Α΄

1. Τον Μάιο του 1985 το Τμήμα Ποιμαντικής του ΑΠΘ αναγόρευσε τον Μητροπολίτη Ελβετίας Δαμασκηνό (Παπανδρέου) επίτιμο διδάκτορα, ύστερα από πρόταση τριών Καθηγητών και ομόφωνη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος. Οι προτείναντες Καθηγητές ήταν: ο Μητροπολίτης Τυρολόης Παντελεήμων (Ροδόπουλος), ο Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης (τότε λαϊκός) και ο Αθανάσιος Αγγελόπουλος. Αυτοί στήριξαν την πρότασή τους επικαλούμενοι τη συμβολή του τιμηθέντα για την «προετοιμασίαν, ως γραμματέως, της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας» και επιπλέον για το ότι ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης «ευρισκόταν από πολλών ετών εις το επίκεντρον των διορθοδόξων και διαχριστιανικών αναζητήσεων». Το πρόσωπο που είχε την πρωτοβουλία για την αναγόρευση ήταν ο Πρόεδρος του Τμήματος Καθηγητής Θεόδωρος Ζήσης, ο οποίος τότε είχε αναπτύξει στενή συνεργασία με τον αείμνηστο Μητροπολίτη Ελβετίας, ιδίως με αφορμή τον διάλογο με τους Παλαιοκαθολικούς. Το  γεγονός αυτό υπονοείται και στην πρόταση: «Οι καρποί της θεολογικής ωριμότητος του Μητροπολίτου Ελβετίας καταφαίνονται εις την πληθύν των δημοσιευμάτων του, εις τας επιτυχείς διαλέξεις του ανά τον χριστιανικόν κόσμον, εις την διοργάνωσιν των υψηλού επιπέδου σεμιναρίων του Πατριαρχικού Κέντρου του Chambesy και στην επιτυχή πορεία του διαλόγου μετά των Παλαιοκαθολικών, τον οποίο διευθύνει ως συμπρόεδρος». Προσέτι στην πρόταση γίνεται μνεία ότι «η Θεολογική μας Σχολή γνωρίζει καλώς εξ ιδίας εμπειρίας την προσωπικότητα και το μοναδικόν έργον του Σεβασμιωτάτου. Πολλοί εκ των καθηγητών έχουν διδάξει (σημ.: ανάμεσα σ’ αυτούς ο π. Θεόδωρος Ζήσης) εις τα οργανωμένα υπό του Σεβασμιωτάτου σεμινάρια, τα οποία έχουν παρακολουθήσει επίσης πολλοί εκ των επιστημονικών συνεργατών (σημ.: και του π. Θεοδώρου Ζήση) αλλά και των φοιτητών μας. Δύο φορές ηκούσαμεν τον Μητροπολίτην Ελβετίας … να αναπτύσση με εμβρίθεια και πληρότητα θεολογικά θέματα, σχετιζόμενα προς την οικουμενικήν αποστολήν της Ορθοδοξίας, όπου πράγματι κινείται με εκπληκτικήν άνεσιν».

Ο συγκεκριμένος Μητροπολίτης δεν ήταν τυχαίο πρόσωπο, ήταν αυτός που είχε επωμισθεί το έργο της προετοιμασίας της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, αλλά εν πολλοίς και της επιτυχούς πορείας των διαλόγων.

Στο πλαίσιο της καλής συνεργασίας που είχαν ο  καθηγητής Θεόδωρος Ζήσης και ο Μητροπολίτης Ελβετίας, δημοσιεύτηκε στη σειρά: «Διάλογος. Μελέτες και κείμενα περί των σχέσεων Ορθοδοξίας και Δύσεως», την οποία διηύθυνε ο πρώτος, το έργο του δευτέρου: «Θεολογικοί Διάλογοι. Μια ορθόδοξος προοπτική», Θεσσαλονίκη 1986. Πρόκειται για ένα σημαντικό βιβλίο, στο οποίο πράγματι αποτυπώνεται «η εκπληκτική άνεση, η εμβρίθεια και η θεολογική πληρότητα» του συγγραφέα και στο οποίο καταγράφονται με αυθεντικό τρόπο τα συντελεσθέντα βήματα του διαλόγου με τις ετερόδοξες εκκλησίες. Όταν κυκλοφόρησε το συγκεκριμένο βιβλίο, διανεμήθηκε από τους εκδότες και τον διευθυντή της σειράς εξ ονόματος του συγγραφέα σε συναδέλφους και σε φοιτητές, συνιστώμενον ως ένα μνημειώδες βιβλίο.

Το Τμήμα Ποιμαντικής, από την αρχή της συστάσεώς του, επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προβολή των θεολογικών διαλόγων, γι’ αυτό και ενέταξε στο προπτυχιακό και μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών σειρά σχετικών μαθημάτων.

2. Τα παραπάνω αναφέρονται ως ενδεικτικά γεγονότα, μαρτυρούντα το θεολογικό κλίμα, το οποίο υπήρχε και καλλιεργείτο στον ακαδημαϊκό χώρο λίγο πριν απο την Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη, που έγινε στο Πατριαρχικό Κέντρο του Chambesy (Νοέμβριος του 1986), στην οποία μετείχε και ο καθηγητής Θεόδωρος Ζήσης, ως Σύμβουλος της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η συγκεκριμένη Προσυνοδική Διάσκεψη είναι αυτή που συζήτησε, συνέταξε και ενέκρινε τα τέσσερα πιο βασικά κείμενα, τα οποία παραπέμφθησαν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης. Δηλαδή τα κείμενα: α) περί της σπουδαιότητος της νηστείας, β) περί των σχέσεων της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, γ) περί της Οικουμενικής Κίνησης και δ) περί της αποστολής της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο.  

