Είμαστε σχεδόν στην τελική ευθεία. Το θέμα πια είναι: στην ευθεία για τη σύγκληση ή για τη ματαίωση; Το δυστύχημα της διαπίστωσης αυτής πιθανότατα για πολλούς είναι προσευχητικό αίτημα. Ίσως θα μπορούσαμε υποθετικά να το διατυπώσουμε ως εξής: αν είναι, Κύριε, να βλαφθεί η πίστη μας, τότε καλύτερα ακύρωσε αυτήν τη Σύνοδο. Μακάρι να είχαμε τον πνευματικό ακτινογράφο που θα εντόπιζε σε έναν έκαστο τα αληθινά αίτια και την αυθεντικότητα ενός τέτοιου αιτήματος.

Ποιοι δεν θέλουν να γίνει η Σύνοδος; Ποια είναι τα πραγματικά εμπόδια για τη σύγκλησή της; Η απουσία αληθινής ενότητας, ο εθνικισμός και ο φονταμενταλισμός, το έλλειμμα αγιότητας και ορθόδοξης πνευματικότητας. Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Είναι αργά και πέσανε οι μάσκες. Παράδειγμα: η Βουλγαρική Εκκλησία. Επικαλείται, προφασιζόμενη εν αμαρτίαις, έλλειψη απάντησης σε ερωτήματά της και ζητά τελευταία στιγμή αναβολή, διότι ο χρόνος και καλά της προετοιμασίας δεν επαρκεί. Πρόφαση κυριολεκτικά στο παρά πέντε! Μιλάμε για πάρα πάρα πολλά χρόνια προετοιμασίας της Συνόδου…Το Πατριαρχείο Αντιοχείας απειλεί. Αν δεν επιλυθεί το πρόβλημά μου, εγώ δεν συμμετέχω. Δηλαδή συμμετέχει βάζοντας πάνω από όλους και όλα την επίλυση ενός εξειδικευμένου τοπικού προβλήματος; Και τα προβλήματα της παγκόσμιας Ορθοδοξίας; Στην άκρη αυτά…

Ο εθνικισμός. Το μέγα πρόβλημα από τον 19ο αι. και εφεξής. Διάβαζα με έκπληξη στον βίο του νεοανακηρυχθέντα αγίου ιεράρχη Ζηνοβίου με τι δυσκολία εξελέγη Επίσκοπος, Ρώσος αυτός, στην Εκκλησία της Γεωργίας. Πρωτοφανές για τα εκκλησιαστικά δεδομένα της περιοχής κατά τον συγγραφέα του βιβλίου![1] Οι Ρώσοι θέλουν την ύστατη στιγμή να διευκρινισθεί η προεδρία της Συνόδου. Ο τρόπος που θα παρακάθηνται οι Προκαθήμενοι. Ευθεία δηλαδή και απροκάλυπτη αμφισβήτηση του πρωτείου (μεταξύ ίσων εννοείται) του Οικουμενικού Πατριάρχη. Ένα πρωτείο που κατέχει ιστορικά και νομοκανονικά από την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, χωρίς να αμφισβητηθεί ποτέ μέχρι σήμερα. Τώρα όμως, σε ένα ανακαινισμένο μετανεωτερικό τοπίο, είναι ευκαιρία για τον πανσλαβισμό να δείξει τα άσχημα δόντια του και πάλι. Κρίμα…

Ο εγχώριος και διεθνής φονταμενταλισμός είναι επίσης σοβαρό πρόβλημα. Διότι επηρεάζει συνειδήσεις, ακόμη και Επισκόπων. Αντί να ηγούνται και να άγουν οι τελευταίοι, μάλλον άγονται και φέρονται από φωνές, φοβίες και ενστάσεις ακραίων. Το οικουμενιστικό φάντασμα πλανάται απροσδιόριστα απειλητικό πάνω από την καθαρότητα της πίστης εδώ και έναν αιώνα περίπου και σήμερα απειλεί να τινάξει τη Σύνοδο στον αέρα. Βέβαια, δεν μπορούν να μας απαντήσουν όσοι Επίσκοποι απέχουν εξαρχής ή παραιτούνται στην πορεία από την υποχρέωσή τους να εκφράσουν το λαό του Θεού στο σήμερα, ποιος θα λύσει τα δικά μας αληθινά εσωτερικά προβλήματα της Ορθοδοξίας: π.χ. το Αυτοκέφαλο, τη Διασπορά, το Αυτόνομο, τα θέματα γάμου κλπ. κλπ.

