Aκολουθεί η Εισήγηση στην του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, εκπροσώπου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο 5ο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, με θέμα : « Η Ευρώπη αντιμέτωπη με το φόβο της τρομοκρατίας, που προκαλείται από τον φονταμενταλισμό και η αξία του ανθρώπου και η θρησκευτική ελευθερία».Παρίσι 9 - 12 Ιανουάριου 2017.

"Οι Χριστιανικές Εκκλησίες έναντι του φαινομένου της βίας"

Ο κύκλος αίματος της βίας και της επιθετικότητας, καλύπτει πλέον τον παγκόσμιο κοινωνικό ιστό και συγχρόνως υπονομεύει την αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή.

   Παράλληλα, εξαιτίας της ανασφάλειας, δημιουργούνται καταστάσεις ακραίων αντιδράσεων και ενεργειών, οι οποίες επίσης οδηγούν σε ανάλογα αποτελέσματα.

   Ο άνθρωπος καθημερινά έρχεται αντιμέτωπος με το φαινόμενο της βίας και έκπληκτος μπροστά στην ωμότητα, διερωτάται εύλογα : Σε τι οφείλεται αυτό το καταστροφικό φαινόμενο, με τον τυφλό και αδυσώπητο δυναμισμό, το οποίο σκορπά τον θάνατο, την απώλεια και την καταστροφή ;

   Τι είναι αυτό το οποίο γεννά τη βία, την θεμελιώνει ανύποπτα και αλλοτριωτικά στον άνθρωπο και την καθιστά δύναμη καταστροφική για την κοινωνία ;

  Οι απαντήσεις και οι ερμηνείες που έχουν δοθεί κατά καιρούς είναι διάφορες ( ψυχολογικές, κοινωνιολογικές, θρησκευτικές ), όλες όμως έχουν μία κοινή αφετηρία και βάση. Αιτία είναι ο τρόπος έκφρασης και έκφανσης μιας επιθετικότητας, η οποία υποκινείται από μία απάτη ιδεολογική, κοινωνική ή θρησκευτική, και δημιουργείται με την ύπαρξη ή την δημιουργία ενός κινδύνου (υπαρκτού ή ανύπαρκτου), εξαιτίας του οποίου προκαλείται συσπείρωση, εσωστρέφεια, συντηρητισμός, και ατομισμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η βία, τόσο ως πράξη ( δράση-αντίδραση ), όσο και ως ιδεολογία να οδηγεί σε ενέργειες τέτοιες, οι οποίες επιδιώκουν την αποκλειστική επιβίωση του ατόμου ή μιας ομάδας έναντι όλων των άλλων, ενώ την υποστήριξη σε κάθε μορφή βίας μπορεί να προσφέρει το αντίστοιχο ιδεολογικό η ιδεοληπτικό υπόβαθρο, με το οποίο αξιοποιείται επίσης η άγνοια, ο φόβος και ο παρορμητισμός.

   Μέσα από αυτήν την διαδικασία καταλυτικά και αποφασιστικά λειτουργεί και η εκμετάλλευση της θρησκευτικότητας, ως μία μορφή ιδεολογίας η οποία γεννά το αντίστοιχο φαινόμενο της θρησκευτικής βίας, και η οποία τις περισσότερες φορές εκδηλώνεται ως μερική η καθολική απαξίωση προς την ανθρώπινη ζωή ενώ παράλληλα λαμβάνει και διαστάσεις μεταφυσικής προσδοκίας και επιδίωξης.