Η Γ΄ Προσυνοδική ήταν η πιο παραγωγική Διάσκεψη και αυτή που αντιμετώπισε τα πιο επίμαχα ζητήματα. Ενδεικτικά, στο πλαίσιο των σχέσεων της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τους ετεροδόξους τέθηκε και το θέμα, αν οι ετερόδοξοι μπορούν να χαρακτηριστούν εκκλησίες. Συγκεκριμένα ο τότε Μητροπολίτης Καρθαγένης Παρθένιος (ο μετέπειτα πατριάρχης Αλεξανδρείας) έλεγε εν συνεδρία τα εξής: «Εγώ όταν διαλέγομαι με τους Ρωμαιοκαθολικούς – είναι η κρίσιμος ερώτησις – παραδέχομαι ότι είναι Εκκλησία ή όχι; Είναι ένα καίριον σημείον. Να πούμε τί είναι αυτοί οι άνθρωποι. Δηλαδή η Ορθόδοξος  Εκκλησία είναι η μόνη Εκκλησία και όλοι οι άλλοι είναι εκτός της Εκκλησίας; Ή έχουν και αυτοί κάτι από την Εκκλησίαν; Τί είναι οι Ρωμαιοκαθολικοί και τί είναι αι Αρχαίαι Ανατολικαί Εκκλησίαι; Εάν παραδεχθώ ότι είναι Εκκλησίαι, θα αρχίσω να διαλέγομαι τουλάχιστον πιο αδελφικά. Εάν όμως δεν είναι Εκκλησίαι, τότε τί γίνεται; Αυτήν την απορίαν έχω και θα ήθελα κάποιαν λύσιν» (Συνοδικά ΙΧ, Γενεύη 2014, σ. 105). Τον προβληματισμό του Μητροπολίτη Καρθαγένης σχολίασε ευθύς αμέσως ο Πρόεδρος της Διασκέψεως Μητροπολίτης Μύρων (ο μετέπειτα Εφέσου) Χρυσόστομος με τα εξής: «Θα υπενθυμίσω εις την Ολομέλειαν ότι εις την πρώτην φάσιν της προσυνοδικής προπαρασκευής μας μεταξύ των θεμάτων μας είχομεν και το θεολογικόν θέμα της Οικονομίας εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Και του λόγου όντος περί της Οικονομίας, την οποίαν δύναται ή πρέπει ή επιτρέπεται να εφαρμόση η Ορθοδοξία προς τους εκτός αυτής, είχομεν μίαν μακράν παράγραφον περί του στοιχείου της εκκλησιαστικότητος των μεθ’ ων διαλεγόμεθα. Όπου και με κάποιαν δογματικήν και θεολογικήν ευαισθησίαν ελέγετο, διατί διαλεγόμεθα, πώς διαλεγόμεθα και εις ποίον βαθμόν εκκλησιαστικότητος θεωρούμεν ότι ευρίσκονται οι αδελφοί μας μεθ’ ων διαλεγόμεθα» (όπ.π.).  Στη συγκεκριμένη θέση του Προέδρου ουδείς προέβαλε αντίρρηση και ουδείς εξέφρασε διαφορετική άποψη.

Εκτός από την  παραπάνω συζήτηση, στην Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη δεν έγινε περαιτέρω λόγος για το επίμαχο ζήτημα της εκκλησιαστικότητος ή μη των ετεροδόξων. Όμως είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η συσχέτιση της Οικονομίας με το ζήτημα αυτό δεν ήταν έωλη, στηριζόταν στην κανονική πράξη της Εκκλησίας, π.χ. σε εκείνους τους κανόνες που αναφέρονται στον τρόπο ένταξης  των αιρετικών στο εκκλησιαστικό σώμα, οι οποίοι κανόνες συνιστούν και τη ραχοκοκαλιά της σχετικής Ακολουθίας των  Ευχολογίων, στηριζόταν επίσης στα πρακτικά της Ζ΄ (βλ. α΄ Πράξη, Mansi, τ. 12, στ. 1038 εξ.) και της Η΄ (βλ. β΄ Πράξη, Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος χαράς, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 278 εξ.) Οικουμενικής Συνόδου, που αναφέρονται στη μη αναχειροτόνηση των αιρετικών κληρικών (συμπεριλαμβανομένων και αυτών που χειροτονήθηκαν από αιρετικούς) κ. άλ. Η επιλογή της Οικονομίας ήταν κυρίαρχη διαχρονικά σε σχέση με την πράξη της Ακρίβειας. Εξαιρέσεις αποτελούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες η Εκκλησία υφίστατο την απειλητική προπαγάνδα των ετεροδόξων, ιδίως κατά την Τουρκοκρατία.

