Το Ημερολογιακό ζήτημα εκλόνισε την ειρήνη στο Άγιον Όρος το 1927 και η περιστολή αυτής της ανταρσίας ήταν δύσκολη χωρίς  πειθαρχικά μέτρα.  Για να αντιμετωπιστεί  αυτό το κανονικό ολίσθημα και αποκατασταθεί η «κοινωνία» των Αγιορείτικων θυσιαστηρίων με τον επίσκοπο και Πατριάρχη τους στάλθηκε από το Φανάρι στις Καρυές ο μετριοπαθής και διακριτικός μητροπολίτης Μαρωνείας Άνθιμος Ε’ ο Σαρίδης, βαθύς γνώστης του «Ημερολογιακού ζητήματος» για να αποκαταστήσει τη γαλήνη στη Μοναστική Πολιτεία ως πατριαρχικός Έξαρχος.

Οι  ζηλωτές Αγιορείτες, με το αιτιολογικό ότι με την διόρθωση του Ιουλιανού Ημερολογίου συντελέστηκε  «προδοσία της Ορθοδοξίας», αναστάτωναν όχι μόνον τον Άθωνα, αλλά μετέδιδαν τους εξωφρενικούς λογισμούς τους και σε όσους  συνδέονταν μαζί τους στον κόσμο. Οι αντάρτες ζηλωτές αρχικά προσπάθησαν να βραχυκυκλώσουν την έλευση Πατριαρχικής Εξαρχίας στον Άθωνα και προσπάθησαν να δημιουργήσουν  ένταση στις σχέσεις Αγιορειτών  και Πατριαρχείου με καλογερική   επιτηδειότητα. Διέβαλαν την κανονική επιστασία του «Πρώτου» της Εκκλησίας σε ζήτημα κανονικής τάξεως μέσα στην δική του  δικαιοδοσία, επειδή άνευ προσκλήσεως της Ιεράς Κοινότητος ήλθε στον Άθωνα η πατριαρχική Εξαρχία και αυτή την ερμήνευσαν ως δήθεν κατάλυση του «Αυτοδιοίκητου» του ιερού τόπου! 

Τελικά η Ιερά Κοινότητα του Αγίου Όρους, αποδέχθηκε το «Έκκλητο» των αποφάσεων της Δισενιαυσίου Συνάξεως, καθώς και την κανονικότητα  της επεμβάσεως εκεί του Πατριαρχείου,  αφού  ο  Οικουμενικός Πατριάρχης είναι εκ των Ιερών Κανόνων  η ανώτατη πνευματική Αρχή στη δικαιοδοσία του,   γεγονός που επιβεβαιώνεται και από συνταγματικήν επιταγή της Ελλάδος και εκ τούτου  οφείλει να παρεμβαίνει επί εκκλησιαστικών και διχαστικών διενέξεων προς  αποτροπή  πάσης καταλύσεως της ενότητος της Εκκλησίας και εν προκειμένω του αγαθού της ιερής ησυχίας της εκεί  ασκούμενης εν Χριστώ αδελφότητος. 