   Πέραν όμως όλων αυτών των ψυχολογικών η κοινωνιολογικών ερμηνειών η προσεγγίσεων και των καταβολών της βίας, στην θρησκευτική βία ιδιαίτερα εκείνο το οποίο συμβάλλει στήν υποκίνησή της, έμμεσα η άμεσα, είναι η πρόκληση από διάφορα κυκλώματα εξουσίας τεχνητών μορφών κοινωνικού αποκλεισμού και απομόνωσης. Αποτέλεσμα της τακτικής αυτής είναι αφενός να διαχέεται ο φόβος, ο πανικός και η αβεβαιότητα και αφετέρου να δημιουργούνται « κιβωτοί » σωτηρίας για τους εκλεκτούς μιας συγκεκριμένης θρησκείας ή θρησκευτικής κοινότητας, ενώ η αβεβαιότητα, ο φόβος και ο πανικός διαταράσσουν την ειρηνική συνύπαρξη, διαφορετικών εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων η ομάδων, και προκαλούν παράλληλα και άλλα ωφέλη, κυρίως οικονομικά και επενδυτικά. Είναι γνωστό, ότι η ειρηνική συνύπαρξη των λαών δεν παράγει οικονομικά κέρδη και οικονομικά υποπροϊόντα, ενώ οι συγκρούσεις και οι πολεμικές συρράξεις αυξάνουν τον ανταγωνισμό, αφού απαιτούν εξοπλισμό και ζητούν νέα συστήματα ασφαλείας περισσότερο ακριβή αλλά και κοστοβόρα.

   Έτσι λοιπόν στο όνομα μιας θρησκείας η βία έξωθεν μεν ενισχύεται από διάφορους παράγοντες, για λόγους οικονομικούς και πολιτικούς, έσωθεν δε καλλιεργείται ιδεολογικά με την παρανόηση του ρόλου και του σκοπού της θρησκείας, ως αλήθειας, και με την στανική τάση επιστροφής σε βιώματα του παρελθόντος, τα οποία οδηγούν σε μία οπισθοδρόμηση χωρίς προοπτική μέλλοντος, σε ένα δηλαδή δογματικό συντηρητισμό, σε μία τυπολατρία, σε έναν απομονωτισμό, σε μία εσωστρέφεια και στην απολυτότητα του μερικού, το οποίο συνθλίβει κάθε τι το διαφορετικό. Η επιβολή δια της βίας ενός συγκεκριμένου κοινωνικού μοντέλου και τρόπου ζωής μιας ομάδας, ενός δηλαδή μέρους της κοινωνίας, στο ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, με εκφάνσεις φανατισμού και μισαλλοδοξίας, απαιτεί επιπλέον και την θρησκοληπτική θεμελίωση της θρησκείας ως μαγείας, τον απόλυτο πουριτανισμό, τον συντηρητισμό, τον προσηλυτισμό, την θεοκρατία και τον επεκτατισμό, ένα δηλαδή θρησκευτικό μόρφωμα, στο οποίο ο άνθρωπος ,με όλες του τις εκφάνσεις και λειτουργίες, αποτελεί μέρος και όργανό του, ενώ έχει απωλέσει την ελευθερία του και την αυτοδιάθεσή του.

   Και προβάλλει το ερώτημα :

   Τι μπορούν να απαντήσουν οι Χριστιανικές Εκκλησίες σε αυτό το όλο και διογκούμενο φαινόμενο της βίας, το οποίο έχει λάβει πλέον παγκόσμιες διαστάσεις ;

   Οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν το φαινόμενο με μία σύγχυση. Με μία πασιφανή έλλειψη ωριμότητας προς αντιμετώπιση του ζητήματος συνολικά, ενώ τούς διαφεύγει ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητάς του, δεν μπορεί να υπάρξει μονομερής αντιμετώπιση αλλά απαιτείται μία συντονισμένη και σύνολη προσπάθεια μέσα από την παιδεία, την οικονομία και την κοινωνία ( προσπάθεια επίλυσης προβλημάτων φτώχειας, κοινωνικού αποκλεισμού, αδικίας, καταδίωξης ).

   Τα δύο τελευταία ( οικονομία και κοινωνία ) εναπόκεινται στους ώμους του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου. Το πρώτο, η παιδεία, απαιτεί την προσφορά και τη δράση των Χριστιανικών Εκκλησιών, και μάλιστα με ένα τρόπο διαλεκτικό, όπου θα νοηματοδοθεί η αλήθεια ως γεγονός ύπαρξης και ζωής, και όχι ως ιδεολογία ώστε να αναδειχθεί με τον τρόπο αυτό ο σκοπός τής ζωής στην κοινωνία, μέσα στο χώρο και τον χρόνο, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως το πραγματικό και ουσιαστικό νόημά της, ως αλήθειας, η οποία κατανοείται μόνο μέσα από τη συμβίωση, τη συνύπαρξη, την αλληλοπεριχώρηση και την συγχωρητικότητα.

