλοι ότι αυτό γίνεται σωστά καί δίκαια ("άξιον καί δίκαιον") καί μετά αρχίζει η Ευχαριστία» (Ομιλία ιη' εις τήν Β' πρός Κορινθίους, ΕΠΕ 19, 485-487).

Είναι πράγματι αλήθεια ότι, υπό την επίδραση της «βαβυλωνείου αιχμαλωσίας» της Θεολογίας μας, είχαμε χάσει τον πυρήνα της ησυχαστικής/θεραπευτικής παραδόσεως. Στην ανακάλυψη του μάλιστα συνέτεινε και ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης. Αλλά δεν ήταν το μόνο που χάσαμε στην αιχμαλωσία. Λησμονήσαμε εξ ίσου και την δύναμη της άλλης συνιστώσας, της ευχαριστιακής εκκλησιολογίας: «Όχι μόνον οι λαϊκοί, αλλά καί ο ίδιος ο κλήρος, έχει ξεχάσει πώς η Ευχαριστία, από τήν ίδια τή φύση της, είναι μιά κλειστή Σύναξη της Εκκλησίας, καί πως σ' αυτή τή Σύναξη οι πάντες είναι χειροτονημένοι καί λειτουργούν, ο καθένας από τή θέση του, στή μία καί μοναδική λειτουργική πράξη της Εκκλησίας» (π. Αλεξάνδρου Σμέμαν «Ευχαριστία», σ. 123).

Ήταν η συνιστώσα στην οποία στηρίζεται η συνοδικότητα, που γι’ αυτό το λόγο δεν λέει ακόμη να αποκατασταθή στην εκκλησιαστική ζωή. Ίσως διότι δεν έχουμε ακόμη αφομοιώσει πως «η ιερωσύνη, ή τό υπούργημα του μυστηρίου, δόθηκε καί ρίζωσε στήν ολότητα του σώματος» (π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ «Τό Σώμα του ζώντος Χριστού», σ. 83). Είτε για συνοδικότητα μιλούμε είτε για λειτουργική ανανέωση, το κίνητρο μας σήμερα δεν είναι (όπως ενδεχομένως παλαιότερα) μια δήθεν «δημοκρατική» εξίσωση, αλλά η οντολογική μεταβολή την οποία εγκαινιάζει η χειροτονία των λαϊκών.

Έτσι λοιπόν δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται, κατά την γνώμη μου, η πεποίθηση του Σεβασμιωτάτου πως οι Πατέρες «καταρρίπτουν όλα τα επιχειρήματα, προτεσταντικού τύπου, περί της μεταβιβάσεως της ιερωσύνης από τον Χριστό στην κοινότητα, και ότι ο Ιερεύς-Επίσκοπος είναι απλώς προεστώς και ρυθμιστής της τάξεως και δεν ευρίσκεται μέσον του λαού και του Θεού και ότι η θεία Ευχαριστία προσφέρεται αδιακρίτως από όλη την ευχαριστιακή κοινότητα». Ναι, κατά τους Πατέρες η ιερωσύνη του Χριστού μεταβιβάσθηκε στο Σῶμα Του και στο κάθε μέλος χωριστά. Ναι, ο λαϊκός δέχεται κατά το Χρίσμα την ιερωσύνη από τον Χριστό τον Ίδιο και όχι από παραχώρηση του επισκόπου. Ναι, η Θεία Ευχαριστία προσφέρεται από όλη την ευχαριστιακή κοινότητα δυνάμει της καθολικής ιερωσύνης της. Όχι (εδώ συμφωνούμε), ο κληρικός δεν έχει αναλάβει απλώς την ευταξία του Σώματος αλλά την καθοδήγηση του προς τη σωτηρία (αυτό σημαίνει ποιμαντική) και την εναρμόνιση των χαρισμάτων.