Ο Μαρωνίας Άνθιμος εξήγησε ενώπιον της  συνελθούσης στις 19 Μαρτίου 1927 έκτακτης συνεδριάσεως της Ιεράς Κοινότητος την αλήθεια για την  απόφαση της Ημερολογιακής  διορθώσεως. Όμως από  τις διατυπωθείσες ενστάσεις ο Έξαρχος διεπίστωσε την έκταση της διαβολής της πατριαρχικής αποφάσεως για τη προσθήκη των 13 ημερών στο Ιουλιανό και όχι στο «Γρηγοριανό η παπικό» Ημερολόγιο, που υπεστήριζαν οι ζηλωτές. Στην σχετική έκθεσή του προς το Φανάρι  απέδωσε  αυτή τη πλάνη στο ότι το «Ημερολογιακό ζήτημα» θεωρήθηκε κυρίως ως προδρομική ενέργεια για επικείμενες «μεταρρυθμίσεις»,  οι οποίες και θα ανέτρεπαν παραδόσεις αιώνων  τις οποίες και υπερασπίζοταν με αγώνες  οι Αγιορείτες Πατέρες!  Η ψευδής προπαγάνδα ισχυριζόταν ότι με τη διόρθωση των 13 ημερών στο Ιουλιανό ημερολόγιο  «Φραγκέψαμε» η Εκκλησία ψεύδος που πολλαπλασιάστηκε στον απλοϊκό λαό με πολλές άφρονες ζηλωτικές παρενέργειες που εκμεταλλεύοντο τότε οι φιλομοναρχικοί κατά της Επαναστάσεως του 1922 και το Πατριαρχείο διαπίστωσε πόσο μεθοδευμένη ήταν η αυθάδης πρόκληση της ανταρσίας,  ώστε  να είναι περιττήί κάθε ειρηνευτική προσπάθεια να επανέλθουν  στην  αρμονική τάξη οι αυθάδεις εμπρηστές της αταξίας οι οποίοι εκλάμβαναν το ειρηνικό πνεύμα του Πατριάρχη ως δυσταγμό και αδυναμία βουλήσεως. Τότε το Φανάρι  αποστέλλει δεύτερη Εξαρχία υπό τον Αποκρισιάριο στην Αθήνα μητροπολίτη Τραπεζούντος Χρύσανθο, προσωπικότητα γνωστού ήθους, γνώσεων που ήταν άτεγκτος στην τήρηση του Κανονικού Δικαίου της Εκκλησίας και με πιστότητα στα ιερά θέσμια της Εκκλησίας με  αποδεδειγμένη συντηρητικότητα. Τότε  ήταν και στενά συνδεδεμένος και με  το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδος ως Αποκρισιάριος και δεν ανεχόταν στα εκκλησιαστικά παρεμβάσεις αλλοτρίων ιδεοληψιών είτε αυτές προήρχοντο από κύκλους διϊσταμένων η δεμένων με συμφέροντα και κατεργαριές φατριών.

Ο ιεράρχης αυτός έφθασε στο Άγιον Όρος με βασική εντολή την πάταξη κάθε ακάνονης ασυδοσίας που διαταράσσει τη γαλήνη της Αγιώνυμης Πολιτείας.  Βασική αποστολή του ήταν αρχικά να αναιρεθούν οι ψευδολογίες των εκεί διϊστάμενων  ότι δήθεν ο σοφός πατριάρχης Βασίλειος Γ’ είναι «φίλος των Μασώνων» και οι ύβρεις των «αδέσποτων» μοναχών που  απάδουν στην ιδιοτητά μοναχών με αφορμή το κίβδηλο  ιδεολόγημα της εορτολογικής «ακριβείας και καθαρότητος»,  που ωδήγησε στην διακοπή της «κανονικής και ειθισμένης Μνημονεύσεως ως του οικείου ιεράρχη» για να  προσβάλλει  το κανονικό κύρος  του Οικουμενικού Θρόνου. Η Ιερά Κοινότητα με εγκύκλιο της προς τις 20 μονές κατεδίκασε την αυτόβουλη αυτή παύση της «μνημονεύσεως» του Πατριάρχη, ως βαρύτατο κανονικό παράπτωμα που διασπά την ορθοδόξη «κοινωνία» και που  οδηγεί αυθωρί στο σχίσμα και στον εξωεκκλησιασμό διότι εκ παλαιού  κάθε ταραξίας της εκκλησιαστικής ζωής ερμηνεύει αυθαίρετα τους κανόνες ιδ καὶ ιε  της λεγόμενης Πρωτοδευτέρας Συνόδου του 851 για ασπίδα ασυλίας του και προς κάλυψη  κάθε αντιδικίας του με τη κανονική τάξη, καθώς και  για κάθε άλλο  αυθαδιασμό  του. Τη περίοδο αυτή   εμφανίζονται στο Άγιον Όρος και σημεία κανονικής ασυδοσίας με τελέσεις χειροτονιών, άνευ αδείας του Πατριάρχου από διερχόμενους από εκεί αρχιερείς, που τελικά ενίσχυσαν του Ζηλωτές (Δημήτριος Μουζάκης. Το Άγιον Όρος κατά την περιοδον του μεσοπολέμου. Αθήνα, 2008. σσ.374-407. Όπου και η πλήρης βιβλιογραφία).