   Συνεπώς ως πρώτο μέλημα των Χριστιανικών Εκκλησιών, θα πρέπει να είναι το διαλεκτικό άνοιγμα προς τις άλλες Θρησκείες, όχι με αφορισμούς η με αποκλεισμούς, αλλά ως μία προσπάθεια φανέρωσης του πραγματικού νοήματος της αλήθειας της πίστης για την ίδια τη ζωή και την προοπτική της, και οπωσδήποτε μακράν κάθε άλλης έννοιας ιδεολογικού δογματισμού, ο οποίος επίσης μπορεί και αυτός να οδηγήσει σε πολώσεις και αποκλεισμούς.

   Με όλα τα προηγούμενα που ανέφερα και περιέγραψα αυτό ήθελα ακριβώς να τονίσω, ότι δηλαδή ο τρόπος με τον οποίον κάθε Θρησκεία αντιλαμβάνεται την αλήθεια της πίστης που εκφράζει και διδάσκει, όχι μόνο στο επίπεδο της γνώσης αλλά κυρίως στο επίπεδο της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης και κοινωνίας, είναι δυνατόν να συμβάλλει είτε στην απάλειψη της βίας, είτε στην ενδυνάμωσή της.

   Αφετηριακή βάση αποτελούν οι αξιωματικές αρχές ότι ουδεμία σχέση υφίσταται μεταξύ βίας και Χριστιανικής Εκκλησίας και ότι ουδεμία μορφή βίας είναι αποδεκτή από τις Χριστιανικές Εκκλησίες. Εκκλησία και βία αποτελούν δύο στοιχεία εκ διαμέτρου αντίθετα και ασύμπτωτα, τα οποία όχι μόνο είναι αλληλοαποκλειόμενα αλλά και κατ’ ουσίαν ξένα και αλλότρια. Άλλωστε κανένα έγκλημα δεν μπορεί να διαπράττεται « εν ονόματι » του Θεού ή για τον Θεό.

   Με διάθεση θετικής προσέγγισης θα πρέπει να προσπαθήσουν οι Χριστιανικές Εκκλησίες να υποδείξουμε έμπρακτα και υπαρξιακά ένα άλλο μοντέλο και τρόπο ζωής, το οποίο θα σχετίζεται άμεσα με τον σκοπό και την προοπτική της ζωής, και το οποίο θα αποτελεί τον κατεξοχήν τρόπο έκφρασης της ίδιας της χριστιανικής αλήθειας της πίστης.

   Οι Χριστιανικές Εκκλησίες καλούνται λοιπόν να απαντήσουν στο ερώτημα για την αξία και τη σημασία της ανθρώπινης ζωής συσχετίζοντας πρώτιστα την αλήθεια αυτή με το ίδιο το πρόσωπο του Χριστού, ο οποίος είναι « η οδός και η αλήθεια και η ζωή »( Ιωαν. 14,6 ). Να αποδείξουν ότι αυτή η αλήθεια δεν έχει σχέση μόνο με ένα ένδοξο παρελθόν η με την παρούσα ιστορική πραγματικότητα αλλά ότι με τρόπο δυναμικό, προσλαμβάνει και μία προοπτική μέλλοντος αφού ο Χριστός είναι επίσης « ο ων και ο ην και ο ερχόμενος » (Αποκ. 1,4).

   Αυτή η δυναμική και διαχρονική έκφραση της αλήθειας απομακρύνει από τον απομονωτισμό, τον φονταμενταλισμό, την εσωστρέφεια και την κλειστότητα, και δίνει μία δυναμική στην ίδια τη ζωή, ώστε να λάβει δυνατότητα και έκφραση ελπίδας ( Εβρ. 11,1 ).

