Παρατηρώ εσχάτως την διόγκωση ενός φαινομένου, που προκαλεί τουλάχιστον απορία και προβληματισμό. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στην όλο και συχνότερη χρήση από Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος του μέσου της «επιστολής», ως τρόπου αφενός μεν επικοινωνίας με άλλους αδελφούς Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος, αφετέρου δε ασκήσεως κριτικής και αποδόσεως ευθυνών ή και μομφής για αντικανονική συμπεριφορά είτε κατά συνεπισκόπων είτε ακόμη και κατά της Α.Θ.Π του Οικουμενικού Πατριάρχου.

Και εδώ τίθενται δύο ερωτήματα:

α) ποια είναι η χρήση της «επιστολής» στην Εκκλησία και

β) μήπως η χρήση - κατά τα παραπάνω – της «επιστολής» συνιστά παράμετρο του δικαιώματος της ελευθερίας λόγου των επισκόπων;

Ως προς το πρώτο ερώτημα, λεκτέα τα εξής:

      Κατά τους ιερούς κανόνες, οι επιστολές εκδίδονται από Επίσκοπο, απευθύνονται σε Επίσκοπο και δηλώνουν και αποδεικνύουν την «κανονική κατάσταση» του κομιστή τους. Διακρίνονται, δε, σε απολυτικές – ειρηνικές και σε συστατικές.

Απολυτικές – ειρηνικές (βλ. σχετικώς 11ο της Δ΄ Οικουμενικής, 17ο  της Πενθέκτης, 10ο  της Ζ΄ Οικουμενικής, 7ο και 8ο της Αντιοχείας, 41ο και 42ο της Λαοδικείας, 23ο και 104ο της Καρθαγένης) είναι οι επιστολές, που δίδονται στους κληρικούς από τον προϊστάμενό τους, προκειμένου αυτοί να εξέλθουν της επαρχίας: α) είτε γιατί υπάρχει ανάγκη να επισκεφθούν τον βασιλέα και β) είτε για να εγκατασταθούν σε άλλη επαρχία λόγω μεταθέσεως και αλλαγής κανονικής δικαιοδοσίας. (βλ. τα ερμηνευτικά σχόλια των Ι. Ζωναρά, Θ. Βαλσαμώνος και Α. Αριστηνού υπό τον 11ο κανόνα της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου σε Σύνταγμα Ράλλη – Ποτλή, Τόμος Β΄, 243-246).

Συστατικές επιστολές (βλ. σχετικώς 11ο  και 13ο της Δ΄ Οικουμενικής, 8ο της Αντιοχείας, 41ο και 42ο της Λαοδικείας, 89ο της Καρθαγένης, 12ο  και 33ο των Αποστόλων) είναι οι επιστολές που δίδονται από επίσκοπο σε κληρικούς προς απόδειξη της χειροτονίας τους και σε λαϊκούς ή κληρικούς που έχουν αφορισθεί προς δήλωση της υφιστάμενης ποινής. (βλ. τα ερμηνευτικά σχόλια ο.π.).

      Περαιτέρω, η «επιστολή» ως μέσον επικοινωνίας μεταξύ επισκόπων χρησιμοποιείται επίσης και προς γνωστοποίηση αποφάσεων κανονικής φύσεως. Ούτως:

Α) Ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος του 1850 προβλέπει, ότι:

 α) ο Πρόεδρος της Ιεράς συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, αναγορευόμενος, οφείλει κατά τας κανονικάς και πατροπαραδότους διατυπώσεις να αποστείλει τα αναγκαία συνοδικά γράμματα προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη και τους λοιπούς Πατριάρχες, όπως πράττουν και αυτοί κατά την δική τους αναγόρευση.

 β) στα συμπίπτοντα εκκλησιαστικά θέματα, τα οποία απαιτούν σύσκεψη και σύμπραξη με σκοπό την μέγιστη οικονομία και στήριξη της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος αναφέρεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη και την περί αυτόν Ιερά Σύνοδο, ο δε Οικουμενικός Πατριάρχης μαζί με την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου παρέχει προθύμως την σύμπραξή του, ανακοινώνοντας τα δέοντα στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Β) Η Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη του 1928 προβλέπει, ότι:

α) Όρος Ζ΄

1. Η χηρεία και η πλήρωση επαρχίας που ανήκει στην περιοχή δικαιοδοσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγγέλεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη από τον Πρόεδρο της Ιεράς Συνόδου Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών

2. Το αντίγραφο του υπομνήματος της εκλογής των αποκαθισταμένων αρχιερέων αποστέλλεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη από τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών

3. Η κατά την χειροτονία αρχιερατική Ομολογία των ως ανωτέρω αρχιερέων αποστέλλεται επίσης στον Οικουμενικό Πατριάρχη, σε κάθε περίπτωση που πρόκειται για νεωστί χειροτονούμενο.

