Mε ιδιαίτερη λαμπρότητα τελούνται οι εορτασμοί για τον Άγιο Βλάσιο τον Ακαρνάνα στην Πάλαιρο της Αιτολοακαρνανίας. Είναι ο πρώτος εορτασμός του Αγίου Ιερομάρτυρος και των συν Αυτώ συμμαρτυρησάντων συνασκητών του ύστερα από την απόφαση Αγιοκατατάξεώς τους από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το πρωί της Παρασκευής, ανήμερα της εορτής, τελέστηκε πανηγυρική θεία λειτουργία προεξάρχοντος του Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Αμφιλοχίου, εκπροσώπου του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, και συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Πατρών Χρυσοστόμου, Λευκάδος και Ιθάκης Θεοφίλου, Άρτης Καλλινίκου, Νικοπόλεως και Πρεβέζης Χρυσοστόμου και του επιχωρίου Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμά, στον περίβολο του μικρού Ναού που ανεγέρθηκε επί του σημείου του μαρτυρίου και του ενταφιασμού του Αγίου και των συνασκητών του, στην περιοχή των Σκλαβαίνων, λίγο έξω από την Πάλαιρο.

Από νωρίς το πρωί πλήθος πιστών κατέκλυσε το μικρό Ναό που βρίσκεται στην κορυφή του λόφου με θέα τον γραφικό Όρμο της Παλαίρου. Άλλωστε η φήμη του νεοφανούς και θαυματουργού Αγίου και των έξι συνασκητών του, που μαρτύρησαν το 1006 από τα χέρια αγαρινών πειρατών, έχει ξεπεράσει τα όρια της Ακαρνανίας προσελκύοντας προσκυνητές από κάθε γωνιά της χώρας οι οποίοι με πολύ ευλάβεια προσέρχονται ενώπιον των διασωζώμενων Ιερών λειψάνων Τους. Μεταξύ των πιστών ο Πρόεδρος της Κοινότητας Παλαίρου, Δημήτρης Στάχτιαρης  και ο πολιτευτής στο Νομό Αιτολοακαρνανίας, Γιώργος Βασιλείου.

Ο σεμνός Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Αρχιμ.Επιφάνιος, ανέγνωσε την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη Αγιοκατατάξεως του Αγίου Βλασίου του Ακαρνάνα και των συνασκητών του ενώ το θείο λόγο κήρυξε ο Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Αμφιλόχιος.

Προ της Απολύσεως μίλησε ο επιχώριος Μητροπολίτης Κοσμάς ο οποίος, μεταξύ άλλων, για ακόμη μία φορά ευχαρίστησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Θρόνου για την Αγιοκατάταξη του λαοφιλούς Αγίου.

 

Διαβάστε στη συνέχεια την Πράξη Αγιοκαταταξεως του Αγίου Βλασίου του Ακαρνάνα και των συμμαρτυρησάντων έξι συνασκητών του, το κήρυγμα του Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Αμφιλοχίου και την ομιλία του Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμά:

1. Πράξη Αγιοκαταταξεως

Ἀριθμ. Πρωτ. 920

Πρᾶξις

Κατατάξεως εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας

τῶν Ἱερομαρτύρων Ἀρχιμανδρίτου Βλασίου, τοῦ Ἀκαρνᾶνος, Ἡγουμένου

τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Σκλαβαίνων,

Ἀρχιμανδρίτου Θεοκλήτου, Ἱερομονάχων Συμεών καί Ἰγνατίου

καί Μοναχῶν Νικηφόρου, Χαρίτωνος καί Παντελεήμονος,

τῇ ζ’ Ἰουλίου τοῦ σωτηρίου ἔτους ͵ας’

ἐν Σκλαβαίνοις Ἀκαρνανίας μαρτυρησάντων

Τούς τεκμήρια ἔκτακτα τῆς εἰς Χριστόν πίστεως αὐτῶν παρεχομένους καί ὑπέρ ταύτης μαρτυρικῶς τελειουμένους, ὕμνοις καί ἐγκωμίοις ἐσαεί μετά πάσης εὐλαβείας σεμνύνειν καί γεραίρειν ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ οἶδεν Ἐκκλησία, καί ἅμα τήν τούτων ἐπικαλεῖσθαι μεσιτείαν πρός τόν φιλάνθρωπον Θεόν ὑπέρ ἀφέσεως ἁμαρτιῶν, ἴασεως ἀσθενῶν καί ἁπαξαπλῶς ὠφελείας ψυχικῆς του Χριστωνύμου πληρώματος.

Ἐπειδή τοίνυν τοιαῦτα ἔκτακτα τεκμήρια τῆς εἰς Χριστόν πίστεως αὐτῶν παρέσχον καί ὁ Ἀρχιμανδρίτης Βλάσιος, Ἡγούμενος τῆς ἐν Σκλαβαίνοις Ἀκαρνανίας Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, καί οἱ σύν αὐτῷ Ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος, Ἱερομόναχοι Συμεών καί Ἰγνάτιος καί Μοναχοί Νικηφόρος, Χαρίτων καί Παντελεήμων, μαρτυρικῶς τελειωθέντες κατά τήν ζ’ Ἰουλίου τοῦ σωτηρίου ἔτους ͵ας’, ἡ Μετριότης ἡμῶν μετά τῶν περί ἡμᾶς Ἱερωτάτων Μητροπολιτῶν καί ὑπερτίμων, τῶν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἡμῖν ἀδελφῶν καί συλλειτουργῶν, ὑπ' ὄψιν λαβόντες, τόν ὅσιον βίον καί τήν μαρτυρικήν τούτων τελευτήν, καθ’ ἅ ὑπέβαλε τῇ Ἐκκλησίᾳ διά τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁ ἐπιτόπιος Ἱεράρχης Ἱερώτατος Μητροπολίτης Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κύριος Κοσμᾶς, ἅμα καί περί τοῦ πρός αὐτούς σεβασμοῦ τῶν πιστῶν τῆς θεοσώστου ἐπαρχίας Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας, πεποιθότων ἀεί καί πιστευόντων περί τῆς ἁγιότητος αὐτῶν καί ἤδη ναούς ἐπ’ ὀνόματι αὐτῶν ἀνεγειράντων, καί περί τῆς κοινῆς δέ πάντων ἐπιθυμίας καί παρακλήσεως περί κατατάξεως αὐτῶν ἐν τῇ τῶν Ἁγίων χορείᾳ, ἔγνωμεν, τῷ κοινῷ τῆς Ἐκκλησίας ἔθει κατακολουθοῦντες, τήν προσήκουσαν τοῖς ὁσιομάρτυσι τούτοις ἀπονέμειν τιμήν.