Και από τις δύο Εξαρχίες επισημάνθηκε η δυσλειτουργία της  μοναχικής αφιερώσεως από την αδιάλλακτη και  πεισματώδη  εμμονή στις αδιάκριτες πλάνες των πρωτοστατούντων ζηλωτών.  Αποφασίσθηκε με την  Ιερά Κοινότητα να ληφθούν μέτρα απομονώσεως όσων αντιτάσσονται  ανένδοτοι στις ακρότητες για να παταχθεί κάθε μορφής αναρχίας απειλούσα όλη την Εκκλησία με διχασμό και την Αγιώνυμη Πολιτεία με ενδοαγιορειτικό διχασμό. Το Φανάρι με συνοδική απόφασή του το 1927  υπερασπίστηκε την κανονική ευθύνη του και  τιμώρησε 17 ιερομονάχους ως στασιαστές με την ποινή «της καθαιρέσεως και απογυμνώσεως από το μοναχικό σχήμα» και ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση την αποπομπή 19 φανατικών πρωτεργατών του Ζηλωτισμού από το Άγιον Όρος (Περ. «Ορθοδοξία», Γ , 31-10-1928, σσ.352).

Τελικά, η υπεύθυνη ενημέρωση  από τον μητροπολίτη Χρύσανθο επί του «Ημερολογιακού ζητήματος» και η  εξήγηση  της σημασίας της «υπακοής στην κανονική τάξη» των μοναζόντων, έπεισε  αρκετούς παρασυρθέντες να μετανοήσουν και να αποδεχθούν πλήρως  τη  Μνημόνευση του Πατριάρχη,  Το γεγονός αυτό επέφερε και την άρση των ποινών  τους με τη προϋπόθεση της εξαμήνου αποχής τους από τα διοικητικά σώματα των Καρυών. Οι εμμένοντες στις πλάνες τους απομακρυνθηκαν από το Άγιον Όρος ως  «ασύντακτοι και αδέσποτοι»  και διασκορπίστηκαν στους πυρήνες των λεγόμενων «Γνησίων» Ορθοδόξων χριστιανών του κόσμου η συνέστησαν διάφορα ανεξέλεγκτα  ιδιόρρυθμα «ησυχαστήρια» με τη προστασία πολιτευτών που ενδιαφέρονταν για την άγρα ψήφων. Μετά επταετία τον Μάϊο  του 1935 δύο αρχιερείς που είχαν προσωπικές διαφορές με τον Αθηνών Χρυσόστομο, ο Δημητριάδος Γερμανός Μαυρομάτης και ο πρ. Φλωρίνης Χρυσόστομος Καβουρίδης, ενώ  είχαν υπογράψει το 1923 την Ημερολογιακή Μεταρρύθμιση, προ δωδεκαετίας, παρέσυραν και τον Ζακύνθου Χρυσόστομο στο σχίσμα έχοντες πληροφορίες ότι προσεγγίζει πολιτειακή μεταβολή για την παλινόρθωση της βασιλείας στην Ελλάδα με τις ελπίδες της ανατροπής του Άθηνών Χρυσοστόμου.  προσχώρησαν από ιδιοτέλεια στην «ανταρσία του Παλαιοημερολογητισμού».  Αυτοί προέβησαν σε χειροτονίες τιτουλάριων επισκόπων, ενέργεια  που ταχύτατα καταδικάστηκε από το σύνολο της Ιεραρχίας με τις καθαιρετικές συνοδικές αποφάσεις οι οποίες και επισημοποίησαν το σχίσμα των «Ημερολογιολατρών».Μέχρι σήμερα οι  σχισματικές αυτές παρασυναγωγές πολλαπλασιάστηκαν από πλήθος «αλληλοκαθηρεμένων» και αντιμαχόμενων παρατάξεων οι οποίες όταν  διαπίστωσαν ότι το «Ημερολογιακό ζήτημα»» έπαυσε να είναι επικερδές καταγώγιο  αποστασίας από την Εκκλησία, μηχανεύθηκαν  ως σύγχρονη αφορμή τον αποτειχισμό τους τον Αντιοικουμενισμό  προς «πορισμό της ευσεβείας» τους! 