Δυό λόγια περί του παραδείγματος του Μωυσή. Ο Σεβασμιώτατος παραθέτει απόσπασμα από τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο (Λόγος λβ΄, 16-17, ΕΠΕ 2, 55-59), στο οποίο ο ιερός πατέρας, αντλώντας από γεγονότα της Εξόδου, προτρέπει τον κάθε πιστό να παραμένει στα όρια που του αναλογούν και του ανατέθηκαν. Πρόκειται για λόγο που εκφωνήθηκε με στόχο την επιβολή τάξης σε μια Εκκλησία που αναστατωνόταν από «αναρχικές» τάσεις τόσο αιρετικών όσο και υπερζηλωτών πιστών.

Σύμφωνα με την ερμηνεία του Σεβασμιωτάτου, «το σημαντικό στα χωρία αυτά του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου είναι ότι, τηρουμένων των αναλογιών λόγω της ενσαρκώσεως, ο,τι ισχύει στην Παλαιά Διαθήκη, ως προς την σχέση με τον Θεό, ισχύει και στην Καινή Διαθήκη».

Άλλα τα μέτρα της Παλαιάς Διαθήκης όμως και άλλα της Καινής, κάτι που δεν επιτρέπει την εφαρμογή «αναλογιών». Ο λαός του Θεού κατά την Παλαιά Διαθήκη ήταν αμύητος και άγευστος της δωρεάς της Εκκλησίας. Η παλαιοδιαθηκική ιερωσύνη τόνιζε το διαχωριστικό στοιχείο από το λαό, ενώ η καινοδιαθηκική το ενοποιητικό, όπως είδαμε και σε χρυσοστομικό χωρίο που προηγήθηκε. Γι’ αυτό προβλέπονταν βαρύτατες ποινές για όποιον ανέβαινε στο Σινά ή άγγιζε την Κιβωτό της Διαθήκης ή τους άρτους της προθέσεως κτλ. Ισχύουν αυτά για σήμερα που οι πιστοί έχουν εισέλθει στα «ενδότερα του καταπετάσματος» ; Όχι απλώς δεν εκπέμπονται απειλές, αλλά προσφέρονται τα ιερά και τα όσια προς συμμετοχή όλων. Όλοι τώρα αναβαίνουν στο Σινά, μόνο που για κάποιους γίνεται αίτιο πορείας «από δόξης εις δόξαν», άλλους τους αφήνει αμετάβλητους, ενώ σε άλλους γίνεται κατάκριμα. Καλούνται πάντως όλοι οι λαϊκοί στα άγια των αγίων, αφού γι’ αυτό ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να καταργηθή κάθε χώρισμα μεταξύ τους. Και τούτα όλα επειδή άλλαξε ο Αρχιερέας. «Μετατιθεμένης της ιερωσύνης και νόμου μετάθεσις γίνεται» (Εβρ. 7: 12)...

Η αρμονία και ευταξία στην Εκκλησία είναι απολύτως απαραίτητες και το απόσπασμα αυτό περιγράφει ωραία μέχρι πού οφείλει να εκτείνεται η δράση και το διακόνημα καθενός μέλους, φυσικά σύμφωνα με την πνευματική του κατάσταση. (Μάλιστα χρεώνει και εμάς τους κληρικούς οι οποίοι καλούμαστε να αναθέτουμε διακονήματα στους λαϊκούς συμβατά με την πνευματική τους κατάσταση. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν και για τις χειροτονίες και τις συμμαρτυρίες της ιερωσύνης!).

Όμως, για να θυμηθούμε πως ο διάλογος αυτός ξεκίνησε από τα λειτουργικά θέματα, το απόσπασμα είναι άσχετο με τη Λατρεία και με τίποτε δεν δικαιώνει διαχωριστικές τάσεις. Απόδειξη της διαφορετικής νοοτροπίας του ίδιου πατρός στα λατρευτικά θέματα είναι η εγκωμιαστική αναφορά του στήν μητέρα του κατά την οποία εξαίρει τήν σεμνότητά της λέγοντας: «Ποτέ δέν ακούσθηκε η φωνή της στίς ιερές συνάξεις καί στούς ιερούς τόπους, εκτός από τίς αναγκαίες καί μυστικές αναφωνήσεις» (Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου «Λόγος ιη' (επιτάφιος εις τόν πατέρα)», 9, ΕΠΕ 6, 285). Εδώ βλέπουμε ότι καί οι λαϊκοί (και οι γυναίκες!) προέφεραν μυστικά λόγια, δηλαδή μυσταγωγικά, πού (όπως έχω δείξει αλλού) δέν είναι άλλα από τίς γνωστές αντιφωνήσεις του λαού κατά τή Λειτουργία!

