Στη δασκάλα μου, Καθ. Δέσπω Αθ. Λιάλιου

 

Μεθοδολογική απορία

Τι θα γινόταν;

Και τι θα γινόταν εάν αφήναμε τον Θεό να ενεργεί ελεύθερα; Τι θα γινόταν εάν δεν εμποδίζαμε τον Θεό;

Τι θα γινόταν εάν πιστεύαμε ότι η Εκκλησία δεν είναι δική μας, αλλά για μας, με μόνο έναν απόλυτο αρχηγό, τον Θεό;

Τι θα γινόταν εάν δεν είχαμε την Εκκλησία ως μέσον να πραγματοποιήσουμε κρυφά τα απωθημένα μας, ως καταφύγιο για να κρύψουμε, ασυνείδητα βέβαια (;;;!!!), τις χειρότερές μας αδυναμίες;

Τι θα γινόταν μέσα στην Εκκλησία εάν είμασταν πράοι και υπάκουοι στο Πνεύμα. Τι θα γινόταν εάν δεν θέταμε τον εαυτό μας στη θέση του Κριτή Θεού.

Τι θα γινόταν εάν πιστεύαμε ακράδαντα σε αυτό που κηρύττουμε;

Τι θα γινόταν εάν, ενώ νομίζοντας ότι είμαστε συνεργοί του Θεού, θα καταλάβαμε ότι -στην πραγματικότητα- εναντιωνόμαστε σε Αυτόν; Ότι αντί να είμαστε χρηστοί, στην πραγματικότητα είμαστε αντί-χριστοί;

Τα πάντα και τους πάντες κρίνουμε. Διευθύνουμε, διοικούμε, εκλέγουμε, λογομαχούμε, απαγορεύουμε, καταριόμαστε, αναθεματίζουμε, εξορίζουμε, εξασκούμε, λοιπόν, ως Βικάριοι Χριστού στην γη[1], τα του Θεού μέσα στην Εκκλησία.

Ή μήπως όλα αυτά θυμίζουν μια εφηβική ου-τοπία; Μια ευσεβιστική σημερινή δυσ­-τοπία;

Τι θα γινόταν, δηλαδή, εάν; Εάν τι; Εάν αφήναμε λίγο χώρο στο Παράκλητο να δρα.

Εκκλησία ή Εταιρία;

Δένουμε και λύνουμε αμαρτίες. Αυτό είναι η αρχή, το βασικό κριτήριο ἐξ´οὕ απορρέουν τα λοιπά, ἐφ´ιὧ βασίζονται άπαντα τα ιερατικά καθήκοντα σε αυτό το θεανθρώπινου θεραπευτήριο, καλούμενο Εκκλησία.

Μια θεόθεν εξουσία, δηλαδή μια λειτουργία, μια δωρεά. Δίδεται και αίρεται άνωθεν: «οὐχ ὑμεῖς μὲ ἐξελέξασθε ἀλλ´ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς» (Ιω. 15: 16). Θεόθεν εξουσία σημαίνει διακονία. Η θεόθεν εξουσία εξασκείται με θεϊκά κριτήρια.

Αλλιώτικα μετατρέπεται σε κοσμική, ανθρώπινη εξουσία. Και τότε παύει η Εκκλησία. Εκεί είναι το όριό της. Και της αλήθειας. Ένα λάθος βήμα και εισερχόμαστε στην περιοχή της πλάνης. Ένα βήμα αριστερά και γίνεται η Εκκλησία συνδικάτο. Ένα βήμα δεξιά και γίνεται ONG. Ένα βήμα πίσω και πάλι συναγωγή. Η ισορροπία εξαρτάται από την εξάσκηση του απολύτου κριτηρίου.   

Το θεϊκό κριτήριο; Η αγάπη, η πίστη, η ταπείνωση, η προσευχή, η κάθαρση, η μετάνοια. Αυτά είναι τα μέσα. Ο Χριστός ο ίδιος: αυτός είναι το απόλυτο κριτήριο. Λένε ότι πράττουμε «εἰς τόπον καὶ τύπον Χριστοῦ», in Persona Christi. Κατά τις ιεροπραξίες; Part time, δηλαδή.  Τότε;

Εκκλησιαστικό Management

Εάν όντως νομίζουμε ότι εμείς διευθύνουμε της Εκκλησίας το πηδάλιον, τότε υπάρχει πρόβλημα. Εάν πάλι λέμε ότι ο Θεός όντως διευθύνει και από την άλλη πλευρά γινόμαστε manager της Εκκλησίας, και τότε υπάρχει χειρότερο πρόβλημα. Εάν, όμως, ισχυρισθούμε ότι ο Θεός αποκλειστικά διευθύνει την Εκκλησία εδώ και τώρα, ε τότε πάλι δεν παρουσιάζουμε την πλήρη εικόνα.