Η «ημερολογιακή προσθήκη» του 1924 στην Ελλάδα έγινε όπως και στα περισσότερα ορθόδοξα κράτη των Βαλκανίων,  με τη συμφωνία της Πολιτείας και της Ιεράς Συνόδου της κάθε τοπικής Εκκλησίας. Αλλά  στην Ελλάδα αυτή η συμφωνία κακοφόρμησε γιατί οι διϊστάμενοι  το ενέπλεξαν με το πολιτειακό τότε ζήτημα. Δυστυχώς η πολιτική  ρευστότητα των ημερών, εμπόδισε τη κυβέρνηση να προστατεύει την επίσημη Εκκλησία από τις ψευδείς διαδόσεις εναντίον  των κανονικών ορθοδόξων ιεραρχών που εξακόντιζαν «Αποτειχισμένοι» σχισματικοί  για να αγρεύσουν οπαδούς. Η διοικούσα Ιερά Σύνοδος των Αθηνών προς  διαφώτιση  του ελληνικού  λαού εκδίδει ειδική εγκύκλιο και  ανατρέπει την πλάνη ότι δήθεν πραγματοποιήθηκε  αποδοχή του «παπικού ημερολογίου»  για τη  νοθεία του Ορθοδόξου Εορτολογίου. Στην εγκύκλιο υπεύθυνα διευκρινίζεται ότι η Εκκλησία: « προέβη εις απλουστάτην  διόρθωσιν των 13 ημερών του Ιουλιανού Ημερολογίου της και ότι το Εορτολόγιο με την προσθήκη αυτή συνεχίζει κανονικά τη ροή του κατά την από αιώνων ακολουθούσα τάξιν.  Και πρόσθεσε ότι το Ιουλιανό Ημερολόγιο εξακολουθεί και σήμερον να κανονίζει τον προσδιορισμό του Αγίου Πάσχα των Ορθοδόξων με την παλαιά ημερομηνία της ισημερίας, που αντιστοιχεί με τη 3η Απριλίου και όχι με την 21η Μαρτίου  που διαπιστωθηκε πλέον  αστρονομικά οτι είναι η πραγματική ισημερία, για να  μη  μεταβάλούν οι ουσιώδεις κινητές εορτες των Ορθοδόξων  και θίξει ενότητα και οι παραδόσεις της  Ορθοδόξου Εκκλησίας» * Περ. στο περιοδικό   «Εκκλησία» την σχετική εγκύκλιο.

Οι  καθοδηγητές των Παλαιοημερολογιτών θεωρούσαν  υπεύθυνο συντάκτη της Εγκυκλίου αυτής  τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο και κατ' αυτού έστρεψαν το μίσος τους. Στην ακραία τότε φτωχογειτονιά  του Πειραιά, τη Παλαιά Κοκκινιά όπου ήταν η ενορία της «Αγιά-Σωτήρας»,  κάποιοι ζηλωτές  συνέπηξαν μια παρασυναγωγή που την αποκάλεσαν αρχικά «Άγιος Παύλος». Σ' αυτήν ακούονταν πύρινα κηρύγματα κατά του αρχιεπισκόπου ότι : « είναι όργανο των μασόνων και αιρετικός και ότι πρέπει έμπρακτα και δημόσια να αποδοκιμαστεί»! Ο τότε Αθηνών Χρυσόστομος ήταν προσωπικότητα ακαδημαϊκού κύρους και  γνωστός στην Αθηναϊκή κοινωνία. Οι ανίερες φαντασιώσεις «περί προδοσίας της Ορθοδοξίας» αφιόνησαν ένα  Κοκκινιώτη κουρέα, τον Κώστα Καραγιαννίδη μαζί με κάποια άβουλα θρησκόληπτα γραΐδρια, ανέλαβαν να εκτελέσουν έπρακτα την αποδοκιμασία του ιεράρχη.