   Εξαιτίας αυτής της θεώρησης της χριστιανικής αλήθειας ως ανοικτότητας, που ο ίδιος ο Χριστός δίδαξε, αφού « πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν » ( Β Τιμοθ. 3,1 ), οι Χριστιανικές Εκκλησίες δεν πρέπει να επιτρέψουν ώστε να αναπτυχθεί κάποια μορφή φονταμενταλισμού, ως μία κίνηση ή κατάσταση κλειστής κοινωνικότητας ή σέκτας, αλλά να προωθήσουν τήν ανάπτυξη μιας κοινωνίας ανοικτής και άρα ανεκτικής προς τον άλλον, ώστε και ο άλλος να καταστεί μέλος αυτού του ευρύτερου υπαρξιακού πλαισίου, μέσα από το οποίο δεν θα γνωρίσει μόνο την αλήθεια αλλά και θα την βιώσει και τελικά θα σωθεί.

   Όμως είναι αρκετό κάποιος να είναι απλά ανεκτικός και ανοικτός ; Μήπως μία τέτοιου είδους ανεκτικότητα υποδηλώνει ένα αίσθημα υπεροχής που ταπεινώνει ή καταδυναστεύει τον άλλον, τον διαφορετικό, αυτόν που δεν συμφωνεί μαζί μας και αυτό είναι δυνατόν να επιτευχθεί είτε με μία πλειοψηφία, η οποία « ανέχεται » την μειοψηφία, είτε και με μία μειοψηφία η οποία « διεκδικεί » από την πλειοψηφία ή και « επιβάλλεται » σ’ αυτήν ;

   Κατ’ αρχήν θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι η ανάδειξη της αλήθειας μέσα από την ανοχή δεν έχει να κάνει με την αριθμητική υπεροχή στον χώρο και τον χρόνο αλλά με την ποιότητα του προβαλλόμενου ως τρόπου ζωής και την αποδοχή της ιερότητας της ανθρώπινης ύπαρξης, ως τρόπου ύπαρξης και ζωής.

   Είναι γνωστό, ότι μία κοινωνία για να έχει ενότητα απαιτεί σεβασμό και αποδοχή στην ετερότητα, την πολλαπλότητα και τη διαφορετικότητα γιατί μόνο τότε λειτουργεί συνεκτικά. Αλληλοπεριχωρώντας και συνυπάρχοντας ο ένας με τον άλλον καθιστά την αλήθεια τρόπο ζωής και ύπαρξη, την δε ανεκτικότητα αναδεικνύει ως την sine qua non προϋπόθεση, ώστε ο έτερος να αποτελεί την απαραίτητη συνέπεια για τον έναν, και ο άλλος, ως μοναδικός και ανεπανάληπτος παράγοντας σε μία κοινωνία, έτσι καθίσταται απαραίτητος και για όλους τους άλλους, αυτή άλλωστε είναι και η χριστιανική κατανόηση της έννοιας του δικαιώματος, για να μην καταστεί απάνθρωπο, « μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος » ( Α Κορ. 10, 23-24 ).

   Αυτά τα δύο στοιχεία αποδεικνύουν και επιβεβαιώνουν αφενός ότι μόνο η κατοχή ή η γνώση της αλήθειας της πίστης δεν μπορεί να σώσει και να ελευθερώσει, όπως και η εσωστρέφεια και ο εγκλωβισμός της αλήθειας της πίστης στα στενά όρια των « ημετέρων », των δικών μας ιδιαιτεροτήτων δεν μπορεί να οδηγήσει σε ανάπτυξη και διεύρυνση και εξωστρέφεια. Αφετέρου η μη απασχόληση με τα υπαρξιακά προβλήματα των άλλων δεν μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά και σωστικά για την ίδια την ανθρώπινη ζωή, εάν δεν δίνει νόημα, προοπτική και αξία και σ’ αυτήν την ίδια την ζωή και την ανθρώπινη κοινωνία.

   Πως όμως όλα αυτά απαντούν στη βία ;

   Η κατανόηση της ευαγγελικής αλήθειας καί της πίστης μπορεί να ανοίξει τον κλειστό εαυτό της ζωής των ανθρώπων και να συνδέσει τους ανθρώπους με το μέλλον αλλά και με το μέλλον ολόκληρης της ανθρώπινης κοινωνίας.