Πόσοι, στα αλήθεια, από το σύνολο των Ορθοδόξων πιστών ενδιαφέρονται πραγματικά για τη σύγκληση της Πανορθόδοξης; Αυτό ίσως είναι και το σοβαρότερο πρόβλημα: η προχωρημένη αδιαφορία και εκκοσμίκευση. Αλλά ποιος νοιάζεται πραγματικά και ποιος ευθύνεται για τα εκτεταμένα αυτά φαινόμενα σήψης; Μήπως κυρίως οι ποιμένες μας, που σήμερα νίπτουν τας χείρας τους μπροστά ακόμη και στις στοιχειώδεις ευθύνες τους; Και όμως πρέπει να γίνει, επιβάλλεται πλέον σχεδόν να γίνει αυτή η Σύνοδος. Για να προαχθεί τουλάχιστον η ενότητα, η ad extra Ορθόδοξη μαρτυρία σε έναν κόσμο άθεο, αγνωστικιστή, συγχυσμένο, κατατεμαχισμένο. Δεν μπορείς να μιλάς για αλήθεια, όταν δεν μπορείς να αποδείξεις μια στοιχειώδη μορφή ενότητας. H σύνοδος πρέπει να πραγματοποιηθεί πάση θυσία. Ίσως εδώ πρέπει να ισχύσει η αρχή της πλειοψηφίας. Δεν θα πρέπει να ανασταλεί η λειτουργία της Συνόδου, αν τελικά απουσιάσουν μια ή δυο Τοπικές Εκκλησίες. Η ιστορία, άλλωστε, θα καταγράψει, όπως το έκανε και πολλές άλλες φορές στο παρελθόν, μια ακόμη αστοχία – αμαρτία των ανθρώπων προς την πραγμάτωση του αγαθού. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση η Ορθοδοξία δεν εξαρτά την καθολικότητά της από την ποσότητα των μελών και την ορατή παγκοσμιότητα, αλλά από την πίστη στην αποστολική παράδοση και από την εν Χριστώ χαρισματική ευχαριστιακή ενότητα.

Η γενικευμένη ασέβεια προς το Πρωτόθρονο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης δεν θα πρέπει να αποθαρρύνει τη Μητέρα Εκκλησία. Συνηθισμένη, άλλωστε, από τις εθνικιστικές αποστασίες του πρόσφατου παρελθόντος. Και τώρα μια από τα ίδια. Σοβινιστικές διαθέσεις υπερβαίνουν σε αρκετές περιπτώσεις την οικουμενικότητα της Ορθοδοξίας. Και δεν θα πρέπει το Φανάρι να υποκύψει σε αυτές τις πειρασμικές επιθέσεις. Αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα προπύργια κατά του εθνικισμού και υπέρ της οικουμενικότητας της Εκκλησίας και της μαρτυρίας της. Μερικές φορές οι προφάσεις είναι τόσο απροκάλυπτες, που ξεπερνούν κάθε όριο. Η επιθετική στάση κατά του οικουμενικού θρόνου δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να τον αποκαρδιώσει ως προς τον «ηγετικό» και συντονιστικό ρόλο του.

Είναι η πιο κατάλληλη ίσως στιγμή να αποδείξουμε την αγάπη μας στην Εκκλησία του Χριστού και την πιστότητά μας στο χαρισματικό Σώμα του Κυρίου. Οι ανταρσίες των ποδών κατά της κεφαλής και η αλληλοϋπονόμευση των Τοπικών Επισκοπών δεν οδηγεί παρά μονάχα στο χάος και στην ακύρωση του έργου του Χριστού – Εκκλησίας: της των πάντων ενώσεως. H υπακοή δείχνει αγάπη. Και πώς μπορείς να διδάσκεις τη βασική τούτη αρετή, όταν απαξιώνεις τον Πρώτο (μεταξύ ίσων εξάπαντος);

Η Σύνοδος πρέπει να γίνει οπωσδήποτε. Πάνω από όλους και όλα να βάλουμε τον Κύριο. Αυτός προεδρεύει της Συνόδου, όπως αποδείχνει και η τέλεση της θείας Ευχαριστίας κάθε μέρα των εργασιών της Πανορθόδοξης. Η διαχρονική μαρτυρία του Παρακλήτου δεν θα πρέπει να φιμωθεί από καμιά τοπικιστική, σοβινιστική, εγωκεντρική ή φονταμενταλιστική φαντασίωση και εμμονή. «Η Εκκλησία τείνει προς την ενότητα μέσω δραματικών αγώνων, έχοντας ωστόσο τα χαρισματικά δώρα της τριαδικής κοινωνίας μέσω του σαρκωμένου Λόγου, του σαρκωμένου προσώπου του Χριστού... Η ποικιλία των χαρισμάτων απαραίτητα κάνει την κοινωνία. Αλλιώτικα κοινωνία και διαπροσωπικές σχέσεις δεν υπάρχουν, μήτε σώμα θα ήταν η Εκκλησία. Αλλά εξαιτίας της χαρισματικής πληρότητας, άρχοντες και αρχόμενοι έχουν διαφορά όση μέλη προς μέλη, και τίποτα περισσότερο ή λιγότερο. Νεότεροι θεολόγοι μαζί με μια άκρως επικίνδυνη εκκλησιαστική νοοτροπία συνείδησης, βρίσκονται σε κωμικοτραγική διελκυστίνδα. Πότε λένε ότι η Εκκλησία είναι η ιεραρχική κεφαλή ή ο κλήρος, και πότε ο λαός. Άλλοι κάνουν αξιολογήσεις ανωτέρου και κατωτέρου και άλλοι εμμένουν ή στον κλήρο ή στον λαό. Και δεν βλέπουν ότι απορρίπτουν ή δεν καταλαβαίνουν την πραγματικότητα του σώματος. Κοντολογίς, ως σώμα η Εκκλησία καμιά πλευρά δεν έχει ανώτερη ή κατώτερη».[2]

Κ.Ν.

8/6/2016

 

[1] Στάρετς Ζηνόβιος, Στη χαρά και στη λύπη δόξα τω Θεώ, εκδ. Άθως, Αθήνα 2015.

[2] Ν. Ματσούκα, Δογματική και Συμβολική Θεολογία Γ, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 261-262.