Στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας του, ο Οικουμενικός Θρόνος διακόνησε πάντοτε σε δύο επίπεδα, τόσο τους χριστιανούς της Πόλης, όσο και την οικουμενική Ορθοδοξία, στις κατά καιρούς διαστάσεις της. Την διπλή αυτή κατεύθυνση της προσφοράς της, η Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως συνεχίζει και στις μέρες μας, και γύρω από τους δύο αυτούς πόλους περιστρέφεται κατά μείζονα λόγο η πανορθόδοξη και οικουμενική διακονία και η μαρτυρία της. Χαρακτηριστικά δείγματα και των δύο αυτών τομέων είχαμε πρόσφατα, κάτι που θα άξιζε εδώ λίγο περισσότερο σχολιασμό.

         Είναι γνωστό ότι τόσο το Οικουμενικό Πατριαρχείο, όσο και η Α.Θ.Π. ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος νυχθημερόν μεριμνούν για την ομογένεια, τα δίκαια και τα δικαιώματά της, αφού πρόκειται περί του ποιμνίου, για το οποίο η Μεγάλη Εκκλησία, οι προκαθήμενοι και οι ιεράρχες της έχουν αποδείξει ότι δεν διστάζουν να προσφέρουν όποτε χρειαστεί τη ζωή τους. Τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τις σκληρές δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70, άνεμος αναδημιουργίας πνέει στην Πόλη: ναοί αναστηλώνονται, εκπαιδευτήρια επισκευάζονται και ανασυγκροτούνται, μνημεία αναδεικνύονται, αρχεία διασώζονται και μελετώνται. Μια πλημμυρίδα γεγονότων και συμβάντων, που οφείλεται όχι μόνο στην ιστορική συγκυρία, αλλά κυρίως στον κόπο, στους σχεδιασμούς, την πρόνοια και τους μόχθους, τις προσευχές και την τόλμη ενίοτε του Παναγιωτάτου και των συνεργατών του, οι οποίοι εργάζονται κάτω από την καθοδήγηση και την προστασία του.

         Πρόσφατο δείγμα αυτής της προσπάθειας, η ουσιαστική αναστύλωση και η πανηγυρική ανάκτηση του κοιμητηρίου του Σισλί. Όποιος είχε την ευκαιρία να το επισκεφθεί παλαιότερα – ο γράφων το είδε για πρώτη φορά το 2003 – θυμάται ασφαλώς την ερήμωση, τις διαρπαγές και τις καταστροφές των μνημείων, την ασέβεια και την εγκατάλειψη, που είχαν προέλθει από το γεγονός της αμφισβήτησης του καθεστώτος του.

        Μόλις επέστρεψε στα χέρια των ομογενών, το κοιμητήριο πραγματικά άλλαξε όψη: με τη βοήθεια πολλών, μια πανστρατιά ειδικών επιστημόνων και τεχνιτών επισκεύασε και αποκατέστησε τα μνημεία, ανακαίνισε τους ναούς, ανοικοδόμησε το οστεοφυλάκιο και έδωσε νέα πνοή στο χώρο, ώστε την Κυριακή 22 Οκτωβρίου να τελεστούν τα πανηγυρικά θυρανοίξια του κοιμητηριακού ναού, και τα ουσιαστικά νέα εγκαίνια του χώρου.

         Ο Παναγιώτατος, μιλώντας κατά τη συγκινητική τελετή, έδωσε το στίγμα της αξίας που έχουν παρόμοιοι χώροι για το Γένος, με την διπλή ιδιότητα του μνημείου και του ουσιαστικού χώρου μνήμης των γενεών, που ουσιαστικά δικαιώνει την ύπαρξη του κάθε μνημείου: «Η εκατονπεντηκονταετής ιστορία του Κοιμητηρίου Σισλή αντικατοπτρίζει την κοινωνικήν, την πολιτιστικήν και οικονομικήν ανάπτυξιν, και την πνευματικήν ταυτότητα της μεγάλης ρωμαίικης κοινότητας του Πέραν, αποτελεί δε δείγμα του υψηλού επιπέδου του πολιτισμού και της καλαισθησίας της Ρωμηοσύνης εις την περίοδον της ακμής της. Είναι ένα υπαίθριον μουσείον αρχιτεκτονικής και γλυπτικής, με αριστοτεχνικούς τάφους και άλλα εξαίρετα μνημεία, ανεξάντλητος πηγή και μαρτυρία διά την ιστορίαν του Γένους … Τα υψηλά, τα αληθινά, τα δίκαια, τα ευγενή δεν έχουν ημερομηνίαν λήξεως, είναι υπέρχρονα και αιώνια».