4. Η πρόσκληση των Μητροπολιτών του Οικουμενικού Θρόνου για να συμμετάσχουν στην εν Αθήναις Ιερά Σύνοδο, στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο και στο Εποπτικό Συμβούλιο της Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως, καθώς και στις γενικές συνόδους της Ιεραρχίας αναγγέλεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη.

5. Η ανάληψη των ποιμαντορικών καθηκόντων αναγγέλεται στον Οικουμενικό Πατριάρχη με ιδιαίτερο γράμμα του εκλεγέντος νέου αρχιερέα, που αποστέλλεται μέσω της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

β) Όρος Η΄

1. Αντίγραφο των τακτικών ετησίων εκθέσεων προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, που συντάσσουν οι αρχιερείς των πατριαρχικών επαρχιών σχετικώς με την εκκλησιαστική κατάσταση των επαρχιών τους, αποστέλλονται κατ’ έτος στον Οικουμενικό Πατριάρχη.

Στις ανωτέρω κατηγορίες, θα πρέπει να προστεθούν οι συγχαρητήριες επιστολές επ’ ευκαιρία εκλογής, χειροτονίας, αναλήψεως ποιμαντορικών καθηκόντων κ.λ.π., καθώς και οι ευχετήριες επιστολές επ’ ευκαιρία κάποιας εορτής ή επετείου, οι οποίες συντάσσονται και ανταλλάσσονται χάριν φιλοφρονήσεως.

Όλα τα παραπάνω είδη επιστολών: α) συνιστούν θεσμικές ενέργειες, β) εκπροσώπων εκκλησιαστικών φορέων – θεσμών και γ) που αποσκοπούν στη ρύθμιση θεσμικών ζητημάτων της Εκκλησίας.  Υπό αυτές τις προϋποθέσεις οι ως άνω επιστολές  εντάσσονται στο πλαίσιο της οργανωτικής δομής της Εκκλησίας, της οποίας την ορθή λειτουργία καλούνται να υπηρετήσουν. Συνεπώς, επιστολές που φέρουν τα στοιχεία προσωπικής αντιπαραθέσεως και χαρακτηριστικά προσωπικών διαξιφισμών, εκφεύγουν του θεσμικού ρόλου της επιστολής, όπως αυτός προσδιορίσθηκε παραπάνω, και αντιμετωπίζονται ως ιδιωτικού χαρακτήρα ενέργειες, οι οποίες επιφέρουν και τις συνέπειες του κοινού Δικαίου, καθώς και την γένεση αστικών και ποινικών ευθυνών.    

Ως προς το δεύτερο ερώτημα, λεκτέα τα εξής:

Το δικαίωμα ελευθερίας λόγου των επισκόπων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ως δικαίωμα διατυπώσεως γνώμης – ιδίως διαφορετικής, όπου και έχει μεγαλύτερη αξία η απόλαυση αυτού του δικαιώματος -  εκφράζεται θεσμικώς μόνον εντός του πλαισίου εργασιών του συνοδικού οργάνου (βλ. 37ο Αποστόλων, 8ο της Πενθέκτης, 6ο της Ζ΄ Οικουμενικής, 20ο της Αντιοχείας, 18ο της Καρθαγένης).

Η Εκκλησία, μάλιστα, όχι απλώς ανέχεται το δικαίωμα αυτό αλλά το έχει ήδη αναγνωρίσει και έχει αποδεχθεί επισήμως την ύπαρξή του, εντάσσοντάς το στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων. Ούτως, με τον με τον 6ο κανόνα της Α΄ Οικουμενικής συνόδου, και ειδικότερα με την παράγραφο 4 αυτού αναγνώρισε και αποδέχθηκε την περίπτωση της αντιλογίας (διαφωνίας) και αναπροσάρμοσε το όλο σύστημα λήψεως αποφάσεων, που μέχρι τότε στηριζόταν στην αρχή της ομοφωνίας, εντάσσοντας σ’ αυτό ως αρχή λήψεως αποφάσεων και την αρχή της πλειοψηφίας: «Ἐὰν μέντοι τῇ κοινῇ πάντων ψήφῳ, εὐλόγῳ οὔσῃ, καὶ κατὰ κανόνα ἐκκλησιαστικόν, δύο, ἢ τρεῖς δι᾿ οἰκείαν φιλονεικίαν ἀντιλέγωσι, κρατείτω ἡ τῶν πλειόνων ψῆφος».

Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις που η διάσταση απόψεων μεταξύ επισκόπων δεν λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνοδικού οργάνου αλλά παίρνει τη μορφή προσωπικής διαστάσεως και αντιπαραθέσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επισκόπων, οι οποίοι όμως και στην αντιπαράθεση αυτή δεν παύουν να ενεργούν ως θεσμικά όργανα της Εκκλησίας. Εκφράσεις τέτοιας αντιπαραθέσεως αντιμετώπισε η Ορθόδοξη Εκκλησία αρκετές και για το λόγο αυτό τις ρύθμισε και διά της κανονικής νομοθεσίας.

Η πρώτη περίπτωση είναι αυτή της αντιπαραθέσεως επισκόπου προς ανώτερό του. Με τους κανόνες 9ο (…Εἰ δέ πρός τόν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην, ἐπίσκοπος, ἤ κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τόν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἤ τόν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καί ἐπ’ αὐτῷ δικαζέσθω..) και 17ο (…Εἰ δέ τις ἀδικοῖτο παρά τοῦ ἰδίου μητροπολίτου, παρά τῷ ἐξάρχῳ τῆς διοικήσεως, ἤ τῷ Κωνσταντινουπόλεως θρόνῳ δικαζέσθω, καθά προείρηται…) της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου (βλ. τα κείμενα των κανόνων σε Αν. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 26 και 28) παρέχεται το δικαίωμα στον θιγόμενο επίσκοπο να προσφύγει στον Έξαρχο της Διοικήσεως ή στον Οικουμενικό Θρόνο.

Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή της αντιπαραθέσεως επισκόπου προς συνεπίσκοπό του. Με τον 3ο κανόνα της συνόδου της Σαρδικής (…Καί τοῦτο δέ ὡσαύτως προνοητέον, ὥστε, ἐάν τινι ἐπαρχίᾳ ἐπισκόπων τις ἄντικρυς άδελφοῦ ἑαυτοῦ και συνεπισκόπου πρᾶγμα σχοίη, μηδένα ἕτερον ἐκ τούτων ἀπό ἑτέρας ἐπαρχίας ἐπισκόπους ἐπιγνώμονας ἐπικαλείσθαι…) (βλ. το κείμενο του κανόνα σε Αν. Βαβούσκου, Κώδικας Νομοκανονικός, εκδ. Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2016, 116) παρέχεται το δικαίωμα της εναγωγής της αντιπαραθέσεως στην σύνοδο, στην οποία μετέχουν οι αντιπαρατιθέμενοι επίσκοποι. 

Συνεπώς, όταν ομιλούμε περί δικαιώματος ελευθερίας λόγου των επισκόπων, αναφερόμαστε στην ελεύθερη διατύπωση γνώμης – ιδίως διαφορετικής – εντός του πλαισίου των εργασιών της συνόδου. Διατύπωση διαφορετικής γνώμης εκτός του πλαισίου αυτού δεν εντάσσεται στο εννοιολογικό περιεχόμενο του ως άνω δικαιώματος.

Συμπερασματικώς και εν κατακλείδι, η σύνταξη επιστολής από επίσκοπο και η απεύθυνσή της σε συνεπίσκοπο και στη συνέχεια η δημοσιοποίησή της, ως τρόπος διατυπώσεως απόψεων και θέσεων επί θεσμικών ή συναφών προς αυτά ζητημάτων της Εκκλησίας, βρίσκεται εκτός των ορίων χρήσεως του μέσου αυτού, όπως αυτά τα όρια τίθενται από την κανονική νομοθεσία και τις κανονιστικές αποφάσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Περαιτέρω, η μέθοδος αυτή διατυπώσεως θέσεων και απόψεων δεν συνιστά επίσης άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου των επισκόπων, αφού αυτό (εννοείται το δικαίωμα) ασκείται εντός του πλαισίου των εργασιών του συνοδικού οργάνου και όχι μέσω της αντιπαραθέσεως σε προσωπικό επίπεδο - και εκτός συνόδου - θεσμικών φορέων της Εκκλησίας και μελών του οργάνου αυτού. Τέτοια συμπεριφορά τραυματίζει και το κύρος αλλά και την σημασία του ίδιου του συνοδικού συστήματος ως συστήματος διοικήσεως.