Η αναγκαιότητα να γίνει αποδεκτός ο όρος «εκκλησία» για τους ετεροδόξους στο κλίμα των διαλόγων επισημαίνεται και στο παρακάτω σχόλιο του π. Θεοδώρου Ζήση περί των συζητηθέντων στην Ζ΄ Συνέλευση της Μικτής Επιτροπής του Διαλόγου Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (Balamand του Λιβάνου, 17-24 Ιουνίου 1993): «Επισημαίνομεν, επίσης, την υιοθέτησιν απαραδέκτου ορολογίας, η οποία οδηγεί εις εγκατάλειψιν της εκκλησιαστικής Ορθοδόξου αυτοσυνειδησίας. Θα ήτο ασφαλώς πολύ να ζητήση κανείς εις κείμενον Διαλόγου να μη χρησιμοποιείται ο όρος «εκκλησία» «εκκλησίαι» δια τους ετεροδόξους, όπως κατ’ ακρίβειαν αρμόζει, εφ’ όσον η εκκλησιαστικότης των Ρωμαιοκαθολικών και των άλλων ετεροδόξων δεν γίνεται δεκτή υπο των Ορθοδόξων. Αυτό θα απετέλει πρόκλησιν και προσβολήν, ήτις θα καθίστα αδύνατον ακόμη και την έναρξιν του διαλόγου» (Ουνία. Νεώτερες εξελίξεις, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 55). Στη συνέχεια ο π. Θεόδωρος Ζήσης απορρίπτει, και δικαίως, τον όρο «Καθολική Εκκλησία», «όστις αποδίδει το σύνολον της εννοίας της Εκκλησίας εις τους Ρωμαιοκαθολικούς, ταυτίζων αυτούς προς την Μίαν, Αγίαν, Καθολικήν και Αποστολικήν Εκκλησίαν» (αυτή βέβαια ήταν «η απαράδεκτη ορολογία», που επισημαίνεται στο παράθεμα) και αποδέχεται για αυτούς τον όρο «Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία», «όστις τουλάχιστον περιορίζει την καθολικότητα εις τον χώρον της δικαιοδοσίας της Ρώμης» (όπ.π.).

3. Η χρήση του όρου «εκκλησία», προκειμένου για τους Λατίνους, είχε διέλθει διάφορα στάδια που σχετίζονται με το γεγονός πώς αντιμετώπιζε κατά καιρούς η Ανατολική Εκκλησία τη Δυτική. Είναι ιστορικά μαρτυρημένο π.χ. ότι μετά το σχίσμα (δηλαδή μετά το 1009 ή έστω το 1054), οπότε διακόπηκε η μνημόνευση των ονομάτων στα δίπτυχα δεν έπαυσαν οι εντός ναών επικοινωνίες μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών χριστιανών. Ενδεικτικά, ο άγιος Κύριλλος Φιλεώτης (+ 1100), ο πνευματικός ποδηγέτης του αυτοκράτορα Αλεξίου Α’ Κομνηνού, προσήλθε  προς το τέλος του 11ου αιώνα ως προσκυνητής μαζί με τον κατά σάρκα αδελφό του στον ναό του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και συμμετείχε σε λατρευτικές συνάξεις (Ε. Sargologos, εκδ., La vie de saint Cyrille de Phileote, moine Byzantine, Βρυξέλες 1964, σ. 101, 104).  Το ίδιο και Λατίνοι προσκυνητές προσέρχονταν στα προσκυνήματα της Ανατολής, ιδίως στους Αγίους Τόπους ( Steven Runciman, The Eastern Schism. A study of the Papacy and the Eastern Churches during the XIth and XIIth centuries, Οξφόρδη 1955, σ. 37εξ.). Είναι χαρακτηριστικά όσα σχετικά αναφέρει ο Αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματιανός (13ος αιώνας), ο οποίος σημειωτέον στα έργα του πλειστάκις είναι επικριτικός κατά των λατινικών κακοδοξιών και καινοτομιών: «Πυκνούται δε και η Ιταλία θείων αποστόλων και μαρτύρων ναοίς, ων κορυφαίος ο εν τη Ρώμη περίκλυτος του εν αποστόλοις κορυφαίου Πέτρου ναός˙ εν οις ημέτεροι εισερχόμενοι εκ τε της ιερατικής μερίδος και της λαϊκής, προσευχάς τε ποιούνται προς Θεόν, και τοις εν αυτοίς τιμωμένοις αγίοις την σχετικήν προσκύνησιν και τιμήν απονέμουσι. Και πρόκριμα εντεύθεν ουδόλως υφίσταται, αφ’ οις δηλαδή υπό τους Λατίνους εισί ναοίς» (J. – B. Pitra, Analecta sacta …, τ. 6ος, Ρώμη 1891, στ. 728 και Ράλλη – Ποτλή, τ. Ε΄, σ. 435).

Ο ίδιος δίνει περαιτέρω και μια άλλη πτυχή για τη στάση της Ανατολής απέναντι στους Λατίνους: «Τινές των Λατίνων ευρίσκονται μη καθόλου διαφερόμενοι προς τα καθ’ ημάς έθη, τά τε δογματικά και τα εκκλησιαστικά, και εισί, ως αν τις είπη επαμφοτερίζοντες. Ώσπερ τοίνυν το επισκληρύνεσθαι τοις επίπαν διαφερομένοις ημίν, εξαιρέτως επί τω δόγματι της του Αγίου Πνεύματος εκπορεύσεως, καθήκον και όσιον˙ ούτω συγκαταβαίνειν τοις μη τοιούτοις και συνέρχεσθαι, ου προκρινεί  τω αρχιερεί, ως οικονομίαν πεπιστευμένω και μετερχομένω την πρέπουσαν οικονόμοις ψυχών; Όθεν και εις τας εκκλησίας αυτών προσκληθείς ούτος, ανενδοιάστως αφίξεται˙ των αγίων γαρ εικόνων εισί και ούτοι προσκυνηταί και εν τοις κατ’ αυτούς ναοίς αναστηλούσιν αυτάς˙ και προθύμως προσερχομένοις τούτοις, μεταδώσει κατακλαστού, όταν εν τη καθολική εκκλησία παραγένωνται˙ ή τοιαύτη γάρ συνήθεια δύναμιν έχει κατά μικρόν μετελκύσαι αυτούς καθόλου προς τα καθ’ ημάς ιερά έθη και δόγματα» (J. – B. Pitra , όπ.π., στ. 727-728, και Ράλλη – Ποτλή, όπ.π.,  σ. 434-435).