        Θέλοντας ο Παναγιώτατος να δώσει την πνευματική διάσταση των μνημείων και του χώρου, ώστε οι παριστάμενοι και οι μελλοντικοί επισκέπτες να έχουν την συναίσθηση ότι βρίσκονται πρωτίστως σε χώρο ιερής μνήμης, και δευτερευόντως να προσέχουν την αισθητική και την ιστορική και καλλιτεχνική αξία των μνημείων, έκανε συστηματική αναφορά στους νεκρούς του κοιμητηρίου και της Ρωμηοσύνης της Πόλης, που τεκμηριώνουν αυτήν ακριβώς την συνέχεια στο χώρο και στο χρόνο. Είπε χαρακτηριστικά: «συμπροσεύχονται μαζί μας αι ψυχαί των χιλιάδων προαπελθόντων αδελφών μας, οι οποίοι έζησαν εις την ευλογημένην πατρώαν γην, προσέφεραν εις το Γένος έκαστος κατά το χάρισμα και την κλήσιν αυτού και αναπαύονται εις το κοιμητήριον τούτο, αναμένοντες την ένδοξον δευτέραν του Κυρίου Παρουσίαν και την κοινήν ανάστασιν».

          Από την άλλη πλευρά, θέλοντας να τονίσει και να ενισχύσει την ιστορική μνήμη, θέλοντας να δείξει ότι το Γένος μπορεί να συγχωρεί αλλά δεν επιτρέπεται να ξεχνά, αλλά και ότι οφείλει να συγχωρεί μόνο τους μετανοήσαντες, αφού οι αμετανόητοι έχουν αφεαυτού τους καταδικαστεί, ως αυτοκατάκριτοι, έκανε και αναφορά εκτενή στις συνθήκες και τα πρόσωπα που συνδέονται με την ερήμωση και την δήωση του χώρου, αναφερόμενος και στον θαμμένο με κυβερνητική βία στον ίδιο χώρο σχισματικό ψευδοπατριάρχη Παπά-Ευθύμ: «Μετά την τραγικήν εκείνην νύκτα των Σεπτεμβριανών, τας φοβεράς καταστροφάς, την λεηλασίαν και την ιεροσυλίαν, την πυρπόλησιν του Ναού της Μεταμορφώσεως, την βεβήλωσιν των τάφων και την ασέβειαν προς τους νεκρούς μας η οποία, από τινος απόψεως, συνεχίζεται διά της αναγκαστικής συμπεριλήψεως μεταξύ των προσφιλών νεκρών μας και εξωμοτών και βεβήλων, αμετανοήτως αποβιωσάντων, οι οποίοι λίαν κακοπροαιρέτως και διαβολικώς θα ελέγομεν, απετειχίσθησαν και απεσχίσθησαν από της ευεργετησάσης αυτούς Μητρός Εκκλησίας, εις την οποίαν, ωσάν να μη έφθαναν αι έξωθεν επεμβάσεις και διωγμοί, εκείνων των τραγικών χρόνων της δεκαετίας του ’20, κακή τη μοίρα έπρεπε να προστεθούν και έσωθεν μάχαι, σχίσματα, παροξυσμοί και παραπικρασμοί».

           Και στο τέλος έδωσε το στίγμα της προσπάθειας της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως και της ομογένειας, και τους βαθύτερους σκοπούς και στόχους όλου αυτού του τιτάνιου έργου: «Επαναλαμβάνομεν ότι μετά από όλας αυτάς τας δοκιμασίας οι Ρωμιοί της Πόλεως ηγωνίσθησαν σθεναρώς διά την αποκατάστασιν, κατά το δυνατόν, των ζημιών, ώστε το μνημειώδες Κοιμητήριον Σισλή να θυμίζη εκ νέου ότι η Πόλις των Πόλεων είναι χώρος ειρηνικής συνυπάρξεως των θρησκειών και των πολιτισμών». Τα είπε αυτά ο Πατριάρχης του Γένους, ο προκαθήμενος της Αγιωτάτης Αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως, και μου θύμισε τους λόγους ενός ζεύγους ομογενών, τους οποίους τυχαία είχα συναντήσει προ πολλών ετών, σε ένα από τα ταξίδια μου στην βασιλίδα των Πόλεων: «Εμείς είμαστε αχώριστα δεμένοι με το Πατριαρχείο. Είναι η ζωή μας και η ύπαρξή μας, και χωρίς αυτό δεν εννοούμε την Ρωμηοσύνη».

