Η επέτειος της εικοσιπενταετίας της πατριαρχίας του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, υπήρξε αφορμή για τη συγγραφή και τη δημοσίευση πολλών άρθρων, που ετίμησαν το γεγονός. Στα κείμενα αυτά, πολλοί και έγκριτοι συγγραφείς αναφέρθηκαν δια μακρών στα βασικά πεπραγμένα την όντως θεοτίμητης αυτής πατριαρχικής διακονίας, αποτυπώνοντας γεγονότα και καταστάσεις που σίγουρα θα αποτελέσουν ύλη μελέτης για τους εκκλησιαστικούς ιστορικούς του μέλλοντος. Στον συγγραφικό αυτό αμητό,  ας επιτραπεί σήμερα να προσθέσουμε ευσεβάστως ορισμένες σκέψεις.

          Αναμφισβήτητα πολλά και σημαντικά είναι τα γεγονότα της περιόδου αυτής. Από αυτά όμως τα μεγάλα και θαυμαστά σήμερα θα επικεντρωθούμε σε ορισμένα μόνο, τα οποία ωστόσο πιστεύω ότι είναι απολύτως καθοριστικά για το μέλλον. Ένα από τα κατορθώματα του Παναγιωτάτου, είναι η επαναλειτουργία, έστω και σε ετήσια βάση, των μεγάλων ορθοδόξων προσκυνημάτων στην Μικρά Ασία. Οι ναοί της Καππαδοκίας, το προσκύνημα του αγίου Νικολάου στα Μύρα και του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Έφεσο, η μονή της Παναγίας Σουμελά στον Πόντο, η αναγέννηση της Εκκλησίας της Σμύρνης, αλλά και της Σηλυβρίας, της Αδριανουπόλεως και των Κυδωνιών, αποτελούν ίσως τα πιο χαρακτηριστικά, αλλά βεβαίως όχι τα μόνα, παραδείγματα.

          Αν κάποιος ερμηνεύσει  τα ετήσια αυτά λειτουργικά προσκυνήματα ως απλές εθιμοτυπικές πράξεις, δεν καταλαβαίνει το βαθύτερο και πιο ουσιαστικό περιεχόμενό τους. Το να τελεσθεί και πάλι η θεία λειτουργία στους ναούς των προαιωνίων κοιτίδων του Γένους είναι πραγματικό κατόρθωμα, δεδομένου ότι πριν ορισμένες μόνο δεκαετίες ο Οικουμενικός Πατριάρχης ιερουργούσε μόνο εντός των ορίων της Πόλεως, όσον αφορά την τουρκική επικράτεια. Αν τώρα υπολογίσουμε ότι η λειτουργίες αυτές κατά κανόνα συνοδεύονται από επισκευές και αποκαταστάσεις των αντιστοίχων μνημείων, από προσκυνηματικές εκδρομές πιστών – συχνά απογόνων εκείνων που έχτισαν τους ναούς και έζησαν στα μέρη εκείνα – και από ανάλογες επισκέψεις διαφόρων προσωπικοτήτων, που δίνουν δημοσιότητα στην όλη προσπάθεια, μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε τη σημασία αυτής της πατριαρχικής προσπάθειας.

            Τελώντας ο Οικουμενικός Πατριάρχης την θεία λειτουργία, και ευλογώντας και υποστηρίζοντας την ανάλογη προσπάθεια ιεραρχών του Οικουμενικού Θρόνου στις επαρχίες τους, όπως λ.χ. ο Κυδωνιών κ. Αθηναγόρας, ο Σηλυβρίας κ. Μάξιμος, ο Σμύρνης κ. Βαρθολομαίος , πραγματοποιεί μια ριζικής σημασίας τομή στην ιστορία και την παράδοση του Γένους. Σε εποχές λήθης για την ιστορική μνήμη, σε καιρούς όπου η κρατική εξουσία υποστηρίζει την ιδεολογική χρήση της ιστορίας δια της απάλειψης όσων θεωρούνται αιχμηρά, ο Παναγιώτατος μνημονεύει τους κεκοιμημένους προγόνους μας στην Μικρά Ασία και τον Πόντο στους τόπους τους, ανάβοντας και πάλι τις λυχνίες των Μικρασιατικών Εκκλησιών.

             Αποτελεί αυτό πράξη πνευματικής αντίστασης, με πολλούς και ποικίλους αποδέκτες, όπως άλλωστε και ο ίδιος ο Παναγιώτατος διακήρυξε εύστοχα στο λόγο του κατά την χειροτονία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Σμύρνης κ. Βαρθολομαίου, στον πατριαρχικό ναό, στο Φανάρι. Δίνει έτσι η Μεγάλη Εκκλησία κουράγιο και απαντοχή στους βασανισμένους και στους χειμαζόμενους, παραλλήλως όμως διακηρύσσει αυτό που κατ’ επανάληψη ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει πει στους λόγους του: «Δεν τελειώσαμε εδώ». Αποτελεί πράξη στήριξης του Γένους και πιστοποίηση παρακαταθήκης για το μέλλον. Συνιστά δε ουσιαστική ενέργεια για την πνευματική συγκρότηση και τον ηθικό υποστηριγμό των χριστιανών, σε εποχές ανερμάτιστες, κενές περιεχομένου, χαρακτηριζόμενες από παρακμιακά φαινόμενα.