Διό καί θεσπίζομεν Συνοδικῶς καί διοριζόμεθα καί ἐν Ἁγίῳ διακελευόμεθα Πνεύματι, ὅπως ἀπό τοῦ νῦν καί εἰς τό ἑξῆς εἰς αἰῶνα τόν ἅπαντα οἱ εἰρημένοι Ἀρχιμανδρίτης Βλάσιος, Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Σκλαβαίνων, ὁ Ἀκαρνάν, Ἀρχιμανδρίτης Θεόκλητος, Ἱερομόναχοι Συμεών καί Ἰγνάτιος, Μοναχοί Νικηφόρος, Χαρίτων καί Παντελεήμων, μαρτυρικῶς τελειωθέντες, συναριθμῶνται τοῖς Ὁσιομάρτυσι καί Ἁγίοις τῆς Ἐκκλησίας, τιμώμενοι παρά τῶν πιστῶν καί ὕμνοις ἐγκωμίων γεραιρόμενοι κάτ’ ἔτος τῇ ζ’ Ἰουλίου, ᾗ ἡμέρᾳ συνέπεσε τό μαρτύριον αὐτῶν.

Εἰς ἔνδειξιν δέ τούτου καί βεβαίωσιν ἐγένετο καί ἡ παροῦσα Πατριαρχική ἡμῶν καί Συνοδική Πρᾶξις, καταστρωθεῖσα μέν καί ὑπογραφεῖσα ἐν τῷδε τῷ Ἱερῷ Κώδικι τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, ἐν ἴσῳ δέ καί ἀπαραλλάκτῳ ἀποσταλεῖσα τῷ Μακαριωτάτῳ Ἀρχιεπισκόπῳ Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κυρίῳ Ἱερωνύμῳ πρός διαβίβασιν τῷ Ἱερωτάτῳ Μητροπολίτῃ Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας κυρίῳ Κοσμᾷ, πρός ἐπ’ ἐκκλησίας ἀνάγνωσιν καί κατάθεσιν εἶτα ἐν τοῖς Ἀρχείοις τῆς κάτ’ αὐτόν Ἱερᾶς Μητροπόλεως.

Ἐν ἔτει σωτηρίῳ ͵βις’, κατά μῆνα Αὔγουστον (κθ’)

Ἐπινεμήσεως Θ’

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος ἀποφαίνεται

+ ὁ Περγάμου Ἰωάννης                      + ὁ Ντένβερ Ἠσαΐας

+ ὁ Ἀτλάντας Ἀλέξιος                        + ὁ Πριγκηποννήσων Ἰάκωβος 

+ ὁ Προικοννήσου Ἰωσήφ                  + ὁ Φιλαδελφείας Μελίτων

+ ὁ Γαλλίας Ἐμμανουήλ                    + ὁ Δαρδανελλίων Νικήτας 

+ ὁ Ντητρόϊτ Νικόλαος                      + ὁ Ἁγίου Φραγκίσκου Γεράσιμος

+ ὁ Σηλυβρίας Μάξιμος                     + ὁ Ἀδριανουπόλεως Ἀμφιλόχιος

 

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 26ῇ Σεπτεμβρίου 2016

ὁ Ἀρχιγραμματεύων τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου

+ ὁ Σμύρνης Βαρθολομαῖος

 

2. Κήρυγμα του Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Αμφιλοχίου

Πολυσέβαστε Μητροπολῖτα ἅγιε Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κε Κοσμᾶ,

Θεόλεκτος τῶν Ἀρχιερέων ὁμήγυρις,

Τίμιον Πρεσβυτέριον,

Εὐλογημένοι πανηγυριστὲς καὶ θεράποντες τοῦ ἁγίου Βλασίου τοῦ Ἀκαρνάνος,

«Πᾶσα ἱλαρὰ ἡμέρα, ἐν ᾗ προτέτακται, ὡς ἐν ἁγίᾳ τάδε τινὰ ποιεῖν παρὰ τὰς λοιπὰς ἐξαίρετα, ἑορτὴ καλεῖται. Οὐ πᾶσα δέ ἐστι πανήγυρις· ἀλλὰ κατὰ τοὔνομα, ὅτε ἐπὶ τὸ αὐτὸ συναθροίζονται πανταχόθεν. Ὥστε ἡ μὲν πανήγυρίς ἐστι καὶ ἑορτή· οὐκέτι δὲ ἑορτὴ, καὶ πανήγυρις· οἷον· Σάββατα καὶ Νουμηνίαι, ἑορταί εἰσιν· Ἄζυμα δέ, καὶ ἡμέραι τῶν Ἑβδομάδων, καὶ Σκηνοπηγίαι οὐ μόνον ἑορταί, ἀλλὰ καὶ πανηγύρεις»[1], κατὰ τὸν χαλκέντερο Ὠριγένη∙ τοῦτ’ ἔστιν ἑορτὴ ὀνομάζεται ἡμέρα κλητή, δηλαδὴ ξεχωριστὴ καὶ ἐξαιρετικὴ καὶ ἐπίσημος. Μὲ ἕναν λόγο, καθ’ ὁλοκληρίαν ἀφιερωμένη καὶ ἀνατεθειμένη στὸν Θεὸ καὶ τὴν λατρεία του. Καὶ πλεόν τῆς ἑορτῆς, ἡ πανήγυρις∙ δηλαδὴ ἑορτὴ λαμπρὰ καὶ πάνδημος, ὅπου οἱ πιστοὶ συναθροίζονται ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ ἑορτάσουν καὶ νὰ τιμήσουν τὴν ἡμέρα τὴν μεγάλη καὶ σπουδαία.

Μιὰ τέτοια σημαίνουσα καὶ περίλαμπρος πανήγυρις εἶναι καὶ ἡ σημερινή, ὄχι μόνο γιὰ τὴν περιοχὴ καὶ τὴν Μητρόπολι ἐτούτη, ἀλλὰ γιὰ ὅλη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἡ ἡμέρα ὅπου γιὰ πρώτη φορὰ τιμᾶται καὶ μεγαλύνεται ὁ ἅγιος Ἱερομάρτυς Βλάσιος ὁ ἐν Σκλαβαίνοις, ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς, μετὰ τὴν ἀναγραφή του στὶς ἁγιολογικές μας Δέλτους ὑπὸ τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας κατόπιν τῶν ἐνεργειῶν τοῦ σεβασμίου καὶ ταπεινοῦ Ποιμενάρχου τῆς ἁγιοτόκου Μητροπόλεως Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κου Κοσμᾶ.