Υπάρχει μια ωραία έκφραση που χρησιμοποιείται στην Εκκλησία, ίσως σήμερα πομπώδη, αλλά εξ´ άλλης απόψεως βαθύτατης και υψίστης σημασίας: ἐλέῳ Θεοῦ. Διότι, όπως λέγει ο Μέγας Βασίλειος στην ωραία αυτή παρένθεση της αναφοράς του:  «(οὐ γὰρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς)». Προηγείται και η ομολογία «οὐ διὰ τὰς δικαιοσύνας ἡμῶν», αλλά «διὰ τα ἐλέη και τοὺς οἰκτοιρμούς σου». Τα πάντα στην Εκκλησία είναι δώρο, όπως και η Εκκλησία.

Τα πάντα στην Εκκλησία έχουν αρχή τον θείο έρωτα, την αγάπη, το έλεος, την φιλανθρωπία του Θεού. Ο Θεός μοιράζεται με μάς τη δράση του. Χάριτι! Ό,τι Εκείνος φύσει, εμείς χάριτι. Αυτή η άπειρη μοιρασιά δώρων και χαρισμάτων επιτρέπει εμάς τους ανθρώπους να ασκούμε λειτουργήματα, διακονήματα μέσα στην Εκκλησία για να μοιάζουμε τον Θεό. Η εξουσία δεν βρίσκεται στην καθεαυτή διακονία, αλλά στην ενέργεια να προβάλλω και να γεννήσω τον Χριστό διαμέσου της διακονίας: ανά-δημιουργία. Συνέργεια. Πολλαπλασιάζεται ο Χριστός σε κάθε επίσκοπο, σε κάθε ιερέα, σε κάθε διάκονο: για να πολλαπλασιάζεται σε κάθε άνθρωπο! Αυτοί αντανακλούν τη δόξα του με διαφορετικές βαθμίδες, δηλαδή μοιράζουν την άκτιστη ενέργειά Του με τις πράξεις τους, με τα λόγια τους, με τις χειρονομίες. Και πράξεις εδώ δεν εννοούνται μονάχα οι ιεροτελεστίες, αλλά κάθε πράξη, κάθε πρόθεση, πάντα και παντού.

Ἐλέῳ Θεοῦ: η άκτιστη ενέργεια που εκχέεται πλούσια σε κάθε ιερωμένο, σε κάθε άνθρωπο. Όμως, ο άνθρωπος πρέπει να την δεχτεί. Υπάρχει και το θέμα της δεκτικότητας. Υπάρχει το θέμα του αυτεξουσίου. Δεν είναι όλα αυτονόητα. Υπάρχουν και βαθμίδες στη δεκτικότητα των ανθρώπων: όχι όλοι όλα, όχι όλοι όλο. Εμείς αποφασίζουμε. Το θέμα είναι μη γίνουμε «αδιάβροχοι» στην Χάρη: αντ-ενέργεια. Τότε παύουμε την διακονία και ασκούμε εξουσία. Τότε παύει η Εκκλησία και γίνεται εταιρία. Έχουμε παραδείγματα πολλά στη Δύση. Και δυστυχώς στην Ανατολή.

Παράδοξο

Είπαμε θεανθρώπινο σώμα η Εκκλησία. Άρα η κατεξοχήν περιοχή του παραδόξου. Όποιος ζει στην Εκκλησία –ζει την Εκκλησία- ζει στην περιοχή του παραδόξου, όπου φύση και υπέρ-φύση συνυπάρχουν και εναρμονίζονται, όπου η συνέργεια είναι ο τρόπος, η μέθοδος λειτουργίας των λειτουργών και η εγγύησή τους,  όπου η αμαρτία γίνεται –όλως παραδόξως- πηγή ιάσεως και θαύματος, όπου το αυτεξούσιο του ανθρώπου «περὶ­-χωρεῖται» στην θεία ελευθερία και «πλατύνεται» χωρίς όριο.

Η Εκκλησία δεν είναι η άκτιστη βασιλεία του Θεού, αλλ´ ούτε είναι ανθρώπινη εταιρία, ή κοινωνία, ή κάστα. Η Εκκλησία είναι η περιοχή όπου σμίγουν εδώ και τώρα κτιστό και Άκτιστο, το απόλυτο με το σχετικό, μια δυναμική, περίπλοκη και δραματική περιοχή, πλήρη ζωής και ενέργειας –θείας και ανθρώπινης- μια παράδοξης περιοχής με πρωταγωνιστή τον άνθρωπο και αρχή και τέλος τον ίδιο τον Θεό.