Η πράξη να γίνονται αποδεκτοί Λατίνοι σε ναούς των ορθοδόξων και να τους προσφέρεται κατακλαστό ή αντίδωρο ή «παναγία» συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες, σύμφωνα με σχετικές μαρτυρίες δυο σπουδαίων πατριαρχών, του Γενναδίου Σχολαρίου (15ος αι.) και του Δοσιθέου Ιεροσολύμων (17ος  αι.). Ο πρώτος μάλιστα «τους Αρμενίους και Λατίνους δεν καλεί αιρετικούς αλλά εσχισμένους, κεχωρισμένους, ετεροδόξους και συνιστά … ούτοι να γίνωνται δεκτοί με απλήν ομολογίαν, χωρίς αναβαπτισμόν ή χρίσιν» (Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος. Βίος – Συγγράμματα – διδασκαλία, Θεσσαλονίκη 19882, σ. 312).

Το ιεραποστολικό πνεύμα, που εκπέμπεται από το παράθεμα του Δημητρίου Χωματιανού, εμφωλεύει στο DNA των Ορθοδόξων, ως κίνηση ψυχής προς επανευαγγελισμό των ετεροδόξων χριστιανών. Δυστυχώς η υπεροψία και η διασπαστική, δια της προπαγάνδας, πολιτική της Ρώμης, καθώς και η σκληρή δουλεία στους απογόνους της Άγαρ, συνεσκίασαν τον πλατύν ορίζοντα των Ανατολικών, ο οποίος, κατά τη μαρτυρία του Χωματιανού, συνάγεται ότι ήταν κυρίαρχος στους πρώτους αιώνες μετά το σχίσμα. «Αντιθέτως προς την διασπαστικήν πολιτικήν του πάπα, ο πατριάρχης και οι αυτοκράτορες της Ανατολής έδειξαν δια της στάσεώς τους πόσον επιθυμούν την ειρήνην και σέβονται την αλήθειαν. Εδικαιούντο και ηδύναντο, διότι τότε είχον πολλήν σοφίαν και πολιτικήν δύναμιν, να πλάσουν ευχερέστερον ένα πατριάρχην εις την θέσιν του Ρώμης και να συγκαλέσουν οικουμενικήν σύνοδον προς καταδίκην των καινοτομιών. Επίστευον ακραδάντως οι Ορθόδοξοι ότι μόνος ο πάπας δεν δύναται να λύση θέματα πίστεως και ανέμενον να συγκροτηθή κοινή σύνοδος, ένθα θα εξητάζετο η διαφορά. Εσέβοντο, δηλαδή, την καθολικότητα της Εκκλησίας και ήθελαν να μην είναι αύτη ελλιπής, έστω και κατά το μέρος της απουσίας της Ρώμης» (Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Β’ Σχολάριος, όπ.π., σ. 498). Από το παράθεμα δίνεται η αφορμή να υποστηριχτεί, mutatis mutandis, ότι το ίδιο πνεύμα είχε και η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης, προς κατανόηση από τους Δυτικούς της ορθόδοξης διδασκαλίας.

4. Η χρήση του όρου «εκκλησία» προκειμένου για τους ετεροδόξους κυριαρχεί κατά τους τελευταίους αιώνες στη θεολογική βιβλιογραφία, όχι μόνο στα κείμενα των λεγομένων προοδευτικών αλλά και σε εκείνα των λεγομένων παραδοσιακών. Αναφέρεται ευρύτατα στα ακαδημαϊκά συγγράμματα και στα πιο εκλαϊκευμένα κείμενα. Είναι αφέλεια να πιστεύουμε ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης είναι αυτή που εισήγαγε τον όρο για τους ετεροδόξους. Δίνω εδώ ενδεικτικές αναφορές από τα κείμενα του π. Θεοδώρου Ζήση: «Η υποτίμηση του λαού από την Εκκλησία της Ρώμης ενισχύει επίσης ο αποκλεισμός των λαϊκών από την κοινωνία του ποτηρίου …» (Ηθικά Κεφάλαια, Θεσσαλονίκη 2002, σ. 133). «Όλα αυτά τα μέτρα, κατάλοιπα της απολυταρχίας και φεουδαρχίας μέσα στην Δυτική Εκκλησία …» (όπ.π., σ. 134). «Σύμφωνα με την εκκλησιολογία των προτεσταντών δεν υπάρχει ιερατική δομή στην εκκλησία και ιδιαίτερα ιερατείο … Η διδασκαλία αυτή ήταν απαραίτητη στη μεταρρύθμιση για να μπορέσει να απαλλαγεί από την εκκλησία της Ρώμης …» (όπ.π,  σ. 135). Αυτά είναι μόνο τρία παραδείγματα από ένα μόνο βιβλίο του σεβαστού δασκάλου, το οποίο διένειμε μαζί με άλλα στους φοιτητές ως εγχειρίδιο μέχρι το 2008 οπότε εξήλθε της ενεργού ακαδημαϊκής δράσεως.