Ὅπως ἤδη ἀκούσαμε ὁ Λαὸς Ἰσραὴλ ἑόρταζε «Σάββατα καὶ Νουμηνίας... Ἄζυμα δέ, καὶ ἡμέρας τῶν Ἑβδομάδων, καὶ Σκηνοπηγίας...», ὅμως οἱ ἑορτὲς αὐτὲς ἦταν ὄχι μόνο μάταιες καὶ ἀνωφελεῖς, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὶς ἀπεστρέφετο, ὅπως λέγει ὁ μεγαλοφωνότατος Ἠσαΐας: «τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰ σάββατα καὶ ἡμέραν μεγάλην οὐκ ἀνέχομαι· νηστείαν καὶ ἀργίαν καὶ τὰς νουμηνίας ὑμῶν καὶ τὰς ἑορτὰς ὑμῶν μισεῖ ἡ ψυχή μου»[2]. Καὶ τοῦτο ὄχι μόνον ἐπειδὴ ὁ λαὸς ἐγκατέλειψε καὶ παρώργισε τὸν Κύριο, ἀλλά, διότι οἱ θυσίες καὶ ἡ λατρεία τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ πόρρῳ ἀπεῖχαν ἀπὸ τὴν «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»[3] λατρεία καὶ προσκύνηση τῆς τρισοφαοῦς Θεότητος τὴν ὁποία διδάσκει ὁ Κύριος. Ἄλλωστε, θὰ παραγγέλλῃ ἀργότερα ὁ θεῖος Ἀπόστολος νὰ «ἑορτάζωμεν μὴ ἐν ζύμῃ παλαιᾷ, μηδὲ ἐν ζύμῃ κακίας καὶ πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρινείας καὶ ἀληθείας»[4].

Στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία μία κυρίως ἑορτὴ καὶ πανήγυρις ὑφίσταται καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴν λαμπροφόρο Ἀνάστασi τοῦ Κυρίου, «αὕτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων»[5], κατὰ τὸν θεῖο Δαμασκηνό. Ἡ ἁγία Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου μας βιώνεται «ἐπαναλαμβανομένη καὶ μηδέποτε κενουμένη» σὲ κάθε θεία Λειτουργία κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἢ σὲ οἱαδήποτε εὔσημη ἡμέρα, ὅπως ἡ μνήμη τοῦ πολυάθλου Μάρτυρος Βλασίου τοῦ Ἀκαρνάνος καὶ τῶν σὺν Αὐτῷ μαρτυρικῶς τελειωθέντων, ὅπου Χριστὸς ὁ Θεὸς ὁμολογεῖται καὶ ἐπιγνοῦται, καθὼς λέγει ὁ ἁγιος Γρηγόριος Νύσσης: «Ἑορτή ἐστιν ἡ τοῦ ὄντως ὄντος ὁμολογία τε καὶ ἐπίγνωσις»[6].

Θεία Λειτουργία, τέλεση δηλαδὴ τῆς Εὐχαριστίας, καὶ μαρτυρικὴ Μνήμη συνδέθηκαν ἐνωρίτατα στὴν συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀπετέλεσαν ἑνότητα ἀδιάσπαστη. Ἡ Ἐκκλησία ἐθεώρησε τὸ μαρτύριο τὴν πλέον καταφανῆ καὶ ἄμεση ἀπόδειξι ἁγιότητος καὶ τίμησε ἤδη ἀπὸ τοὺς Ἀποστολικοὺς χρόνους τοὺς μάρτυρες ὡς ἁγίους καὶ μάλιστα διὰ τῆς τελέσεως τῆς Εὐχαριστίας ἐπάνω εἰς τοὺς τάφους τους. Εἶναι στενοτάτη ἡ συνάφεια καὶ ἡ σχέση τῆς μαρτυρικῆς θυσίας, ὅπως αὐτῆς τοῦ ἁγίου Βλασίου καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, μὲ τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ τὴν ἐπαναλαμβανόμενη σὲ κάθε θεία Λειτουργία. Ὁ μάρτυς προσφέρει τὸ αἷμα του -ὄχι ἀσφαλῶς ὡς ἐξιλασμὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, αὐτὸ τὸ ἔκανε ἅπαξ διὰ παντὸς ὁ Ἰησοῦς ἐπάνω στὸν Σταυρό- ἀλλὰ ὡς ἐλάχιστο ἀντίδωρο καὶ ἀσήμαντη εὐχαριστία στὸν Κύριο γιὰ ὅσα Ἐκεῖνος ἔκανε γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ὁ μάρτυρας σὲ μιὰ κίνηση παράφορης καὶ ἐκστατικῆς ἀγάπης ἀντιπροσφέρει τὴ ζωή του καὶ τὸ σῶμα του καὶ τὸ αἷμα του σ’ Αὐτὸν ποὺ χαρίζει τὴν ζωή, τὴν ὄντως ζωή, σ’ Αὐτὸν ποὺ ε ἶ ν α ι ἡ ὄντως ζωή.

