Στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή βλέπουμε πως τέσσερις από τους σημαντικότερους Μαθητές του Χριστού (Πέτρο και Ανδρέα και τα παιδιά του Ζεβεδαίου Ιάκωβο και Ιωάννη), στην κλήση τους να τον ακολουθήσουν, εγκαταλείπουν τα πάντα χωρίς δισταγμό κι αμφιβολία. Θυσιάζουν τα πάντα για να γίνουν Μαθητές του Χριστού.

Η Εκκλησία μας για να συνεχίσει σήμερα το έργον της με επιτυχία χρειάζεται ανθρώπους με τις ίδιες αρετές και με την ίδια αυτοθυσία. Αυτό όμως είναι μόνο η μία διάσταση της επιτυχίας της Εκκλησίας μας στο σωτηριολογικό της έργον. Η δεύτερη πραγματικότητα που πρέπει να χαρακτηρίζει τη ζωή της Εκκλησίας μας είναι η διάσταση της οικουμενικότητας και παγκοσμιότητας του χαρακτήρα του Ευαγγελικού της  έργου, όπως ακριβώς με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος εργάστηκε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να προστατεύει τα μέλη της κι ολόκληρη την Ανθρωπότητα προς την οδόν της εν Χριστώ σωτηρίας. ΄Οπως τονίζει ο Απόστολος Παύλος «ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ ΄Ελλην, ουκ ένι δούλος, ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρρεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλάτας 3,28).

Η δεύτερη λοιπόν διάσταση του σωτηριολογικού έργου της Εκκλησίας μας είναι η συνεχής προσπάθεια της να μεταφέρει το Ευαγγελικό μήνυμα της σωτηρίας προς όλους τους ανθρώπους, προς όλες τις Εθνότητες, σε μαύρους και λευκούς, σε μικρούς και μεγάλους, σε πλούσιους και φτωχούς,  σε όλες τις φυλές της γης.

Εκεί που δεν συμβαίνει αυτό είναι ως να προσπαθούμε να μετατρέψουμε την Εκκλησία σε ένα κοινωνικό σύλλογο, σε ένα κοσμικό κλάμπ, σε μία λειτουργική κοινωνική ασθένεια που μας κρατά μακριά από την πορεία μας προς την αιωνιότητα, προς την εν Χριστώ σωτηρία, προς τον Παράδεισο.

Πρέπει να είμαστε ειλικρινείς και τίμιοι με τον εαυτό μας. Μεγαλωμένοι με τις ανθρώπινες αδυναμίες και τις κοινωνικές αδικίες του κοινωνικού apartheid του διαχωρισμού των ανθρώπων, ανάλογα με το χρώμα τους, και σε πλούσιους και φτωχούς, το αποτέλεσμα ήταν να κτισθεί ένα τεράστιο τείχος αντιπάθειας που στην καθημερινή  ζωή μας επηρεάζει όλους μας, με συνέπειες τραγικές.

Επειδή ακριβώς αυτό το τείχος της αντιπάθειας είναι απάνθρωπο που μας κρατά μακριά από το Θεό δεν είναι φυσικό. Είναι ένα τείχος που μας κάνει όλους να πονάμε με την αβεβαιότητα του μέλλοντος να προβάλλει μπροστά μας. Εκεί που οι φυλετικές διακρίσεις έχουν φτάσει στο αποκορύφωμα τους, κτίζονται τείχη μεταξύ των ανθρώπων ή προτείνονται να κτισθούν όπως συμβαίνει σήμερα στην Ευρώπη, στο Ισραήλ και στη Παλαιστίνη ή όπως θέλουν να κάνουν στα σύνορα με το Μεξικό οι Αμερικάνοι.

Τελικά όμως, και οι λευκοί και οι μαύροι, και οι φτωχοί και οι πλούσιοι, και οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, που δεν ζουν το μεγαλείο της μαρτυρίας του Αποστόλου Παύλου για την ισότητα των ανθρώπων, όπως την τονίζει στη σημερινή Αποστολική Περικοπή, ζουν μακριά από το Θεό. Ζουν μέσα στην αμαρτία των φυλετικών διακρίσεων, ζουν μέσα στον εγωϊσμό τους και τον ατομισμό τους μακριά από το ΄Αγιο  Σώμα της Εκκλησίας. Ζουν στη κατάσταση της υποκρισίας και της αρνήσεως της κλήσεως του Αποστόλου Παύλου να δώσουμε προτεραιότητα στη κοινή πίστη του Αληθινού Θεού, όπου ενωμένοι με αγάπη και αλληλοστήριξη θα μπορέσουμε μαζί να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής και να πορευθούμε προς την αιωνιότητα της Βασιλείας των Ουρανών.