Δεν αρκεί λοιπόν να επικαλούμαστε τους Πατέρες, όπως ορθά ο Σεβασμιώτατος θέτει ως προϋπόθεση της αληθούς Ορθοδόξου Θεολογίας, αλλά και να τους ερμηνεύουμε σωστά. Το άθλημα της ερμηνείας εμπεριέχει κινδύνους, στους οποίους βέβαια υποκείμεθα όλοι, και εγώ πρώτος. Με λύπη αναφέρω ότι στο βιβλίο μου «Το ξεχασμένο Μυστήριο» είχα καταδείξει πως ο Σεβασμιώτατος επιχειρεί μή ορθές ερμηνείες τριών χωρίων, ενός του Μ. Βασιλείου (σ. 182-185), ενός των Αποστολικών Διαταγών (σ. 193-194), και ενός του Αρεοπαγιτικού «περί εκκλησιαστικής ιεραρχίας» (σ. 200-202), καθώς και της διατριβής του κ. Γεωργίου Φίλια (σ. 188), προκειμένου να δικαιώσει την προειλημμένη κληρικοκρατική αντίληψη του ότι δεν πρέπει να ακούν τις ευχές της Λειτουργίας οι λαϊκοί. Ίσως τα σφάλματα αυτά να αποτελούν ελάχιστες σταγόνες στον ωκεανό των κατά τα άλλα πολύτιμων γραπτών του, αλλά εφ’ όσον επηρεάζουν σοβαρά την κατανόηση θεμάτων και εφαρμογών της λειτουργικής μέσα από τα οποία διακυβεύεται η συμμετοχή των λαϊκών στη Λατρεία, είναι ανάγκη να επισημαίνονται.

Υπό τις μέχρι τώρα διευκρινίσεις θα αποδεχόμουν τη διατύπωση του Σεβασμιωτάτου «αντί του όρου γενική ιερωσύνη, προτιμώ τον όρο πνευματική ιερωσύνη». Με τη διαφορά όμως ότι αυτή η δωρεά συνιστά απόρροια του Χρίσματος (διότι δι’ αυτού λαμβάνουμε Πνεύμα Άγιο), δηλαδή πραγματική χειροτονία, η οποία περιμένει την επαύξηση και καλλιέργεια της. Κάθε περαιτέρω «προσθήκη» Πνεύματος κατά τήν πορεία θεώσεως, δηλαδή κατά την εκδίπλωση της πνευματικής ιερωσύνης, δέν είναι παρά ανάπτυξη του αρχικού Δώρου, ο καρπός του σπόρου που δόθηκε εφ’ άπαξ (Γαλ.5: 22).

Ας μου επιτραπή να διατηρώ επίσης τη διαφωνία μου στη διατύπωσή του πως «η πνευματική ιερωσύνη είναι η βάση και του ειδικού χαρίσματος της Ιερωσύνης». Σύμφωνα με τη σκοπιά που έχω εκθέσει πιο πάνω μια τέτοια θέση είναι μονομερής. Αντίθετα, αυτό που συναντώ στην πατερική παράδοση είναι πως το ιερατικό χάρισμα που δίδεται σε όλους τους βαπτιζομένους και χριομένους πιστούς, αποτελεί την αφετηρία πάνω στην οποία οικοδομείται η πνευματική ιερωσύνη, δηλαδή η θέωση. Άγιος γίνεται κάποιος επειδή προηγουμένως έγινε μέλος της Εκκλησίας και στη συνέχεια χειροτονήθηκε λαϊκός. Βέβαια, όταν η Εκκλησία θα θελήσει να επιλέξει κάποιους πιστούς για λειτουργούς της (δηλαδή για να υπηρετήσουν ειδικώτερες πτυχές του ιερατικού χαρίσματος), θα τους αναζητήσει ανάμεσα σε εκείνους οι οποίοι αξιοποίησαν κατά τον καλύτερο τρόπο το δώρο του Αγίου Πνεύματος.