Ὁ μάρτυρας ἀγαπᾶ τὸν Χριστὸ καὶ διὰ τοῦ μαρτυρίου ποθεῖ νὰ συναντηθῇ μαζί Του καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μιὰ πράξη φυγῆς καὶ ἐγκαταλείψεως τοῦ κόσμου, ἀλλὰ πράξι μεγίστης ἀγάπης πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς καθ’ ὅσον δίδει παράδειγμα καὶ ὑποτύπωσι καὶ φανερώνει μὲ τὸν πλέον εὔγλωττο καὶ ἐναργῆ τρόπο τὴν δυνατότητα ὁμοιώσεως καὶ ἑνώσεως μὲ τὸν Χριστό. Ὁ μάρτυρας ὁμοιώνεται κατὰ πάντα πρὸς τὸν Χριστό, γίνεται ἐγγύτερος καὶ συγγενέστερος τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ κάθε ἄλλον. «Μαρτύρων γὰρ τοῖς τοῦ Χριστοῦ μυστηρίοις οὐδὲν συγγενέστερον, οἷς πρὸς αὐτὸν τὸν Χριστὸν καὶ σῶμα καὶ πνεῦμα καὶ θανάτου σχῆμα καὶ πάντα κοινά»[7], κατὰ τὸν ἅγ. Νικόλαο Καβάσιλα. Ὁ μάρτυρας γίνεται ὁμότροπος τοῦ Χριστοῦ, μετέχει τοῦ πάθους Του καὶ εἶναι ἀπόλυτα βέβαιος ὅτι θὰ λάβῃ μέρος στὴν Ἀνάστασι γι’ αὐτὸ καὶ τίποτα δὲν τὸν  πτοεῖ. Θὰ μποροῦσε κανείς, μὲ ἕναν λόγο νὰ πῇ πὼς οἱ Μάρτυρες -ἄνδρες καὶ γυναῖκες- εἶναι οἱ πρῶτοι καὶ οἱ αὐθεντικότεροι μιμητὲς τοῦ Κυρίου, εἶναι οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι πραγματώνουν καὶ ὑποστασιάζουν τὴν εὐαγγελικὴ ζωὴ στὴν πληρότητά της καὶ στὴν πλέον ἀληθῆ της ἔκφρασι καὶ ἔκφανσι.

Ἕνας τέτοιος μιμητὴς τοῦ Κυρίου μας εἶναι ὁ ὁσιομάρτυς πατὴρ ἡμῶν Βλάσιος καὶ ἡ ἁγιόλεκτος χορεία τῶν σὺν αὐτῷ τελειωθέντων. Παρέλκει κανεὶς νὰ ἀναφερθῇ στὸν βίο καὶ τὴν πολιτεία τοῦ ἁγίου Μάρτυρος Βλασίου, ὄχι μόνον ἐπειδὴ ἐλάχιστα γνωρίζουμε, ἀλλὰ κυρίως διότι ἡ παρουσία του ἐδῶ σὲ τοῦτο τὸν ὄμορφο καὶ εὐλογημένο τόπο εἶναι ζῶσα καὶ ἐναργὴς καὶ ψηλαφητή. Ὅλοι τὸν γνωρίζουν, ὅλοι τὸν ἐπικαλοῦνται, γιὰ ὅλους στέκεται φίλος καὶ συμπαραστάτης ὀτρηρός. Καὶ ὅμως γιὰ περισσότερα ἀπὸ χίλια ἔτη οἱ πολύαθλοι αὐτοὶ στρατιῶτες τοῦ Κυρίου ἦταν ἄγνωστοι στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν ὅμως γνωστοὶ στὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος διὰ πολλῶν καὶ θαυμαστῶν σημείων στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ἀποκαλύπτει τὴν ὕπαρξί τους καὶ τὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου καὶ τὰ χαρυτόβρυτα λείψανά τους. Τὰ λείψανα καὶ τὰ σκηνώματα τῶν ἁγίων μας δὲν ἀποτελοῦν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ πῶ, ἁπλῶς «ἱερὰ ἀντικείμενα»· εἶναι σημεῖα καὶ ἀποδείξεις τῆς παρουσίας τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ «τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ»[8], κατὰ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου.

Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἁγιότης δὲν μπορεῖ νὰ μείνῃ κρυφή· φανερώνεται μέσα στὸν κόσμο καὶ καταυγάζει τὴν σύμπασα ὄχι μὲ ἰαχὲς καὶ θορύβους, ἀλλὰ μυστικὰ καὶ ὑπόρρητα ὡς «φωνὴ αὔρας λεπτῆς»[9]. Ἡ παρουσία ἑνὸς ἁγίου εἶναι μιὰ θεοφάνεια μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ φανέρωσι τῆς Ἐρχομένης Βασιλείας στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τῶρα. Ὁ ἅγιος εἶναι ὁ τόπος ποὺ ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, εἶναι μιὰ εἰκόνα τῶν Ἐσχάτων, μιὰ μαρμαρυγὴ τῆς θείας ὡραιότητος. Ὁ ἅγιος εἶναι Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος καὶ ἐρχόμενος καὶ σαρκούμενος· ὁ ἅγιος εἶναι –τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων- ἕνας Χριστὸς τῆς ἐποχῆς του καὶ τοῦ τόπου του.

Τὸ μαρτύριο τοῦ ἀρχιδιακόνου Στεφάνου, ὅπως περιγράφεται στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων φανερώνει τὸν κατ’ ἐξοχὴν δοξολογικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ χαρακτῆρα τῆς θυσίας τοῦ Πρωτομάρτυρα καὶ συνεπῶς κάθε μάρτυρα, «ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν· Ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα»[10]. Ἡ ἔκφραση «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου» ἀναφέρεται χαρακτηριστικὰ στὸν ἐσχατολογικὸ Χριστὸ τῆς Βασιλείας. Ἐξ ἄλλου οἱ ἁγιοι Μάρτυρες, ὅπως ὁ σήμερον ἑορταζόμενος ἅγιος Βλάσιος, δὲν εἶναι παρὰ παραδείγματα, σκιὲς καὶ ἀντικατοπτρισμοὶ τῶν Ἐσχάτων μέσα στὸν κόσμο καὶ τὸ ἱστορικὸ «γίγνεσθαι». Εἶναι οἱ πολῖτες τῆς Βασιλείας ποὺ μὲ τὴν ἑκούσια θυσία τους πραγματώνουν τὸν εὐαγγελικὸ τρόπο τῆς ὑπάρξεως, γίνονται συμμέτοχοι τῆς Δόξης τοῦ Ἐρχομένου Χριστοῦ καὶ φέρνουν στὸ ἐδῶ καὶ στὸ τώρα τὴν Ὀγδόη Ἡμέρα.