             Το δεύτερο που θα ήθελα να επισημάνω, είναι οι συχνές πατριαρχικές επισκέψεις σε διάφορες περιοχές, εντός και εκτός Ελλάδος. Πολλοί, συνηθισμένοι από πρακτικές του παρελθόντος κατά τις οποίες ο Οικουμενικός Πατριάρχης σπανίως έβγαινε από τα τείχη της Πόλεως ξενίζονται, κι ας άλλαξε η τακτική αυτή ήδη από την εποχή του Πατριάρχη Αθηναγόρα, και βέβαια με την πορεία αγάπης του Πατριάρχη Δημητρίου. Δεν κατανοούν όμως ότι οι καιροί έχουν αλλάξει, και απαιτούν νέους τρόπους δράσης από την Εκκλησία, ώστε το σωτήριο μήνυμα του Ευαγγελίου να φωτίσει τους λαούς, στηρίζοντας και ενισχύοντας τους χριστιανούς.

              Όσοι έχουν ζήσει από κοντά έστω και μία τέτοια πατριαρχική επίσκεψη, με τις δεκάδες ιεροπραξίας, το ασφυκτικό πρόγραμμα, τους δεκάδες επίσης λόγους, την πίεση και τον κόπο που συνεπάγεται, κατανοούν ότι μόνο περί αναψυχής δεν πρόκειται. Ο Παναγιώτατος αναλαμβάνοντας όλο αυτόν τον μόχθο, έχει καταφέρει να προσφέρει ένα σταθερό σημείο πνευματικής αναφοράς στους όπου γης ορθοδόξους. Ανταποκρινόμενος στις προσκλήσεις που του γίνονται, έχει σχηματίσει έναν χρυσό δεσμό πνευματικής ενότητας μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και μεταξύ των πιστών, καθώς όλοι κέντρο αναφοράς έχουμε την πρωτόθρονη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Κι αυτό είναι μια κατάκτηση με βαρύνουσα σημασία, δεδομένου ότι δομεί την βάση της πνευματικής ενότητας των ορθοδόξων χριστιανών σε καιρούς πνευματικής διάσπασης, απομόνωσης και διαρρήξεως των ουσιαστικών δεσμών των κοινωνιών μας.

             Βλέποντας τον Παναγιώτατο ανάμεσά τους και ευλογούμενοι από τα τίμια χέρια του, οι χριστιανοί νιώθουν ότι δεν είναι απομονωμένοι, και συνειδητοποιούν ότι η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως προσεύχεται νυχθημερόν «υπέρ καταστάσεως των Ορθοδόξων Εκκλησιών» και «υπέρ του σύμπαντος κόσμου». Κι αυτό δίνει θάρρος, στηρίζει και ενδυναμώνει, γι’ αυτό άλλωστε οι πιστοί σπεύδουν κάθε φορά να υποδεχθούν τον Πατριάρχη του Γένους και της Ορθοδοξίας, και να πάρουν την ευχή και την ευλογία του.

              Στην πραγματικότητα τα δύο αυτά σημεία που παραπάνω θίξαμε δεν υπάρχουν και δεν λειτουργούν αυτοτελώς, ξέχωρα από την γενικότερη δράση του Οικουμενικού Θρόνου. Απλώς αποτελούν δύο σημεία τα οποία κατ’ εμέ κριτή δείχνουν έμπρακτα, αλλά και με τρόπο κατανοητό στους πολλούς, ακόμη κι αν δεν έχουν ειδικές θεολογικές γνώσεις ή δεν παρακολουθούν την εξέλιξη των εκκλησιαστικών πραγμάτων, ποιος είναι ο ουσιαστικός ρόλος και ποια η μεγάλη και ζωτική σημασία του Οικουμενικού πατριαρχείου για όλους μας, για την πνευματική μας συγκρότηση, για τον τρόπο που προσλαμβάνουμε την ιστορία και το παρελθόν μας, αλλά και σχεδιάζουμε το μέλλον μας.

             Ας είναι λοιπόν οι λίγες και φτωχές αυτές σκέψεις μία ακόμη προσευχή υπέρ υγείας και μακρότητος ημερών του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου μας, ο οποίος συμπλήρωσε ήδη τα πρώτα εικοσιπέντε χρόνια της ευκλεούς και τετιμημένης πατριαρχίας του.