Διερωτώμαι: Αν στους φοιτητές μπορούμε να διδάσκουμε ότι οι ετερόδοξοι είναι εκκλησία και να τους καταρτίζουμε έτσι, πώς τεκμηριώνουμε επιστημονικά την αμφισβήτηση, ότι δεν πρέπει μια Πανορθόδοξη Σύνοδος να χρησιμοποιεί τον ίδιο όρο; Μήπως βλέπουμε μόνο τα αλλότρια και παραβλέπομε τα ημέτερα;

Δεν θα ήθελα εδώ να κουράσω τον αναγνώστη με παράθεση άλλων παραδειγμάτων, εξάλλου ο κατάλογος αυτός μπορεί να καλύψει πλήθος σελίδων. Επικαλούμαι μόνο την ευρύτατη χρήση του όρου, ξεκινώντας από τους Καθηγητές της Δογματικής στις Θεολογικές Σχολές και φτάνοντας μέχρι τον Χρύσανθο Νοταρά (Κ. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τ. Γ΄, σ. 96: «… και περιπαιζόντων αδεώς εξίσου την τε ανατολικήν και δυτικήν αγίαν εκκλησίαν») και τον θείο του Δοσίθεο (βλ. ενδεικτικά, Δωδεκάβιβλος, βιβλίον Η΄, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 301, 323 και αλ.), αυτούς τους δυναμικούς πατριάρχες της αγίας πόλεως Ιερουσαλήμ, και επέκεινα μέχρι τον Νείλο Καβάσιλα, τον μεγάλο αντιλατίνο Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. («Λόγος αποδεικνύς μη άλλο τι  το της διαστάσεως της Λατινικής εκκλησίας και ημών …», η οποία είναι μια περιεκτική πραγματεία, ισχυρά τεκμηριωμένη, στην οποία αναιρούνται οι αξιώσεις του πάπα).

Βεβαίως μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι τα παραπάνω προέρχονται από εκκλησιαστικά πρόσωπα, αξιόλογα μεν, όχι όμως άγια. Οι άγιοι είναι αυτοί που έχουν το υψηλό κύρος. Όμως και εδώ οι πηγές συστοιχούν απολύτως προς τα προηγούμενα.  Δίνω τρία και πάλι παραδείγματα, αυτή τη φορά από κείμενα αγίων: 1. Του αγίου Μάρκου Ευγενικού: «Είπεν ουν ο Εφέσου, πρώτον μέν όπως εστίν αναγκαιότης η ειρήνη, ην κατέλιπεν υμίν ο δεσπότης Χριστός, και η αγάπη˙ δεύτερον, ότι παρέβλεψεν η Ρωμαϊκή εκκλησία την αγάπην …» (Σίλβεστρου Συρόπουλου, Le memoires …, σ. 326, βλ. και σ. 272, 282 κ. αλ.).  2. Του αγίου Φιλοθέου Κοκκίνου («… ο Βαρλαάμ παρά τη των Λατίνων εκκλησία  και φυς και τραφείς», Δογματικοί λόγοι, λόγος 12, εκδ. Δ. Καϊμάκη, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 480). Ενδιαφέρον για το θέμα είναι ένα πατριαρχικό γράμμα προς τον αρχιεπίσκοπο Αχρίδος, χρονολογούμενο το 1369, οπότε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Φιλόθεος Κόκκινος. Δι’ αυτού ο πατριάρχης κοινοποιεί στον αποδέκτη της επιστολής την απόφαση για σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου, «κατά τας προγεγονυίας επτά Οικουμενικάς Συνόδους» (επομένως ο συντάκτης της επιστολής δεν συγκαταλέγει στις Οικουμενικές αυτή  του Φωτίου και τις επι Γρηγορίου Παλαμά) «περί ενώσεως και ομονοίας των εκκλησιών, της τε ημετέρας δήλον ότι και της των λατίνων». Οι πατριάρχες της Αλεξανδρείας και της Αντιοχείας είχαν ήδη κάνει αποδεκτή την πρόταση. (Muller – Miklosich, Acta …, τ. Β΄, σ. 491). 3.  Του αγίου Νεκταρίου, «Η δυτική Εκκλησία … πρεσβεύει την δι’ αζύμου άρτου εκτέλεσιν του Μυστικού Δείπνου λίαν εσφαλμένως …» (Άπαντα, τ. Α΄, Αθήνα 2005, σ. 140 και αλ.). Βέβαια πολύ πιο χρήσιμη για το θέμα μας είναι το ad hoc τρίτομο έργο του Αγίου: Μελέτη ιστορική περί των αιτιών του σχίσματος, περί της διαιωνίσεως αυτού και περί του δυνατού ή αδυνάτου της ενώσεως των δύο Εκκλησιών, της Ανατολικής και της Δυτικής, Αθήνα 1911.Τις δύο Εκκλησίες ο Άγιος τις αποκαλεί «αδερφές».

Όμως και πάλι μπορεί να προβληθεί άλλη αντίρρηση: οι άγιοι εκφράζουν μόνο προσωπικές γνώμες και ως εκ τούτου μεμονωμένα δεν μπορούν να δογματίζουν, παρά μόνο εν συνόδω. Υπεράνω όλων είναι οι σύνοδοι. Ανέφερα και παλαιότερα και τώρα επαυξάνω τις σχετικές συνοδικές μαρτυρίες.