Ὅπως ἤδη ἐλέχθη, ἀποτελεῖ ἀρχαιότατο ἔθος τῆς Ἐκκλησίας ἡ τέλεσι τῆς θ. Εὐχαριστίας ἐπὶ τῶν τάφων τῶν Μαρτύρων ὄχι μόνο γιὰ νὰ ὑπομνήσῃ ὅτι τὸ Μαρτύριο εἶναι μιὰ ἐπανάληψι τῆς σταυρικῆς θυσίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ κυρίως ὡς ἕνα ἄνοιγμα καὶ μιὰ ἀποκάλυψι τῆς Ἐσχατολογικῆς Του Δόξας. Ἄνευ οἱασδήτινος διαπιστωτικῆς ἢ ἄλλης διαδικασίας καὶ ἐξετάσεως οἱ μάρτυρες τιμήθηκαν ἀπὸ τὴν πρώτη Ἐκκλησία καὶ σὲ ὅλη τὴν διαχρονία τῶν αἰώνων ὡς ἅγιοι ἀπὸ τὴν συνείδησι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ αὐθόρμητη καὶ καθόλικη τιμὴ ποὺ ἀπεδίδετο ἀπὸ μέρους τῶν πιστῶν ἦταν ἱκανὴ καὶ ἀναγκαία προϋπόθεσι γιὰ νὰ καταξιώσῃ ἕνα πρόσωπο ὡς ἅγιο. Στὴν περίπτωσι δὲ τοῦ μαρτυρίου αὐτὴ ἡ καταξίωσι ἦταν πλέον ἀπὸ προφανὴς καὶ ἀμέσως μετὰ τὸν μαρτυρικό τους θάνατο ἀπολάμβαναν ἰδιαίτερης τιμῆς καὶ σεβασμοῦ.

Σποραδικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς δεύτερης χιλιετίας καὶ ἐντεῦθεν παρατηρεῖται τὸ φαινόμενο τῆς θεσμικῆς πρωτοβουλίας γιὰ τὴν διακύρυξι τῆς ἁγιότητος ἑνὸς προσώπου χωρὶς ἐκ παραλλήλου νὰ ἀτονίσῃ ἡ ἀπὸ αἰώνων καθιερωμένη πράξι τῆς αὐθόρμητης ἐτυμηγορίας τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας. Μακρὰν εὑρισκομένη ἡ ἁγία Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπὸ σχολαστικισμοὺς καὶ νομικιστικὲς θεωρήσεις ἀπέφυγε συστηματικῶς νὰ περιγράψῃ μὲ ἐξαντλητικὸ τρόπο τοὺς ὅρους καὶ τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ καταγνωστῇ ἡ ἁγιότης ἑνὸς προσώπου.

Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέσα στὴν προνοητική Της μέριμνα στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰ. ἀποκρυσταλλώνει τὴν διαδικασία ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθῆται δίδοντας τὸ γενικὸ περίγραμμα ποὺ ἀναφέρεται κυρίως εἰς τὸ διαδικαστικὸ μέρος, καταγράφοντας ἐκ παραλλήλου καὶ ἐξαίροντας τὸν ρόλο τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν καταλυτικὴ σημασία τῆς ἐκ μέρους του ἀπονεμομένης τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως.

Προκειμένου, λοιπόν, νὰ ἀναγραφῇ ἐπισήμως κάποιος στὶς ἁγιολογικὲς Δέλτους ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἀκολουθοῦσε τὴν παρακάτω διαδικασία ποὺ συνίσταται στὰ ἑξής:

«α) Ἡ ἐξέλεγξις τῶν στοιχείων τῆς ἁγιότητος ὀφείλει γίγνεσθαι διὰ Συνόδου, συγκροτουμένης ἐξ ἁπάντων τῶν Μητροπολιτῶν, Ἀρχιεπισκόπων, Ἐπισκόπων καί ὀφφικιάλων κληρικῶν τῆς οἰκείας Ἐκκλησίας.

β) Ἡ ἐξέλεγξις περιττεύει περὶ τῶν ἱερῶν ἐκείνων προσώπων ἅπερ ἡ γενική ἐκκλησιαστική συνείδησις ποιμένων καὶ ποιμαινομένων ἀνεγνώρισεν ὡς ἁγίους καί ὡς τοιούτους ἐπὶ μακρόν ἤδη χρόνον τιμᾷ καὶ γεραίρει.

γ) Κατά τὴν ἀνακήρυξιν γίνεται σχετική ἐκκλησιαστικὴ πρᾶξις.

δ) Ἡ πρᾶξις τῆς ἀνακηρύξεως ὑπογράφεται πανηγυρικῶς ἐν τῷ ναῷ, γινομένης τῆς προσηκούσης ἐκκλησιαστικῆς τελετῆς.

ε) Εὐκαίρως, περί τῶν ἀξιολογωτέρων ἐκ τῶν ἀνακηρυχθησομένων ἁγίων συντάσσεται ἰδιαιτέρα ἀκολουθία πρὸς χρῆσιν ἐν ταῖς ἐκκλησίαις ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς ὑμνολογίας καὶ τελετουργίας τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.

ς) Ἐπίσης ἀναγκαία ἐστὶν ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων, ἄν ταῦτα σώζωνται, καί τό χρῖσμα αὐτῶν δι' Ἁγίου Μύρου, κατὰ τὴν ἀνακομιδὴν δέ τῶν λειψάνων συνήθεις εἰσὶ παννυχίδες καὶ λειτουργίαι πανηγυρικαί»[11].

Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο θεματοφύλακας ἀνύστακτος καὶ φρουρὸς ἀκοίμητος τῆς Κανονικῆς εὐταξίας καὶ εὐθυδρομίας τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν δὲν καινοτομεῖ παρεισάγοντας καινοφανεῖς πρακτικὲς καὶ ὀθνεῖες ἀντιλήψεις. Ἡ πρωτοβουλία καὶ ἡ ἀποφασισικὴ κρίσι ἐπαφίεται στὸ αἰσθητήριο καὶ κριτήριο τοῦ πληρώματος τῆς ἑκάστοτε τοπικῆς Ἐκκλησίας ἡ Ὁποία διὰ τῶν κανονικῶν Ποιμένων Της κινεῖ τὴν σχετικὴ διαδικασία καὶ πληροφορεῖ τὸ Ἱερὸ Κέντρο τοῦ Φαναρίου περὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἱεροκανονικῶς τετιμημένη μὲ τὸ χάρισμα τῆς πρωτευθύνου διακονίας μέσα στὸ Ἐκκλησιαστικὸ Σῶμα, ἀποφαίνεται συνοδικῶς καὶ ἀναγγέλει “urbi et orbi” τὴν ἀναγραφὴ ἑνὸς προσώπου στὸ ἁγιολόγιο. Τὸ γενονὸς τοῦτο ἀποβαίνει μείζονος σημασίας καθὼς ἡ ἁγιότης καὶ οἱ ἅγιοι εἶναι μεγέθη ποὺ ἀφοροῦν σὲ ὅλη τὴν Ἐκκλησία ὑπερβαίνοντας τὰ στενὰ ὅρια μιᾶς τοπικῆς Ἐκκλησίας.

Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἁγιότης -ἰδίως δὲ μαρτυρικὴ ἁγιότης- εἶναι βίοι καὶ ὅροι παράλληλοι. Ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία πορεύεται ἀπὸ αἰώνων τὴν αἱματόβαπτη καὶ ἔμπονο ὁδὸ τοῦ Μαρτυρίου καὶ τῆς Μαρτυρίας ἐντὸς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Σώματος ἀνακαινιζομένη καὶ ἀνακαινίζουσα τὴν περίγειο διὰ τῶν αἱματίνων ποταμῶν καὶ τῶν ἀλαλήτων στεναγμῶν. Οἱ σφαγιασθέντες καὶ ἀπαγχονισθέντες μάρτυρες Πατριάρχες, Ἀρχιερεῖς καὶ Ἱερεῖς τοῦ Θρόνου, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν νεομαρτύρων ποὺ ὡς «νεόφυτα ἐλαιῶν»[12] ἐβλάστησαν στὸ γεώργιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἀποτελοῦν τοὺς λίθους τοὺς τιμίους στὸ «διάδημα τοῦ κάλλους»[13] τῆς «γυναικὸς τῆς περιβεβλημένης τὸν ἥλιον»[14].

Συνελόντ’ εἰπεῖν, ἡ ἀπὸ τῆς Μεγάλης καὶ Οἰκουμενικῆς Καθέδρας τῆς Ὀρθοδοξίας διακήρυξις τῆς ἐγνωσμένης ἁγιότητος προσώπού τινος δίδει οἰκουμενική, Καθολικὴ διάστασι στὸ γεγονὸς καὶ καθιστᾶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μετόχους τῆς χαρᾶς καὶ τῆς χάριτος ὅλες τὶς ἀνὰ τὸν κόσμο τοπικὲς Ἐκκλησίες. Ὅπως καὶ διὰ πολλῶν ἔτσι καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία γίνεται σημεῖον ζωῆς, ἀληθείας, ἑνότητος, εὐθύνης, διακονίας καὶ ἀγάπης, διότι ἡ ἁγιότης εἶναι καρπὸς τοῦ Πνεύματος καὶ οἱ καρποὶ τοῦ Πνεύματος ποὺ εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης, ἐγκράτεια»[15]ἀφοροῦν εἰς τὸ ὅλον τῆς Ἐκκλησίας.

 Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω ἄλλο, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, θέλω μόνο ἐκ μέσης καρδίας νὰ εὐχαριστήσω τὸν Σεβ. Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κο Κοσμᾶ, τὸν φιλάγιο καὶ φιλομάρτυρα Ἐπίσκοπο, γιὰ τὴν εὐγενῆ πρωτοβουλία του νὰ  προσκληθεῖ καὶ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία στὴν  σημερινὴ λαμπρὰ Πανήγυριν καὶ νὰ τοῦ μεταφέρω ὡς ἐκ Προσώπου τῆς Α. Θ. Π. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κου μοι κου ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ τὴν εὐαρέσκεια, τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀνυπόκριτη ἀγάπη τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας. Διαβιβάζω δὲ σὲ ὅλους σας τὴν εὐλογία καὶ τὴν στοργὴ τοῦ Πατριάρχου μας καὶ εὔχομαι ἐκ βαθέων ὁ ἅγιος Μάρτυς Βλάσιος καὶ οἱ σὺν Αὐτῷ τελειωθέντες νὰ μᾶς σκεπάζουν, νὰ μᾶς φωτίζουν καὶ νὰ μᾶς ἁγιάζουν πάντοτε. Ἀμήν!

 

[1] Ὠριγένους, ΕΚΛΟΓΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΛΕΥΙΤΙΚΟΝ, PG 20, 17 C.

[2] Ἠσ., 1, 13-14.

[3] Ἰω., 4, 24.

[4] Α’ Κορ., 5, 8.

[5] Εἱρμὸς τῆς 8ης ᾨδῆς τοῦ Κανόνα τῆς Ἀναστάσεως.

[6] Γρηγόριου Νύσσης, ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ, Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ «ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΙΑ», PG 46, 136 Α.

[7] Νικολάου Καβάσιλα, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤῼ ΖΩΗΣ, ΛΟΓΟΣ Ε’, PG, 150, 636 Β.

[8] Ἰω., 3, 8.

[9] Γ’ Βασ. 19, 12.

[10] Πρξ., 7, 55-56

[11] Ἡ Ἀνάδειξις Ἁγίων ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ", «Ὀρθοδοξία», 6, (1931), σελ.284.

[12] Ψλμ. 127, 3

[13] Σοφ. Σολ., 5, 16.

[14] Ἀποκ. 15, 1.

[15] Γαλ. 5, 22.

 

3.Ομιλία του Μητροπολίτη Αιτωλίας και Ακαρνανίας Κοσμά

Σεβασμιώτατε ἐκπρόσωπε τοῦ Παναγιωτάτου Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ, Μητροπολίτα Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιε,

Σεβασμιώτατοι ἅγιοι ἀδελφοί,

Ἀγαπητοί πατέρες,

Ἐντιμώτατοι ἐκπρόσωποι των πολιτικῶν καί στρατιωτικῶν ἀρχῶν της περιοχῆς,

Ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Ἡ Ἁγιοτόκος καὶ Ἁγιοτρόφος Ἱερὰ Μητρόπολίς μας χαίρει καὶ πανηγυρίζει σήμερα. Ἀπολαμβάνει καὶ ζεῖ τὴν μεγάλη εὐλογία τοῦ Τριαδικοῦ μας Θεοῦ, τὴν ἁγιοκατάταξι τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Βλασίου τοῦ Ἀκαρνᾶνος καὶ τῶν συμμαρτυρησάντων συμμοναστῶν του.

Ὅλοι μας γνωρίζουμε ὅτι οἱ μάρτυρες, οἱ ἱερομάρτυρες ποτὲ δὲν λείπουν ἀπὸ τὴν ζωὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας γιατί πάντοτε ἡ χριστιανικὴ μαρτυρία εἶναι ἀνάγκη νὰ δίνεται ἐνώπιον τῶν κυριαρχικῶν ἀντιθέων δυνάμεων τοῦ κόσμου, γιὰ νὰ ζεῖ ἡ πίστις ἀλλὰ καὶ νὰ διδάσκονται οἱ πιστοί.

Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ μέσα στὴν πνευματικὴ ἀναιμία ποὺ ζοῦμε, τώρα ποὺ ἡ ἀποστασία, ἡ περιφρόνησις τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς φωνῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἐκκοσμίκευσις τῶν Χριστιανῶν, ἡ ἀπροκάλυπτη ἁμαρτία, ἀλλὰ καὶ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, περισφίγγουν ὅλους μας καί μᾶς ἀναγκάζουν νά νοθεύσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγώνα καί να ἀρνηθοῦμε τόν Χριστό φανέρωσε ὁ Κύριος τὸν ἅγιο Βλάσιο.

Μᾶς χάρισε καὶ τὴν ἁγιοκατάταξι γιὰ νὰ ἀφυπνισθοῦμε, νὰ ἐλεγχθοῦμε ἀπό τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου μας, νὰ ἀνανήψουμε, νὰ μετανοήσουμε ὅλοι μας, νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὸν ἀγώνα μας, νὰ ὁμολογήσουμε κι ἐμεῖς ὅπως οἱ ἅγιοί μας «λόγοις καὶ ἔργοις» Χριστὸν ἐσταυρωμένο καὶ Ἀναστάντα.

Ἐδῶ σ’ αὐτὸν τὸν μαρτυρικὸ καὶ αἱματοβαμμένο τόπο τὸ ἔτος 1006 μ.Χ. βέβαια, στὶς 7 Ἰουλίου ὅπως ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος Βλάσιος ἀπεκάλυψε, ἐνῶ ὁ ἅγιος μας ὡς ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου Σκλαβαίνων μέ τούς συμμοναστές του καί πλῆθος ἀνδρῶν, γυναικῶν καί παιδιῶν τελοῦσαν ἀγρυπνία, γιὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τοῦ Τιμίου Προδρόμου, εἰσῆλθαν Ἀγαρηνοὶ πειρατὲς, κατακρεούργησαν καὶ κατέσφαξαν τὸν ἅγιο Βλάσιο, τοὺς συμμοναστὲς τοῦ, ἱερομονάχους καὶ μοναχούς, ἀλλὰ καὶ πλῆθος ἀνδρῶν, γυναικὼν καὶ παιδιῶν ποὺ ζοῦσαν τὴν ἀγρυπνία.

Ὅλοι τους ὅμως «ἐνίκησαν τὸν ἀρχέκακο δράκοντα διὰ τὸ αἷμα τοῦ ἀρνίου καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς μαρτυρίας αὐτῶν καὶ οὐκ ἠγάπησαν τὴν ψυχὴν αὐτῶν ἄχρι θανάτου». (Ἀποκ. Ἰβ’, 11)

Πῶς λοιπὸν νὰ μὴν εὐχαριστήσουμε τὸν Κύριό μας γιὰ αὐτὴ τὴ μεγάλη δωρεά, ἰδιαιτέρως στὴν ἐποχὴ ποῦ ζοῦμε;

Οἱ ὀφθαλμοφανεῖς ἐμφανίσεις του, τὸ ἔτος 1923 ἀλλὰ καὶ τὸ 2005, μᾶς ἐγνώρισαν λεπτομερῆ καὶ συγκεκριμένα γεγονότα ἀπὸ τὴν ζωή, τὴν ἄσκησι καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἁγίου Βλασίου.

Οἱ ἐμφανίσεις συνεχίζονται καί στίς ἡμέρες μας σέ ἁγιασμένα πρόσωπα, ἀλλά καί ἐδῶ στόν Ἱερό Ναό του.

Τό ἀποκορύφωμα καί ἡ ἐπιβεβαίωσι τῶν ἐμφανίσεων καί τῆς παρουσίας τοῦ Ἁγίου μας ἦταν ἡ ἀποκάλυψι τῆς ὑπάρξεώς του καί τοῦ μαρτυρίου του στόν σύγχρονο μεγάλο ὅσιο, τόν Ἅγιο Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, μέ προσωπική ἐμφάνισι τοῦ Ἁγίου Βλασίου στό κελί τοῦ ἁγίου στήν Παναγούδα Ἁγίου Ὄρους.

Ἀπό μεγάλη εὐλάβεια προς τόν Ἅγιο Βλάσιο, ὁ ἅγιος Παΐσιος, ἦλθε ἐδῶ στά Σκλάβαινα τήν 8η Μαΐου τοῦ ἔτους 1980 καί προσκύνησε τά ἱερά λείψανα τοῦ ὁσίου καί τήν ἱερά εἰκόνα του.

Ὅλοι μας σήμερα εὐχαριστοῦμε τόν ἀρχηγό τῶν μαρτύρων,  τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό για τήν μοναδική αὐτή εὐλογία.

Μέ υἱικό σεβασμό, εὐχαριστοῦμε τόν Παναγιώτατο Οἰκουμενικό μας Πατριάρχη κ. κ. ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟ, ὁ ὁποῖος μέ τούς ἁγίους Ἱεράρχας, τῆς περί Αὐτόν, Πατριαρχικῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου, ἀποδέχθηκαν μέ πατρική ἀγάπη τήν ταπεινή αἴτησί μας καί ἁγιοκατέταξαν τόν Ἁγιο Βλάσιο καί τούς συμμαρτυρήσαντες πατέρες στό ἁγιολόγιο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας. Ἡ εὐγνωμοσύνη μας προς τό σεπτό πρόσωπο τοῦ Οἰκουμενικού μας Πατριάρχου καί πρός τούς ἁγίους Συνοδικούς Ἀρχιερεῖς τοῦ Πατριαρχείου θά εἶναι πάντοτε ἀμείωτη.

Εὐχαριστοῦμε τόν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος κ. κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΝ καί τούς ἁγίους Ἱεράρχας τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος γιά τό ὅτι διεβίβασαν τά σχετικά μας ἔγγραφα στό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο.

Μέ πολλή εὐγνωμοσύνη εὐχαριστοῦμε ὅλους τούς ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐβοήθησαν μέ κάθε τρόπο τήν ἁγιοκατάταξι. Ἰδιαιτέρως εὐχαριστοῦμε Ἐσᾶς, Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα Ἀδριανουπόλεως κ. Ἀμφιλόχιε, διότι ὡς μέλος τῆς Πατριαρχικῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου ἐβοηθήσατε τά μέγιστα διά τήν ἁγιοκατάταξι, ἀλλά καί μέ ἀγάπη πολλή καί χαρά ἤλθατε ἐδῶ, στά Σκλάβαινα, γιά νά προστῆτε τῶν Ἱερῶν ἐκδηλώσεων, ὡς πατριαρχικός ἐκπρόσωπος, ἀλλά καί νά μᾶς διδάξετε μέ τήν φωτισμένη παρουσία σας, τόν λόγο σας καί τήν εὐλαβική λατρεία σας.   

