Η πορεία του Θεολογικού διαλόγου ανάμεσα στην Ρωμαιοκαθολική και την Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπήρξε και εξακολουθεί να μην είναι μια εύκολη διαδικασία. Η επαναπροσέγγιση των δύο Εκκλησιών όπως αυτή καταγράφηκε δημόσια κατά την πρώτη ύστερα από πέντε αιώνες συνάντηση των Προκαθημένων της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, Πάπα Παύλου Στ’ και Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, τον Ιανουάριο του 1964 στα Ιεροσόλυμα, δημιούργησε ελπίδες και προσδοκίες σε μια μεγάλη μερίδα των Χριστιανών.

Σήμερα στο επίκεντρο του επίσημου Θεολογικού Διαλόγου βρίσκεται η έννοια του Πρωτείου και η Συνοδικότητα. Δύσκολη η προσέγγιση του θέματος αυτού που «σκοντάφτει» σε παγιωμένες αντιλήψεις και ερμηνείες που διαμορφώθηκαν στα χίλια χρόνια που ακολούθησαν το λεγόμενο Μεγάλο Σχίσμα του 1054. Η πορεία του διαλόγου μοιάζει να πηγαίνει ολοένα και πιο αργά. Αν συνυπολογίσουμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και οι δύο πλευρές – σε ό,τι αφορά τους Ορθοδόξους δε, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι ποικιλότροποι εσωτερικοί ανταγωνισμοί και οι διαφορετικές επιδιώξεις και προσεγγίσεις κάποιων τοπικών Αυτοκεφάλων Εκκλησιών – ο διάλογος φαντάζει να γίνεται ολοένα και πιο δύσκολος.

Ωστόσο το ερώτημα είναι εάν πραγματικά επιθυμούμε να προχωρήσουμε και να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για την αποκατάσταση, μια ημέρα των ημερών, της πολυπόθητης ενότητας. Ή αν επιλέξουμε – αμφότερες οι πλευρές - την αυτάρκεια(;) του αισθήματος της ανεξαρτησίας και της πεποίθησης ότι κατέχουμε για τον εαυτό μας, εμείς και κανένας άλλος, την απόλυτη αλήθεια. Μήπως όμως με τον τρόπο αυτό ενισχύουμε τον εγωισμό και την αυτοδικαίωσή μας; Μπορούμε να υπάρχουμε ως Σώμα Χριστού χωρίς τον άλλο χριστιανό αδελφό μας; Μπορούμε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε χωρίς να κάνουμε τα πάντα να γίνουμε και πάλι ένα;

Ανεξάρτητα από την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται ο επίσημος Θεολογικός Διάλογος – μια υπεύθυνη διαδικασία που έχουν επωμισθεί τα μέλη της Διεθνούς Μικτής Επιτροπής της Ρωμαιοκαθολικής και της Ορθόδοξης Εκκλησίας – εμείς ως απλοί Χριστιανοί έχουμε και τη δική μας ευθύνη στην προσπάθεια αυτή. Οφείλουμε με ανοιχτή καρδιά και με σεβασμό στην παράδοση και τις αρχές της Μιας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας να εργαστούμε αποφασιστικά, με πίστη στον Ευαγγελικό Λόγο, για την επανένωση του βιαίως κατατεμαχισμένου άραφου χιτώνα του Κυρίου μας. Ύστερα από 2000 χρόνια αλλεπάλληλων σχισμάτων – τα περισσότερα εκ των οποίων σχετίζονται μάλλον με την προσπάθεια κατάκτησης της δύναμης και της εξουσίας επί των υπολοίπων - οφείλουμε να καταθέσουμε ισχυρή μαρτυρία ενότητας. Αυτή είναι η διακονία και η αποστολή μας όπως άλλωστε το έπραξε η αδιαίρετη Εκκλησία κατά την πρώτη χιλιετία για όλα τα μικρότερα σχίσματα. Χωρίς φόβους και αναστολές αφενός να ενισχύσουμε όλους όσοι συμμετέχουν στον επίσημο θεολογικό διάλογο και αφετέρου να εργαστούμε για να γίνει περισσότερο ορατή η σημασία και η αξία αυτού του διαλόγου, μεταξύ των μελών αμφοτέρων των Εκκλησιών.