Ελπίζω να φάνηκε ότι τέτοιου είδους δημόσιοι διάλογοι δεν πρέπει να αποτελούν, ούτε να εκλαμβάνονται από τους αναγνώστες, ως ένα ιδεολογικό «πίνγκ-πόνγκ» για προσωπική δικαίωση (πράγμα που τους δημιουργεί κούραση και αποστροφή), αλλά να καταδεικνύουν τη σημασία των θεολογικών αληθειών για τη σωτηρία. Στο συγκεκριμένο θέμα, έχει τεράστια σημασία να αναγνωριστή πως η πνευματική ιερωσύνη των λαϊκών αρχίζει με το Χρίσμα και παραμένει ανεξάλειπτη (εκτός έκπτωσης σε αίρεση). Και τούτο για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι μόνο με την ευγνώμονη αίσθηση του δώρου μπορεί κάποιος να παρακινηθή πρός σκληρό πνευματικό αγώνα. Πολλοί ράθυμοι χριστιανοί σήμερα ακηδιούν επειδή δεν κατηχήθηκαν σωστά στο σημείο αυτό και νομίζουν ότι πρέπει να αρχίσουν τον αγώνα εκ του μηδενός. Μια τέτοια στεγνή και άνευρη «πνευματική» ζωή γίνεται εύκολη λεία από αιρετικούς ή και από εντός Εκκλησίας προβληματικούς και απατεώνες, οι οποίοι επαγγέλλονται χαρισματικότητα.

Δεύτερον, διότι μόνο βάσει του Χρίσματος είναι δυνατόν να δοθή η αρμόζουσα θέση στούς λαϊκούς κατά τη Λατρεία (ακρόαση ευχών, συμψαλμωδία, κατάργηση τέμπλου, μετάφραση κειμένων κ.ά.) ώστε να ενεργοποιηθή περαιτέρω το λανθάνον σήμερα αίσθημα της χειροτονίας των λαϊκών και να φανερωθή η οντολογική διάκριση την οποία χάρισαν τα εισαγωγικά μυστήρια. Καθόλου τυχαία, τα παραπάνω λατρευτικά μέτρα που κατ’ επανάληψιν έγραψα πως θεωρώ απαραίτητα, είναι ακριβώς εκείνα τα οποία απορρίπτει ο Σεβασμιώτατος! Πολύ εύλογα, οπωσδήποτε, αφού ξεκινά από διαφορετικές θεολογικές προϋποθέσεις.

Η όσο το δυνατόν ανθρωπίνως απροκατάληπτη και νηφάλια συμμετοχή μας σε θεολογικούς διαλόγους είναι απαραίτητη προϋπόθεση για ανεύρεση της αλήθειας. Αυτή απαιτεί και την τέχνη της σωστής ακρόασης του άλλου. Αλλιώς κινδυνεύουμε να δικαιώσουμε μιαν ακόμη από τις «εκπλήξεις» του π. Ιωάννη Ρωμανίδη: «Εδώ στήν Ελλάδα αν κάποιος είναι καλός, μάς αρέσει καί όλα όσα λέγει είναι σωστά! Ενῶ, αν είναι κακός, όλα όσα λέγει δέν είναι σωστά! Δηλαδή ή μαύρο θά είναι ή άσπρο. Γίνεται δηλαδή μία απλοποίησις, μία διαστροφή της ιστορικῆς πραγματικότητος» («Πατερική θεολογία», σ. 200)!

Τέλος, ας λάβουμε υπ’ όψη ότι όσες φορες επιχειρείται στην πράξη η αναβάθμιση της θέσης των λαϊκών στη Λατρεία (με ακρόαση των ευχών, με χαμηλό τέμπλο, με συναπαγγελία και συμψαλμωδία, με μετάφραση), η αίσθηση των περισσοτέρων είναι χαρά, ανακούφιση, δέος, ευγνωμοσύνη. Οι πιστοί χαίρονται με τα μέτρα αυτά. Τυχαίο; Δε νομίζω. «Ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. 118: 103).