α) Η Σύνοδος του 1406 υπο την προεδρεία του Ιωσήφ Βρυένιου στην Κύπρο αναφέρει τα εξής: «Πως γαρ αυτούς και παραλογίσασθαι δυνησόμεθα, της υποτυπώσεως εγγράφως … διαγορευούσης ότι, εάν ομολογώσι την της Ρώμης εκκλησίαν, ήτοι τον πάπαν και τους υπ’ αυτόν επισκόπους, ορθόδοξα φρονείν και ου σχισματικούς άντικρυς, μέχρις αν το περί τούτου οικουμενική συνόδω διακριθή, μηδαμώς αυτοίς κοινωνήσητε» (Β. Κατσαρού, Ιωσήφ Βρυεννίου, Τα πρακτικά της Συνόδου της Κύπρου 1406, σ. 46).

β) Η πολύ σημαντική Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του έτους 1484,  η οποία ακύρωσε της αποφάσεις της Συνόδου Φερράρας - Φλωρεντίας, ομιλεί περί των προσερχομένων «εκ της Λατινικής εκκλησίας προς την Ορθόδοξον» (Ράλλη – Ποτλή, όπ. π., σ. 143, 144).

γ) Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Β΄ συνοδικώς αποφαίνεται: 1. «Επειδή και πάλιν η εκκλησία της πρεσβυτέρας Ρώμης άτε καινοτομίας χαίρουσα, τοις περί αυτήν αστρονόμοις …» 2. «Γράφετε ούν ήδη ότι εισβαλείν μερικά θέλει η δυτική εκκλησία των βιβλίων της ανατολικής …», «… ότι το σχίσμα και η κατάστασις των δύο εκκλησιών ούκ επι της ημετέρας συμβέβηκε πατριαρχίας …» (Μ. Γεδεών, Κανονικαί Διατάξεις,  τ. Α΄, εν Κωνσταντινουπόλει 1888, σ. 34 και 39 αντίστοιχα. Βλ. και Δοσιθέου Ιεροσολύμων, Τόμος αγάπης, σ. 538, 542 αντίστοιχα). 3. «Είθε συμφρονήσοιτε τη ημετέρα του Χριστού Εκκλησία. Όπερ, ει αληθώς και ολοψύχως έργοις ποιήσετε, χαρά πάντως εν ουρανώ και επι γης έσται επι τη ενώσει της εκατέρων Εκκλησίας, τη εις δόξαν Χριστού γενήσεσθαι ελπιζομένη».  Και αλλού: «Τηνικαύτα γάρ τω ότι συγκοινωνοί ημίν έσεσθε, και ως παρρησία υποταγέντες τη καθ’ ημάς αγία και Καθολική εκκλησία του Χριστού, παρά πάντων των νουνεχών επαινεθήσεσθε˙ και ούτω ταιν δυοίν εκκλησίαιν μιάς συν Θεώ γενομένης … » (Ι. Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, εν Αθήναις 1960, τ. Α΄, σ. 443 και σ. 503 αντίστοιχα).

δ) Παρόμοια ορολογία χρησιμοποιεί και η Μεγάλη Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 1848.

 Οι παραπάνω συνοδικές μαρτυρίες διαψεύδουν τον νεώτατον ισχυρισμό κάποιων, ότι πρώτος ο Μελέτιος Μεταξάκης στο Πανορθόδοξο Συνέδριο της Κωνσταντινουπόλεως (1923) χρησιμοποίησε σε συνοδικό κείμενο τον όρο εκκλησία, για να χαρακτηρίσει έτσι τους Ρωμαιοκαθολικούς και τους Προτεστάντες. Είναι προφανές ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός είναι ατεκμηρίωτος και εντάσσεται σε μια επιλεγμένη στάση παραπληροφόρησης που θέλει μεθοδικά να παρουσιάσει ότι μια τέτοια ορολογία είναι μεταγενέστερον εφεύρημα ενός νεωτεριστή πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

5. Σε αυτό το σημείο τίθεται ένα καίριο ερώτημα: οι Πατέρες και οι Σύνοδοι χρησιμοποιώντας  τον όρο εκκλησία για αιρετικούς, προσδίδουν ταυτόχρονα και εκκλησιαστικότητα σ΄αυτούς; Είναι αυτονόητον ότι ένας όρος κατά περίπτωση μπορεί να έχει και διαφορετικό περιεχόμενο. Το δεύτερο εξίσου σημαντικό ερώτημα είναι πώς εκλαμβάνονται οι ετερόδοξοι από την πρόσφατη Αγία και Μεγάλη Σύνοδο; Για να απαντηθούν διεξοδικά αυτά τα ερωτήματα είναι ανάγκη να γίνει συστηματική μελέτη, που να παρουσιάζει τις σχετικές πηγές (εκδεδομένες και μη) καθώς και τα επίσημα κείμενα των Προσυνοδικών διαβουλεύσεων και των διαλόγων. Εδώ μόνο θα αναφέρω αρχές που τέθηκαν ως αναγκαία προϋπόθεση  για τη συμμετοχή των Ορθοδόξων Εκκλησιών στους διαλόγους. Παραθέτω ενδεικτικά δύο αποσπάσματα από το μνημονευθέν βιβλίο του αειμνήστου Μητροπολίτη Ελβετίας κυρού Δαμασκηνού:

  • «Η προς τα μέλη των ορθοδόξων επιτροπών όλων των διμερών θεολογικών διαλόγων δοθείσα εκκλησιαστική εξουσιοδότησις δεν παρέχει εις αυτά και την ευχέρειαν συζητήσεων ή υποχωρήσεων: α) εις την περί των κανονικών ορίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας διδασκαλίαν και β) εις την διδασκαλίαν περί την σχέσιν αυτής προς την μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν, εν η διαφυλάσσεται ακαινοτόμητος η σωτηριώδης αλήθεια της πίστεως. Αυταί θεωρούνται αυτονόητοι εκκλησιολογικαί προϋποθέσεις» (Θεολογικοί Διάλογοι, όπ. π., σ. 112-113)
  • «Είναι λοιπόν ευνόητον ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία, ταυτίζουσα τα κανονικά όρια αυτής προς τα όρια της μιάς, αγίας καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, δεν αποδέχεται την διδασκαλίαν περί κατ’ ευθείαν υπο του Κυρίου παροχής της θείας Χάριτος και εις τους εκτός των κανονικών ορίων αυτής ευρισκομένους αιρετικούς ή σχισματικούς. Εμμένει σταθερώς εις την πατερικήν παράδοσιν ότι η παροχή της θείας Χάριτος ενεργείται υπό του Αγίου Πνεύματος εν μόνη τη Εκκλησία εκείνη, ήτις πραγματώνει το αυθεντικόν έν σώμα Χριστού εις την ιστορίαν της σωτηρίας, διό και αφ’ ενός μεν παραμένει αμετακίνητος εις την αρχήν ότι extra ecclesiam nulla salus, αφ’ ετέρου δε απορρίπτει το κύρος των εκτός αυτής τελουμένων μυστηρίων, θεωρούσα ταύτα όχι μόνον ανενεργά αλλά και άκυρα». (όπ. π., σ. 117).

Θα ήθελα με απόλυτη ειλικρίνεια να πληροφορήσω τον καλοπροαίρετο αναγνώστη ότι αυτό ήταν και το κυρίαρχο πνεύμα των μελών της Ειδικής Διορθόδοξης Επιτροπής που ανέλαβε, κατ’ εντολήν της Συνάξεως των Προκαθημένων (2014), την επιμέλεια και την επικαιροποίηση των κειμένων της Β΄ και της Γ΄ Προσυνοδικής Διασκέψεως. Η Επιτροπή κινήθηκε στο πλαίσιο των παραπάνω αρχών και αυτών που προβλέπει η διαχρονική κανονική πράξη της Εκκλησίας, παρά το γεγονός ότι ο θεολογικός προβληματισμός παλαιότερα ήταν πιο ανοικτός για τα  όρια της Εκκλησίας.  Π.χ. «οι εκτός της Εκκλησίας υπό την επήρειαν του Πνεύματος τελούντες είναι μέλη της Εκκλησίας ουχί τω πράγματι (in re) αλλά τη διαθέσει, τη επιθυμία (in voto) και η παραμονή των εκτός της εκκλησίας δεν οφείλεται εις συνειδητήν κατά του Πνεύματος αντίστασιν, αλλά εις ιστορικούς, γεωγραφικούς, εξωτερικούς εν γένει παράγοντας», (Πρωτοπρ. Θεοδώρου Ζήση, Επόμενοι τοις θείοις πατράσι. Αρχές και κριτήρια της Πατερικής Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 169 -170).  Παρά το ότι η Επιτροπή γνώριζε την ύπαρξη τέτοιων θέσεων και παρά το ότι οι προηγούμενες Προσυνοδικές έκλιναν προς αυτές, αυτή κινήθηκε σε συντηρητικότερο πλαίσιο. Αυτό το διαπιστώνει εύκολα  ο αντικειμενικός και προσεκτικός αναλυτής των κειμένων. Τότε πού αποβλέπουν οι μομφές κατά των προσυνοδικών και συνοδικών αποφάσεων;

Θυμίζω ότι γράφηκαν και ακούστηκαν ποικίλα επικριτικά σχόλια: Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος θα καταργήσει τη νηστεία, θα επιτρέψει το γάμο στους εξαδέλφους, θα υποτάξει την Εκκλησία στον Πάπα, θα καταργήσει το ράσο! Είπαν και άλλα πολλά, όσα δεν έπρεπε να πουν. Οι επικριτές ή μάλλον οι ψιθυριστές έφτασαν να διασύρουν την ειρημένη Επιτροπή ότι αποδέχτηκε δήθεν την ομοφυλοφιλία (βλ. το κύριο άρθρο του Ορθοδόξου Τύπου, 13 Μαρτίου 2015). Ακόμα και όταν διαψεύστηκε η συγκεκριμένη κατηγορία, με ενυπόγραφη ανακοίνωση όλων των μελών της Επιτροπής, υπήρχαν Μ.Μ.Ε. που παρέμειναν αμετάπειστα (δείγμα του πληγωμένου εγωισμού, που βέβαια επικαλύφθηκε με τα γνωστά τερτίπια, ότι δήθεν πολεμείται ο δημοσιογραφικός λόγος). Ακόμα και ιεράρχες της Εκκλησίας της Ελλάδος κράτησαν στάση ασαφή και διετύπωσαν δημοσίως τις επί του θέματος θέσεις τους με γλώσσα Πυθίας, ήτοι «ήξεις αφ’ ήξεις». Ήθελαν να παρουσιαστούν φύλακες της Ορθοδοξίας, αλλά νομίζω περισσότερο των νώτων τους, γιατί γνώριζαν πολύ καλά ότι αναπαράγουν στον δημόσιο χώρο ατεκμηρίωτες και αδιασταύρωτες φήμες. Εξέφραζαν «διφασίας γνώμας» «κιρνώσας αθυμίαν».  Όμως έτσι δεν πείθουν τους εχέφρονες, παρά μόνον όσους λειτουργούν με παρορμητισμό. Αυτός ο τρόπος πόρρω απέχει από το πατερικό φρόνημα, το οποίο πάντοτε εκφέρεται με σοβαρότητα, με υπευθυνότητα και κυρίως με φόβο Θεού.