Το πρωϊ της 21ης Μαΐου 1927, ημέρα της πανηγύρεως του ναού των Αγίων Κωνσταντίνου  και Ελένης στο κέντρο του  Πειραιά, ο αρχιεπίσκοπος μετέβει για να λειτουργήσει.  Τότε κάποιος που προσποιήθηκε τον ευλαβή σκύβει να ασπασθεί τη δεξιά του, ενώ ο  ιεράρχης περιβαλλόταν  τον μανδύα του. Αμέσως  για να τον καθηλώσει τον άρπαξε από τα γένια και βγάζει από τη τσέπη του ένα μεγάλο ψαλίδι  και επιχειρεί να του κόψει τη γενειάδα   κραυγάζοντας: « Με το νέο ημερολόγιο θέλεις για να μας αλλαξοπιστίσεις; Να λοιπόν»! Στη προσπάθεια να πετύχει την αποτρόπαια πράξη του μωλωπισε τις παρειές του έκπληκτου ιεράρχη! Την ίδια στιγμή τα γραΐδρια που τον συνόδευαν άρχισαν να ξεφωνίζουν: «ανάξιος»! «ανάξιος»! Οι παριστάμενοι ιερείς και επίτροποι   καθήλωσαν τον ιερόσυλο και να τον παραδώσουν στην Αστυνομία που  κατέφθασε. Κατά τις εισαγγελικές ανακρίσεις διαπιστώθηκε ότι ο επιτεθείς ήταν ηλικίας 41 ετών και από καιρό παρακολουθούσε τον αρχιεπίσκοπο σχεδιάζοντας πως καλύτερα θα  να βιαιοπραγήσει εναντίον του. (Βλ. στα Πρακτικά της Ιεράς Συνόδου 23-5-27). Επειδή η ανίερη πράξη του ήταν εκ προμελέτης δημόσια απόπειρα εγκλήματος ο συλληφθείς αμέσως παραπέμφηκε σε εισαγγελέα του Κακουργοδικείου Αθηνών και φυλακίσθηκε  μέχρι τη διεξαγωγή της  δίκης του. Όμως όταν έμαθε ο αρχιεπίσκοπος πως ήταν ένα άβουλο όργανο των καθοδηγητών του συγχώρησε τον επιτεθέντα  κουρέας.  Κατά τη δίκη του αποδείχθηκε ότι ήταν άτομο «μειομένης αντιλήψεως» και τελικά  απηλλάγη με τη συμπαράσταση ομοϊδεατών του και  μερικών «βασιλοφρόνων» βουλευτών.

Το «Ημερολογιακό ζήτημα» από ζηλωτική θρησκοληψία εξελίχθηκε σε μαχητική  διχοστασίας στο θρησκευόμενο  ελληνικό λαό. Αυτή δυναμικά ξεκίνησε από το  Άγιο Όρος και από εκεί διαδόθηκε δι' αλληλογραφίας στην ελληνική επικράτεια και με τις συχνές αναμασήσεις πλανών τάραξε τις μεταξύ τους σχέσεις των χριστιανών στις κανονικές ενορίες. Ο θρησκευτικός φανατισμός των διϊστάμενων με τη προσθήκη των 13 ημερών στο  Εορτολόγιο  ανέδειξε το ζήτημα αυτό σε ύψιστη «θρησκευτική αξία», προκειμένου να ενισχυθεί η στάση αυτή της  ανυπακοής και της ανταρσία στη συνείδηση των απλοϊκά θρησκευόμενων. Ένας από τους τότε πλανηθέντες ήταν και ο ηγούμενος της Λογγοβάρδας Φιλόθεος Ζερβάκος, που παρέπαιε μεταξύ απείθειας και «αποτειχίσεως», (Περ. «Ιερός Σύνδεσμος»  Αθηνών.. φ. 23,31 Δεκ.1925).