   Η χριστιανική αλήθεια μπορεί να μας δώσει μία τέτοια προοπτική και νόημα, « ίνα μη μόνον μάθωμεν αλλήλων ανέχεσθαι... αλλά και υπέρ εαυτούς αλλήλων κήδεσθαι » ( PG 90, 725 ), αφού από τον Απ. Παύλο προτρεπόμεθα όπως διωκόμενοι να ανεχόμεθα ( Α Κορ. 4,12 ), ανεχόμενοι να συγχωρούμε ο ένας τον άλλον ( Κολ. 3,13 ) και να υπομένουμε με ευχαρίστηση τους « ανοήτους » (Β Κορ. 11,19). Αυτό μας το διδάσκει και ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος γίνεται ανεκτικός ( Ρωμ. 2,4 ) και θυσιάζεται για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες των άλλων ( Ρωμ. 3,26 ), γι’ αυτό και η ίδια η χριστιανική αλήθεια εμπεριέχει την ανεκτικότητα ως τρόπο και στάση ζωής. Ανεχόμαστε λοιπόν όποιον μας καταπιέζει, όποιον μάς εκμεταλλεύεται, όποιον μας εξαπατά, όποιον μας παριστάνει τον σπουδαίο, όποιον μας χαστουκίζει ( πρβλ. Β  Κορ. 11,20 ), αφού η πραγματική αγάπη « ου ζητεί τα εαυτής » ( Α Κορ. 13,5 ).

   Άρα το κίνητρο κατανόησης της χριστιανικής αλήθειας είναι η θυσιαστική, ανιδιοτελής, ανυπόκριτη, απροϋπόθετη και απροσωπόληπτη αγάπη προς τον άλλον και η ελευθερία, ως έκφραση αποδοχής και σεβασμού του άλλου. Είναι οι δύο πυλώνες με τους οποίους μπορεί να δομηθεί και να λειτουργήσει η ανεκτικότητα δημιουργικά, θετικά και διαλεκτικά και όχι αλαζονικά και πολωτικά στα πλαίσια της ανθρώπινης κοινωνίας. Η οποιαδήποτε παρανόηση της λειτουργίας της ελευθερίας, ως ασυδοσία, οδηγεί στην αύξηση της εγκληματικότητας, στην καταστροφή και στην εξάλειψη του σεβασμού προς την ελευθερία του πλησίον και την ιερότητα της ζωής.

   Κατά την χριστιανική αλήθεια η κατάκτηση της Βασιλείας του Θεού δεν επιτυγχάνεται δια της βίας, ενώ κατακτάται και βιάζεται από αυτούς που αγωνίζονται και οι οποίοι προσπαθούν να απαλλαγούν από την φιλαυτία τους, τον ατομισμό τους, την απομόνωση και την ατομικότητά τους (πρβλ. Ματθ. 11,12 και Λουκ. 16,16 ).

   Όλα αυτά αποτελούν τα στοιχεία εκείνα μέσα από τα οποία η χριστιανική αλήθεια δηλώνει την διαφορετικότητά της από κάθε τι το αντίθετο και η συμβολή της μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από έναν συγκροτημένο διαχριστιανικό και διαθρησκειακό διάλογο, ο οποίος θα επιλύσει πολλά προβλήματα και θα εξαλείψει φόβους, μισαλλοδοξίες, μίση και κάθε μορφή βίας, συγχρόνως δε θα καλλιεργήσει τον αμοιβαίο σεβασμό, την πρόοδο, την ευημερία και την ανεκτικότητα. Ο διάλογος θα πρέπει να γίνει το κατεξοχήν μέσον για εξάλειψη της βίας, με βάση τη μαρτυρία της χριστιανικής αλήθειας. Απαιτείται όμως και η ανάπτυξη ενός άλλου εσωτερικού διαλόγου, αυτός ο οποίος αναπτύσσεται μέσα από την παιδεία, ως μία διαδικασία μόρφωσης και αγωγής και όχι απλά παροχή γνώσης. Αυτή η μορφωτική διάσταση της παιδείας θα πρέπει να αποσκοπεί στην καλλιέργεια του αμοιβαίου σεβασμού, της προόδου και της ευημερίας και είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνο μέσα από την εκ-παιδευτική διαδικασία και πρώτιστα με τον επαναπροσδιορισμό του στόχου και των σκοπών του μαθήματος των Θρησκευτικών, γιατί το πραγματικό και ουσιαστικό ερώτημα το οποίο θα έπρεπε να τίθεται σήμερα σε σχέση προς το μάθημα των Θρησκευτικών δεν είναι αν και κατά πόσο θα διδάσκονται άλλες ή και όλες οι Θρησκείες αλλά εάν μπορεί και πρέπει να καλλιεργείται μία ολοκληρωμένη ανθρώπινη προσωπικότητα, όπου η αποδοχή του « άλλου », να περνά μέσα από την κατανόηση του « εμείς », και επιπλέον ότι ο άλλος δεν μπορεί να είναι ο εχθρός και η διαρκής απειλή για εμάς, αλλά ο έτερος και ο εταίρος της ανθρώπινης κοινωνίας και ζωής και παράγοντας συμβίωσης και συνύπαρξης. Και νομίζω ότι σ’ αυτόν τον χώρο οι Χριστιανικές Εκκλησίες έχουν να προσφέρουν πολλά και να επιβεβαιώσουν την ειδοποιό διαφορά τους.