           Τα πρόσφατα θυρανοίξια στο Σισλί απέδειξαν ότι δεν πρόκειται για λόγια, αλλά για αιώνιες και βαθύτατα βιωμένες αλήθειες.

          Όσον αφορά την οικουμενική διακονία του Πατριαρχείου, η πλέον περίτρανη απόδειξη βρίσκεται στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδοξίας, που συνεκλήθη το 2016 στην Κρήτη. Όσο κι αν λίγες Ορθόδοξες Εκκλησίες δεν παρέστησαν, όσο κι αν κάποιοι κατηγορούν και μέμφονται την Σύνοδο και τους Επισκόπους που πήραν μέρος σε αυτήν, η ουσία είναι μία: Πρόκειται για γεγονός μείζονος και μοναδικής σημασίας, που όχι μόνο ανακαίνισε το συνοδικό φρόνημα μιας οικουμενικής Ορθοδοξίας, η οποία πάσχει συχνά από εθνικισμούς και γεωπολιτικά συμφέροντα, αλλά το έκανε και υπό την στιβαρή πνευματική καθοδήγηση του Πρώτου της Ορθοδοξίας, του Οικουμενικού Πατριάρχη, ανανεώνοντας την αλήθεια της οικουμενικής αποστολής του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως.

           Ακόμη και οι Εκκλησίες που δεν παρέστησαν, κάποτε υποχωρώντας σε εθνοφυλετικούς λογισμούς, είχαν άλλωστε προσυπογράψει τα συνοδικά κείμενα, συντελώντας έτσι στο ανεπιφύλακτος κύρος της Συνόδου. Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι πρόκειται για μια προσπάθεια που δεν πραγματοποιήθηκε χάρη στην κρατική βία και επιβολή ενός αυτοκράτορα, αλλά χάρη στην πνευματική λάμψη, το πατερικό φρόνημα και την φωτισμένη σύνεση ενός Οικουμενικού Πατριάρχη. Κι ούτε βέβαια στα επιμέρους μπορούν να ισχύσουν όσα διαδικαστικά ίσχυαν σε παλαιότερους αιώνες, καθώς οι Ορθόδοξες Εκκλησίες είχαν την ευκαιρία επί μακρόν να διαβουλευθούν και να εγκρίνουν τα κείμενα σε προσυνεδριακό επίπεδο.

              Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι στο πλαίσιο αυτό, και με τη σοφή διαδικασία που ακολουθήθηκε, τα κείμενα της Συνόδου της Κρήτης αποτελούν κείμενα δεκτά από την οικουμενική Ορθοδοξία, δεδομένου ότι έχουν από όλους προσυπογραφεί. Αυτό για να μην σκανδαλίζονται οι πιστοί από ανερμάτιστες και ανυπόστατες συχνά απόψεις περί του μη κύρους των αποφάσεων της Συνόδου. Τουναντίον πρόκειται για κείμενα με πανορθόδοξη ισχύ, που ανοίγουν τον δρόμο και για άλλες παρόμοιες Συνόδους στο μέλλον, οσάκις θα κριθεί ότι υφίσταται σχετική ανάγκη.

              Το γεγονός ότι η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως για μια ακόμη φορά εκένωσε εαυτήν, θυσιάστηκε, ενίοτε δε πολεμήθηκε και συκοφαντήθηκε, με μόνο στόχο να προσφέρει στους ανά τον κόσμο Ορθοδόξους ανανεωμένη την προοπτική και την δυνατότητα της συνοδικότητας, στην οποία η Ορθοδοξία στηρίζεται, αποδεικνύει το μέγεθος και την ουσία της προσφοράς της στην Οικουμένη. Μιας προσφοράς μοναδικής, αναντικατάστατης και απολύτως αναγκαίας στους σημερινούς άστατους και ανερμάτιστους καιρούς μας.

                Στην Πόλη και στην Οικουμένη προσφέρει λοιπόν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Πόλη και την Οικουμένη φωτίζει με τις πράξεις και τη διακονία του, και όλους τους Ορθοδόξους χριστιανούς σκέπει πνευματικά και προστατεύει ουσιαστικά από ορατούς και αόρατους εχθρούς. Το μόνο που μένει από όλους εμάς, το ελάχιστο αντίδωρό μας, είναι η ολόθερμη ταπεινή προσευχή μας στον Κύριο και Δομήτορα της Εκκλησίας, να σκέπει με τη χάρη του το ολοφώτεινο Φανάρι, και να στηρίζει τον Παναγιώτατο, τους ιεράρχες, αλλά και τους κληρικούς και λαϊκούς συνεργάτες του.