Ούτως, η Εκκλησία είναι η περιοχή της ελευθερίας, εφόσον απελευθερώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του –ο παλαιός άνθρωπος- και του δείχνει ότι το «πρόσωπό» του θυμίζει Χριστό, - τον Αρχέτυπο- δηλαδή τελειότητα, θεία καταγωγή και τέλος.

Η Εκκλησία, λοιπόν, ελευθερώνει, δεν δεσμεύει, υψώνει, δεν κατακρίνει, δεν καταδικάζει, και όταν δένει αμαρτίες το κάνει με ένα αποκλειστικό σκοπό: την απολύτρωση, όχι την καθεαυτή κατάκριση και καταδίκη ενός εχθρού. Διότι η Εκκλησία δεν έχει εχθρούς.

Η Εκκλησία, τέλος, είναι η κατεξοχήν περιοχή της δράσεως του Πνεύματος. Το Πνεύμα, το Παράκλητο, το οποίο γεννά ζωή και μετὰ-ζωή· το οποίο ενώνει τα διεσπαρμένα, ανασταίνει τα νεκρά, φωτίζει τα σκοτισμένα, πολλαπλασιάζει τα όμορφα και ωραιοποιεί τα άμορφα· το οποίο μετατρέπει τη ζωή σε υπέρβαση της ζωής και τον θάνατο σε καθαρτήριο έλεος· το Πνεύμα της Αληθείας, που καθοδηγεί τα πάντα εἰς ὄλην τὴν ἀλήθειαν, στην συντέλειά της, στην άγνωστη γνώση που υπερβαίνει κάθε γνώση: το Πνεύμα που μας καθιστά αγράμματους, ασήμαντους, περιθωριακούς, και τέλος  αποτυχημένους σύμφωνα με τα κριτήρια «του αιώνος τούτου», εφόσον θεόμορφους, χριστοειδείς, πνεματοκίνητους.

Το Πνεύμα της ελευθερίας, το οποίο όλως ελεύθερα και κυρίαρχα  εναρμονίζει, συνδυάζει και ρυθμίζει τα συμβάντα στην κτιστή περιοχή προς την εκπλήρωση στης θείας Πρόνοιας, και τούτο σεβόμενο κάθε αυτεξούσια ενέργεια του ανθρώπου. Και δεν ομιλώ για προορισμό. Ούτε καταργώ των κτιστών λογικών όντων το αυτεξούσιο: «χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἀεὶ ἐφ´ἡμῖν ἐστιν· ἡ δὲ πρᾶξις πολλάκις κωλύεται κατὰ τινα τρόπον τῆς θείας προνοίας» (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις…. 40 Περί τῶν γινομένων). 

Η δράση –η όποια δράση- της Εκκλησίας, στην Εκκλησία, είναι δράση πνευματοκίνητη, κυρίαρχη, ζωαρχική, ερωτική, ελεύθερη, συνεργική, και όλως παραδόξως -ἐλέῳ Θεοῦ-  θεανθρώπινη. Αυτό προϋποθέτει την απόλυτή μας ελεύθερη συγκατάθεση, την πλήρη δεκτικότητα. Αλλιώτικα εμποδίζουμε. Ας μην εναντιωνόμαστε στην ενέργεια του Παρακλήτου, η οποία πραγματοποιείται, «ενσαρκώνεται», θέλουμε -ή δεν θέλουμε. Διότι άλλο ή ευδοκία του Θεού, άλλο η παραχώρηση (Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις…. 43 Περί Προνοίας). 

Το Πνεύμα δίδει και παύει τα χαρίσματα, εκλέγει τους λειτουργούς στα λειτουργήματα, διευθύνει τους οδοιπόρους ἐν τῇ ὁδῷ, τελειοποιεί, χριστοποιεί, και συνέχεια μας θυμίζει ότι οὐκ ἡμεῖς ἐξελέξαμεν Αὐτόν, ἀλλ´Αὐτός ἡμᾶς.

«τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις,

ἀλλ’ οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· 

οὕτως ἐστὶν πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ πνεὐματος.»
 

Κατά Ἰωάννην 3:8

 

[1]. Φημισμένος τίτλος της Δύσεως που απεχθάνονται ιδιαίτερα οι ορθόδοξοι.