   Στόχος του μαθήματος των Θρησκευτικών θα πρέπει να είναι μία διαρκής άσκηση γιά τον τρόπο με τον οποίον θα πρέπει να υπάρχουμε και να συνυπάρχουμε σ’ έναν κόσμο, τον κοινό πλανήτη, όπου ο διαφορετικός, ο « άλλος », δεν μπορεί να είναι η κόλασή μας αλλά ο δρόμος για να καταλάβουμε καλύτερα τον εαυτό μας, αφού χωρίς τον άλλον δεν υπάρχουμε ούτε και εμείς.

   Αυτό διέσωσε η παράδοση των Χριστιανικών Εκκλησιών, καλλιεργώντας τον διάλογο μέσα από την ανεκτικότητα και μορφώνοντας άνθρωπο μέσα από την παιδεία. Κατάφεραν να καλλιεργήσουν την αγαπητική θυσία και να αντιμετωπίσουν κάθε μορφή βίας και μισαλλοδοξίας, όχι αντιθετικά η πολεμικά αλλά διαλεκτικά και εποικοδομητικά μέσα από μία πορεία διαμόρφωσης και ανάπτυξης ενός άλλου μοντέλου ανθρώπινης κοινωνίας και πραγματικότητας.

  Όλα αυτά τα στοιχεία διετύπωσε και εξέφρασε η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του έτους 2016, σε ένα ουσιαστικό και βασικό Κείμενό Της, το οποίο και αποτελεί Συνοδική Απόφαση, με τίτλο : « Η αποστολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εις τον σύγχρονον κόσμον », αλλά και στην «Εγκύκλιον» Της.

   Δύο σημεία από τα παραπάνω Κείμενα είναι απαραίτητα και σημαντικά. Ότι η ειρήνη είναι συνώνυμο της δικαιοσύνης ( Κλήμης Αλεξανδρείας, Στρωματείς 4,25,PG 8,1369 Β-1372 Α ) και η πατερική αναφορά, ότι « ου δύναμαι πείσαι εμαυτόν ότι άνευ της εις αλλήλους αγάπης και άνευ του, το εις εμέ ήκον, ειρηνεύειν προς πάντας δύναμαι άξιος κληθήναι δούλος Ιησού Χριστού» ( Μεγ. Βασιλείου, Επιστολή 203,1, PG 32,737 Β ).

   Βρισκόμαστε σε μία εποχή όπου πλέον τίποτε δεν θεωρείται δεδομένο και αυτονόητο. Τα πάντα αμφισβητούνται και για τα πάντα ζητείται επιβεβαίωση. Οι Χριστιανικές Εκκλησίες λοιπόν προκαλούνται και πάλι να απαντήσουν για την αναγκαιότητά τους στην υπό διαμόρφωση του νέου κοινωνικού μοντέλου στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.

   Καλούνται να συμβάλλουν ώστε να δημιουργήσουν μία νέα συνείδηση στον άνθρωπο προκειμένου να γίνει περισσότερο αξιόπιστος και απαραίτητος και θετικά χρηστικός.

   Αυτό πρώτιστα θα το επιτύχουμε, ως Χριστιανοί αλλά και ως μέλη των Εκκλησιών μας, μόνον όταν καλλιεργηθούμε διαλεκτικά και ενισχυθούμε αλληλέγγυα.