Ο άνθρωπος πέρα από την πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πνευματική του διάσταση, χαρακτηρίζεται και από την ερωτική διάσταση, η οποία ιδιαίτερα στις μέρες μας μοιάζει να οριοθετεί σε μεγάλο βαθμό τις υπόλοιπες. Σε συνδυασμό δε με την επίκληση της προάσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως θεμέλιο των σύγχρονων κοινωνιών, η ερωτικότητα τοποθετείται στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου και η όποια επίκληση της ιδιωτικότητας θεωρείται τουλάχιστον ρομαντική παρελθοντολογία.

Η ψήφιση του νομοσχεδίου για τη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου κατέδειξε σε αυτό το πλαίσιο την απόφαση σημαντικού μέρους του πολιτικού κόσμου να υπερασπιστεί νομοθετικές τομές που εμφορούνται, όπως τονίστηκε επανειλημμένα, από φιλελεύθερες και προοδευτικές αρχές. Εξετάζοντας τις εισηγήσεις και τις τοποθετήσεις επί του νομοσχεδίου, διαπιστώνεται ένας κοινός παρονομαστής στη σκέψη όσων υποστήριξαν την ψήφισή του ή κατέθεσαν διαφορετικές νομοθετικές προτάσεις με παράλληλο όμως περιεχόμενο. Ως κοινός παρονομαστής καθίσταται η πίστη σε μια κοσμική ανθρωπολογία, η οποία, όπως ξεκαθαρίστηκε από πλευράς αρκετών μελών της Κυβέρνησης και της Βουλής, δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζει μια φιλελεύθερη, προοδευτική και ευρωπαϊκή κοινωνία. Αντίθετα, όσες άλλες ανθρωπολογικές θεωρήσεις δε συμμορφώνονται με αυτό το πνεύμα στην καλύτερη περίπτωση αντιμετωπίζονται ως ανήκουσες στο παρελθόν. Σε αυτές κατατάχθηκε χωρίς περιστροφές και η Ορθόδοξη θεώρηση περί του ανθρώπου, όπως αυτή εκφράζεται από τη θεσμική Εκκλησία, παρά τις όποιες θετικές αναφορές στην χριστιανική αγάπη και αποδοχή του άλλου.

Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα, η Εκκλησία μοιάζει ανίκανη όχι να εκσυγχρονιστεί αλλά να αντιμετωπίσει τον κόσμο και το ιστορικό παρόν όπως είναι, μακριά από φοβικές, ανέξοδες και κυριαρχικές λογικές. Αρνείται να εξετάσει όχι μόνο το πρόβλημα της ερωτικής ικανοποίησης και των διαφορετικών τρόπων που αυτή βιώνεται αλλά πολύ περισσότερο την ανάγκη για αγάπη, στοργή και ψυχικό δέσιμο. Δέσμια προνεωτερικών κοινωνικών προτύπων και ανθρωπολογικών αναλύσεων, πολλές από τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες με σύγχρονες επιστημονικές παραδοχές, ο περί του ανθρώπου λόγος της Εκκλησίας είναι ανέτοιμος να απαντήσει στις σημερινές προκλήσεις. Επιπροσθέτως, έχοντας απωλέσει την εσχατολογική προοπτική στον διάλογό της με την κοινωνία, η θεώρησή της για τον άνθρωπο τείνει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως συντηρητική, κατάλοιπο, τιμωρητική, κατεστημένο, καταπιεστική, απάνθρωπη κτλ.

Οι ανακοινώσεις που προέκυψαν από διάφορους επίσημους και μη εκκλησιαστικούς χώρους ως αντίδραση στη συζήτηση για το νομοσχέδιο αλλά και όσες προσπαθούν να θεμελιώσουν τα τελευταία χρόνια αντιρρητικό θεολογικό λόγο απέναντι στις ραγδαίες μεταβαλλόμενες κοινωνικές αντιλήψεις, περισσότερο επικαλούνται την προάσπιση παραδόσεων, αρχών και αξιών που είναι συνυφασμένες με ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο. Αντίθετα, αναφέρονται ελάχιστα στη μεταμορφωτική διάσταση της Χριστιανικής πίστεως έτσι όπως δύναται να τη βιώσει ο άνθρωπος εκείνος που ελεύθερα την ασπάζεται ως ζώσα πραγματικότητα και όχι ως έκφραση πολιτισμικής, θρησκευτικής ή ακόμα χειρότερα εθνικής ετερότητας. Μήπως αυτή η κατάσταση υποδηλώνει έλλειψη πίστης σε αυτήν τη βασική διάσταση του Χριστιανισμού ακόμα και από τους συγγραφείς των κειμένων αυτών;

Φτάσαμε να επικαλούμαστε δήθεν ανοσία εντός της Εκκλησίας (και του κλήρου της) για καταστάσεις που ονοματίζουμε ως ανώμαλες και αφύσικες. Μάλιστα, επικεντρώνουμε το πικάντικο ενδιαφέρον μας στο ποιες φυσικές ή παρά φύσιν ερωτικές (κατα)στάσεις επιτρέπει ο Θεός, όταν θα έπρεπε να μας απασχολήσει ως ουσιαστικό πρόβλημα το ζήτημα της «μη κανονιστικής» ομοφυλόφιλης (ή ακόμα και ετερόφυλης) αγάπης. Ιδιαίτερα αυτής που βιώνεται στις ευαίσθητες ηλικίες των παιδιών και των εφήβων.