Αφήνουμε τα τραύματα που ζήσαμε στο παρελθόν, ως θύματα αυτού του κοινωνικού διαχωρισμού, ανάλογα με το χρώμα μας, να μας κυβερνούν τη ζωή και να μας ανοίγουν μεγαλύτερες κοινωνικές πληγές, που τελικά να απειλούν τον αφανισμό μας.

Η ασφάλεια που ονειρευόμαστε να ζήσουμε οι ίδιοι και τα παιδιά μας μπορεί να προσέλθει μόνο μέσα από την ετοιμότητα μας να φανούμε τίμιοι με τον λόγο του Ευαγγελίου.

Η αδιάκριτη αγάπη μας προς κάθε κατεύθυνση, προς κάθε άνθρωπο θα μας βοηθήσει να σβήσουμε το τείχος του μίσους και στη θέση του να κτίσουμε γέφυρες επικοινωνίας και επαφής και ειλικρινούς συνεργασίας. Μόνον αν κτίσουμε γέφυρες αγάπης μπορούμε να περπατήσουμε με σιγουριά το μέλλον. Η φυγή και η απομόνωση δεν είναι η καλύτερη λύση. Ούτε τους εαυτούς μας βοηθάμε, ούτε τους άλλους που αντιπαθούμε.

Ο βίος μας είναι κοινός και μπορούμε να κάνουμε τη ζωή μας όμορφη αν αφήσουμε χώρο στην καρδιά μας να βασιλέψει η Μεγάλη μορφή του Χριστού. Μόνον αν αφήσουμε στη ζωή μας να μας καθοδηγεί ο Χριστός έχουμε ελπίδες για να ζήσουμε σε ένα καλύτερο κόσμο που θα μας οδηγήσει και στην αιωνιότητα του Παραδείσου.

Πρίν ένα ακριβώς χρόνο η Εκκλησία μας διά της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου επιβεβαίωσε τη θέση της Ορθοδοξίας για τις φυλετικές διακρίσεις τονίζοντας ότι :

  1. “Ὁ Κύριος, ὡς Βασιλεύς τῆς δικαιοσύνης (Ἑβρ. ζ’, 2-3), ἀποδοκιμάζει τήν βίαν καί τήν ἀδικίαν (Ψαλμ. ι’, 5) καί καταδικάζει τήν ἀπάνθρωπον στάσιν πρός τόν πλησίον (Μάρκ. κε’, 41-46. Ἰακ. β’, 15-16). Εἰς τήν Βασιλείαν Aὐτοῦ, ἡ ὁποία εἰκονίζεται καί εἶναι παροῦσα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Του ἤδη ἐδῶ εἰς τήν γῆν, δέν ὑπάρχει τόπος οὔτε διά τό μῖσος, οὔτε δι’ ἔχθραν καί μισαλλοδοξίαν (Ἠσ. ια’, 6. Ρωμ. ιβ’, 10).
  2. Ἡ θέσις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι ἐν προκειμένῳ σαφής. Ἡ Ἐκκλησία πιστεύει ὅτι ὁ Θεός «ἐποίησεν ἐξ ἑνὸς αἵματος πᾶν ἔθνος ἀνθρώπων κατοικεῖν ἐπὶ πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς» (Πράξ. ιζ’, 26) καί ὅτι ἐν Χριστῷ «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ’, 28). Εἰς τό ἐρώτημα «καὶ τὶς ἐστί μου πλησίον;» ὁ Χριστός ἀπήντησε διά τῆς παραβολῆς τοῦ καλοῦ Σαμαρείτου (Λουκ. ι’, 25-37). Καί οὕτως ἐδίδαξε τήν κατάλυσιν παντός μεσοτοίχου ἔχθρας καί προκαταλήψεως. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἕκαστος ἄνθρωπος, ἀνεξαρτήτως χρώματος, θρησκείας, φυλῆς, φύλου, ἐθνικότητος, γλώσσης, ἔχει δημιουργηθῆ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ καί ἀπολαμβάνει ἴσα δικαιώματα ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Συνεπής πρός τήν πίστιν αὐτήν, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία δέν δέχεται τάς διακρίσεις δι’ ἕκαστον ἐκ τῶν προαναφερθέντων λόγων, ἐφ’ ὅσον αὗται προϋποθέτουν ἀξιολογικήν διαφοράν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων.
  3. Ἡ Ἐκκλησία, ἐν τῷ πνεύματι τοῦ σεβασμοῦ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καί τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν ἀνθρώπων, ἀξιολογεῖ τήν ἐφαρμογήν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν ὑπό τό φῶς τῆς διδασκαλίας της περί τῶν μυστηρίων, τῆς οἰκογενείας, τῆς θέσεως τῶν δύο φύλων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί τῶν ἐν γένει ἀξιῶν τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει δικαίωμα ἵνα διακηρύττῃ τήν μαρτυρίαν τῆς διδασκαλίας της εἰς τόν δημόσιον χῶρον”. (Μέρος Ε από το κείμενο « Η Αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τω συγχρόνω κόσμω»).