Μὲ ὅλη μου τὴν εἰλικρίνεια, τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν ἀγάπη εὐχαριστῶ τοὺς Σεβασμιωτάτους Ἀρχιερεῖς, Πατρὼν κ. Χρυσόστομο, Λευκάδος καὶ Ἰθάκης κ. Θεόφιλο, Ἄρτης κ. Καλλίνικο καὶ Νικοπόλεως καὶ Πρεβέζης κ. Χρυσόστομο. Ἡ παρουσία τους καὶ ἡ συμμετοχή τους στὴν πρώτη πανήγυρι τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ ἡ ἀγάπη τους, τὰ χριστοκεντρικὰ καὶ φιλάγια, μεστὰ λόγια τούς μᾶς δίδαξαν καὶ μᾶς ὠφέλησαν.

Εὐχαριστῶ τὴν κυρία Ἀντιπεριφερειάρχη, τὸν κύριο Δήμαρχο Ἀκτίου – Βονίτσης, τὸν κ. Πρόεδρο τοῦ τοπικοῦ Συμβουλίου τῆς Παλαίρου καὶ τοὺς συνεργάτες τους γιὰ τὴν μεγάλη βοήθεια ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσι τοῦ δρόμου καὶ τοῦ περιβάλλοντος χώρου τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.

Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εὐχαριστήσω καὶ τοὺς στενοὺς συνεργάτες μου, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὸν ἑαυτό τους γιὰ νὰ ἑτοιμασθῆ ἡ πανήγυρις.

Εὐχαριστῶ καὶ τοὺς ἁγίους ἱεροψάλτας, τοὺς καθηγητάς τῶν Σχολῶν Βυζαντινῆς Μουσικῆς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, Μεσολογγίου καὶ Ἀγρινίου.

Εὐχαριστίες πολλὲς ὀφείλουμε στὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, στὸν Τηλεοπτικὸ Σταθμὸ «Ἀχελῶος» καὶ στὸν Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας οἱ ὁποῖοι μεταδίδουν τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν Θεία Λειτουργία τῆς πανηγύρεως.

Ὁλόψυχα εὐχαριστῶ ὅλους σας, φιλάγιοι ἀδελφοὶ, γιατί κατακλύσατε ὅλους τους χώρους, μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ ἁγίου Βλασίου καὶ μὲ ὑπομονή, χωρὶς προϋποθέσεις ἀνέσεως, ζήσατε μὲ εὐλάβεια τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες καὶ τὴν Θεία Λειτουργία.

Τελειώνοντας δὲν πρέπει νὰ παραλείψουμε τὴν εὐγνωμοσύνη μας πρὸς τὸν ἀείμνηστο, πολυσέβαστο ἱεροκήρυκα καὶ πνευματικὸ γέροντα π. Αὐγουστῖνο Κατσαμπίρη, ὁ ὁποῖος ἀναπαύεται ἀκριβῶς ἀπέναντι, στὸ Ἡσυχαστήριο ποὺ ὁ ἴδιος ἔκτισε. Στὸν π. Αὐγουστῖνο κυρίως ὀφείλουμε τὴν ἰδιαιτέρα γνωριμία μὲ τὸν Ἅγιο Βλάσιο. Οἱ κόποι του, οἱ προσευχές του, οἱ συγγραφὲς του, ἑτοίμασαν τὸ ἔδαφος γιὰ νὰ προχωρήσουμε στὴν πολυπόθητη ἁγιοκατάταξι.

Τὴν ποθοῦσε, τὴν ζητοῦσε καὶ προσευχόταν πολύ. Πρόλαβε νὰ ζήσει τὴν χαρὰ τῆς ἁγιοκατατάξεως, δὲν πρόλαβε ὅμως νὰ ζήση τὴν σημερινὴ πρώτη ἐπίσημη πανήγυρι.

Ἀπὸ τὸν οὐρανὸ προσεύχεται σήμερα καὶ δοξάζει τὸν Κύριο ποὺ ἀγάπησε πολὺ γιὰ τὴν σημερινὴ εὐλογία.

Σεβασμιώτατοι, θερμά σᾶς παρακαλοῦμε νὰ προσευχηθεῖτε γιὰ μᾶς τοὺς Αἰτωλοακαρνάνες. Νὰ μὴ μείνουμε στὴν ἐξωτερικὴ λάμψι τῆς πανηγύρεως. Νὰ μὴ μείνουμε στὶς ἐπισημότητες καὶ τὶς τελετές.

Ἡ ἁγιοκατάταξι τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ ἡ ἐπίσημη ἔνταξίς του στοὺς τοπικοὺς μεγάλους Ἁγίους της Αἰτωλίας καὶ τῆς Ἀκαρνανίας εὐχηθεῖτε νὰ μᾶς ἀφυπνίση, νὰ μᾶς ὁδηγήση στὴ νῆψι καὶ τὸν συνειδητὸ πνευματικὸ ἀγώνα γιὰ νὰ ἀσχοληθοῦμε, στὶς προδοτικὲς ἡμέρες μας, σοβαρὰ καὶ ὑπεύθυνα μὲ τὴν σωτηρία μας.

Εὔχεσθε νὰ μιμηθοῦμε τὴν θερμὴ πίστι τοῦ Ἁγίου Βλασίου καὶ τῶν συμμαρτυρησάντων συνασκητῶν του, τὴν φλογερὴ ἀγάπη στὸν Ἀναστάντα Κύριο, τὴν ἀγάπη τους στὴν λατρευτικὴ καὶ μυστηριακὴ ζωή, νὰ μιμηθοῦμε τὴν ὁμολογία τους.

Μέ αὐτόν τόν τρόπο ἡ ἁγιοκατάταξι δὲν θὰ εἶναι μία ἀνάμνησι ἐκδηλώσεων ἀλλὰ πνευματικὸς σταθμὸς ἅγιος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρη συνεχῶς στὴν πορεία μας τὸν Ἅγιο Βλάσιο, ὥστε μαζί του νὰ πορευόμαστε πρὸς, τὴν κατὰ χάριν, θέωσι. Ἀμήν.