Πριν λίγες ημέρες, φίλος εκπαιδευτικός, με δράση στο ΛΟΑΤΚΙ κίνημα, μοιράστηκε τη δική του σχετική εμπειρία που καταδεικνύει ξεκάθαρα αυτή την προβληματική στάση. Η μαρτυρία του περιγράφει το πώς αντέδρασε η Χριστιανική του οικογένεια μπροστά στην εκδήλωση της ομοφυλοφιλίας του κατά την πρώιμη εφηβική του ηλικία, και πως απάντησε σε αυτήν γνωστός κληρικός που χαρακτηρίζεται από παραδοσιακές (εντός ή εκτός εισαγωγικών) αντιλήψεις. Σημειώνει λοιπόν τα ακόλουθα:

«Θυμάμαι την απάντηση του ιερέα όταν η μάνα μου με πήγε στα δώδεκα. Οι άντρες, μου είπε ο κληρικός, έχουν εξωτερικά γεννητικά όργανα, οπότε είναι πιο όμορφα, και είναι λογικό να μας τραβούν το ενδιαφέρον. Ενώ οι γυναίκες, έχουν εσωτερικά, οπότε δεν είναι κάτι ενδιαφέρον. Οπότε, μην ανησυχείς, σε όλους αρέσουν. Αυτός είναι ο αγώνας κατά του πειρασμού κι εσύ θα αντισταθείς. Εγώ, συνεχίζει ο εκπαιδευτικός, του μιλούσα για αγάπη, ότι αγαπώ αγόρια, και αυτός μου μιλούσε για τα αντρικά γεννητικά όργανα. Και μου μιλούσε για τον δικό του εαυτό, το δικό του μπλοκάρισμα».

Η μαρτυρία αυτή δεν πρέπει να κατατάσσεται στην περιπτωσιολογία. Αποτελεί ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα που μπορούμε να αναφέρουμε ως δείγματα της πνευματικής και ποιμαντικής φτώχειας αλλά και ανειλικρίνειας με την οποία αντιμετωπίζουμε όχι την ανδρική ή θηλυκή ομοφυλοφιλία, ή τις άλλες αποκλίνουσες σεξουαλικότητες, αλλά το ίδιο το ζήτημα της ερωτικής διάστασης του ανθρώπου. Δυστυχώς, η υποκριτική -σε πολλά άλλα- Βουλή των Ελλήνων, μοιάζει σήμερα να ασχολείται περισσότερο με την «πρακτική θεολογία» απ’ ότι η ίδια η Εκκλησία. Και το κάνει αυτό έστω και αν υπηρετεί πολιτικαντισμούς που σχετίζονται με την ικανοποίηση των ακροατηρίων των κομμάτων, την προσπάθεια να αποπροσανατολιστεί η κοινή γνώμη από τη διαρκή μνημονιακή μέγγενη και την ανάγκη ορισμένων να νιώσουν πως δεν έχουν απεμπολήσει ότι τους χαρακτήριζε πολιτικά στο παρελθόν. Την ίδια στιγμή, οι θέσεις της Εκκλησίας βρέθηκαν να λογίζονται από μεγάλο μέρος των ΜΜΕ ως συγγενικές με κείνες της σταλινικής Αριστεράς και της νεοναζιστικής ακροδεξιάς. Και ήταν πραγματικά ανατριχιαστικό να ακούει κανείς τους εκπροσώπους των ακροδεξιών εδράνων να εμφανίζονται ως οι σφοδρότεροι υπερασπιστές των θέσεων της Εκκλησίας. Ανατρίχιασε άραγε το ίδιο και το σύνολο των Επισκόπων μπροστά σ’ αυτό το θέαμα;

Μέχρι πριν λίγο καιρό ορισμένοι «τολμηροί» Χριστιανοί λέγαμε πως οι ΛΟΑΤ ζουν ανάμεσά μας. Και νομίζαμε πως λέγαμε κάτι ριζοσπαστικό. Τα πράγματα αλλάζουν όμως με γοργούς ρυθμούς. Οι ΛΟΑΤ ζουν πια ανοιχτά ανάμεσά μας και διεκδικούν δυναμικά τη δημόσια παρουσία τους απ’ όλους τους χώρους (ακόμα και μέσα από την ακροδεξιά όπως είδαμε σε περιπτώσεις του εξωτερικού). Με τη δράση τους και με την αποδοχή που αυτή βρίσκει σε όλο και μεγαλύτερο κομμάτι της κοινωνίας καταδεικνύουν την αντιστροφή των ρόλων. Καλώς ή κακώς, δεν είμαστε μακριά από την ώρα που οι Χριστιανοί (ασχέτως σεξουαλικότητας για να μην έχουμε αυταπάτες) θα γίνουν οι περίεργοι και οι «τοιούτοι» της άλλοτε δήθεν χριστεπώνυμης κοινωνίας. Ίσως, τελικά, αυτή η αλλαγή να είναι και ωφέλιμη. Μένει λοιπόν να προχωρήσουμε ως ποιμαίνουσα και ποιμαινόμενη Εκκλησία στην προφητική ανάγνωση των καιρών. Να κοιτάξουμε δηλαδή κατάματα τα «τέρατα» της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας αλλά και τα απότοκά τους που μέχρι τώρα καταδικάζαμε ή μεταχειριζόμασταν κατά το δοκούν. Αυτή τη φορά όμως όχι από θέση (κρατικής) ισχύος ή εκείνης του θεσμικού παράγοντα αλλά από τη θέση της μαρτυρούσας Εκκλησίας.