6.  Οι επικρίσεις ότι η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης πρόδωσε την Ορθόδοξη Παράδοση στοχεύουν ώστε η Σύνοδος  να περάσει στην ιστορία ως ληστρική, δηλαδή ότι υιοθέτησε οθνεία πίστη και τάξη. Θα πρέπει όμως να υπογραμμιστεί με έμφαση ότι τα κείμενα (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων) προσυνοδικά ετοιμάστηκαν και υπογράφηκαν από τους εκπροσώπους ΟΛΩΝ των εκκλησιών τουλάχιστον έξι φορές: το 1982 (Β΄ Προσυνοδική), το 1986 (Γ΄ Προσυνοδική), το 2009 (Δ΄ Προσυνοδική), το 2014-2015 (Ειδική Διορθόδοξη Επιτροπή), το 2015 (Ε΄ Προσυνοδική), το 2016 (Σύναξη Προκαθημένων).

Έτσι εδώ τίθεται το εύλογο ερώτημα: ενώ για τη σύνταξη και την έγκριση των κειμένων ήταν ομόφωνες ΟΛΕΣ οι Εκκλησίες (επαναλαμβάνω πλήν ελαχίστων εξαιρέσεων), γιατί τα βέλη στρέφονται μόνο κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και αμνηστεύονται άλλες Εκκλησίες, ιδίως εκείνες που απείχαν από τη Σύνοδο της Κρήτης; Κατά την άποψή μου, όχι για θεολογικούς λόγους. Αν υπήρχαν θεολογικές αντιρρήσεις,  θα διατυπώνονταν κατά την προσυνοδική περίοδο. Αντίθετα, μέχρι την τελευταία συνάντηση της Γραμματείας της Συνόδου στην Κρήτη (18-20 Μαΐου 2016) ουδεμία διαφωνία ηκούσθη, πλήν ίσως η μόνιμη αντίρρηση των Αντιοχειανών για το θέμα του Κάταρ και η απαίτηση των Γεωργιανών να μην υπάρξει οποιαδήποτε διατύπωση που να επιτρέπει τη σύναψη μικτών γάμων. Είναι αυτονόητον ότι τα βέλη κατά του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως έχουν άλλη αφετηρία.

Θα επαναλάβω εδώ μια παλαιότερη θέση του π. Θεοδώρου Ζήση, η οποία, κατά την άποψή μου, αποδίδει και τη σύγχρονη πραγματικότητα: «Αποκαλυπτικό των προθέσεων αυτών (δηλαδή των Οργανωσιακών) είναι το κείμενον – λίβελλος του στενωτέρου συνεργάτου του Ιερωνύμου (Α΄, Αρχιεπισκόπου Αθηνών) μητροπολίτου πρώην Αττικής και Μεγαρίδος Νικοδήμου (Γκατζιρούλη), Ανοικτό Υπόμνημα προς τους Έλληνες Ιεράρχες. Επαναλαμβάνει τα επιχειρήματα του Κοραή και του Φαρμακίδου αλλά και πολλών συγχρόνων Σλάβων Ορθοδόξων θεολόγων, οι οποίοι προετοιμάζουν θεολογικώς το έδαφος δια την άνοδον εις τον οικουμενικόν θρόνον της Τρίτης Ρώμης, και υβρίζει αναίσχυντα τους ιεράρχας της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως» (Η θεολογία εις την Ελλάδα σήμερον, σ. 15).

Σήμερα οι ύβρεις έχουν προσλάβει άλλο περιεχόμενο και, κατά τη γνώμη μου, οφείλονται είτε στον τυφλό ζηλωτισμό, είτε σε αίσθημα παραγκωνισμού, είτε σε άλλης μορφής εμπάθεια, ακόμη και αυτής του «αγγελισμού» που προκαλεί την κοινωνική ουτοπία. Βεβαίως υπάρχουν πάντοτε και οι γνωστές αξιώσεις της Τρίτης Ρώμης, οι οποίες διοχετεύονται ποικιλοτρόπως από επιλεγμένα Μ.Μ.Ε., όπως επίσης και από μεμονωμένα πρόσωπα, που εν γνώσει ή εν αγνοία  «προετοιμάζουν θεολογικώς το έδαφος δια την άνοδον εις τον οικουμενικόν θρόνον της Τρίτης Ρώμης».

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο όμως και εν γένει η ελληνική Ορθοδοξία είχε τεράστια συμβολή στην οικουμενική Ορθοδοξία, όπως υποστήριξε παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, και αυτό δεν πρέπει να παραθεωρηθεί.   

(τέλος Α' Μέρους - θα ακολουθήσει το Β' Μέρος)