Η  συμπεριφορά των τότε ζηλωτών του Άθωνα,  που αναφέραμε στην αρχή αυτού του άρθρου, υπενθυμίζει τη στάση και σύγχρονων ελλαδικών  «Κακοκεφαλιστών», όπως αποκαλούσε προ 170 ετών τους οπαδούς του Φαρμακίδη   ο σοφός Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων. Τα οστά του τρίζουν  στο τάφο του στη Σταυροπηγιακή Μονή των Ασωμάτων - Πετράκη  όταν μαθαίνει τις σύγχρονες «διαπλοκές των Αθηναίων». Ο Πατριάρχης μας ζήτησε να προστατευθεί με σοβαρότητα το κύρος της πρόσφατης Μεγάλης Συνόδου και να μη υποθάλπουν ιεροκρυφίως τους «μετ' αυθαδείας αφηνιάσαντες».  Όταν άκουσαν τη πατριαρχική προτροπή εξανέστησαν γιατί ξεχνούν ότι οι κανονικές αποφάνσεις του  κυρίαρχου θεσμού  της Εκκλησίας  για την αυτοδιοίκησή τους δεν τους παραχώρησε και  τα  πνευματικά δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριάρχου.  Ο Πατριάρχης  καταστάθηκε «Πρώτος»  από τις Οικουμενικές Συνόδους όχι μόνον για να αποφαίνεται και να χορηγεί κανονικές  πράξεις σε νέες εκκλησιαστικές οντότητες σε μέρη της δικαιοδοσίας του,  αλλά και να ασκεί τα πνευματικά του καθήκοντα και να προστατεύει  την  ενότητά τους μέσα στη κανονική δικαιοδοσία του που επέτρεψε τη σύστασή τους.  Στη πατρίδα μας για λόγους κανονικούς, ιστορικούς και εθνικούς συνυπάρχουν τέσσερις διοικήσεις που μεταξύ τους δεν συγχέονται. Αυτές εκφράζουν κατά τους Ιερούς Κανόνες και το Σύνταγμα της χώρας την «επικρατούσα» εν Ελλάδι  Εκκλησία! Στην Ιεραρχία τους Προκάθηται για το «Γένος» μας,  όπως και τα άλλα γύρω μας έθνη,  ο Οικουμενικός Πατριάρχης μας και προεδρεύουν στις δύο Συνόδους  οι  Αρχιεπίσκοποι Αθηνών και Κρήτης.  Τα περί «Πάπα της Ανατολής» και «Νεοπαπισμού» είναι βλάσφημες και κακετρεχείς ύβρις  προς  παραπλάνηση των αδιάβαστων στα εκκλησιαστικά ζητήματα και όσοι  δεν  μπορούν να  χωνέψουν την από αιώνων κανονική ευταξία της Εκκλησίας μας.

Άλλοτε  ο φανατισμός των « Γνήσιων ευσεβοφανών» προκάλεσε το σχίσμα του Παλαιοημερολογητισμού. Τώρα οι διαφωνούντες φατριάζουν με το  παρεκκλησιαστικό πεζοδρόμιο για να συκοφαντήσουν την ορθόδοξη πιστότητα των συνοδικών μελών για να συντρέξουν με τους ανερμάτιστους και φαιδρούς «ομολογητές της Ορθοδοξίας».  Δίκαια λοιπόν ο πατριάρχης Βουκουρεστίου Δανιήλ, ως «ο επέχων και τον τόπον του Καισαρείας της Καππαδοκίας», καθώς και το Πατριαρχείο Ρουμανίας διαμαρτύρονται γιατί οι πρόγονοί τους  πρωτοστάτησαν από το 1920 στη συγκρότηση αυτής της Μεγάλης Συνόδου που ήδη έγραψε Εκκλησιαστική Ιστορία.   Η  διαβρωτική τακτική της  Μόσχας και των Αθηνών, που  παραμένουν «μη(ι)τρες» πάσης αντιλογίας για να αιωρούνται συνεχώς τα «καταθύμιά» τους δεν πέτυχαν να ματαιώσουν την προσδοκία πέντε γενεών πιστών ορθοδόξων αρχιερέων και θεολόγων για την    αίσια πραγμάτωση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου. Ο  Πανορθόδοξος  πόθος τους τελικά τελεσφόρησε την Αγία Ημέρα της Πεντηκοστής του 2016!  Σε όσους αγνοούν τη Ιστορία της πορείας προς τη Μεγάλης Συνόδου τους υπόσχομαι πως πολύ σύντομα θα τη μάθουν.-          

Α.Π.