Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος εξέδωσε προσφάτως ένα Έγκύκλιο Σημείωμα, το οποίο απηύθυνε προς την Αρχιεπισκοπή Αθηνών και τις Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος, με θέμα «Περί των εν τη Εκκλησία της Ελλάδος Ιεροπραξιών Κληρικών εξ ετέρου εκκλησιαστικού κλίματος».

Με το Σημείωμα αυτό η Δ.Ι.Σ., προβάλλοντας ως θεμέλιο της αποφάσεώς της την αμοιβαιότητα, αφού – όπως αναφέρει στο έγγραφο – λαμβάνεται υπόψιν η ειθισμένη πρακτική της λήψεως ειδικής αδείας εκ μέρους των Αρχιερέων αλλά και των Πρεσβυτέρων και Διακόνων της Εκκλησίας της Ελλάδος, όταν επιθυμούν να εισέλθουν και να τελέσουν ιεροπραξία εντός του Αγίου Όρους, ενημερώνει τους αποδέκτες του εγγράφου, ότι στο εξής, όταν Ηγούμενος Ιεράς Μονής του Αγίου Όρους, Γέρων Αγιορειτικού Σεβάσματος ή και Ιερομόναχος ή Ιεροδιάκονος επιθυμεί να τελέσει ιεροπραξία ή να κηρύξει, προσκαλούμενος σε επαρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ή επισκεπτόμενος αυτήν, θα πρέπει προηγουμένως με μέριμνα της Ιεράς Μητροπόλεως, που έχει τόπο προορισμού, να εφοδιάζεται με σχετική άδεια της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.

      Η απόφαση, όμως, αυτή, ελέγχεται για την ορθότητά της, τόσο από κανονικής πλευράς όσο και από νομικής πλευράς, μη αποκλειομένου του εσφαλμένου αυτής και από πρακτικής πλευράς. Και τούτο, διότι θίγει στον πυρήνα του ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του πολιτεύματος της Εκκλησίας, τον αυτόνομο χαρακτήρα των διοικητικών καθηκόντων των επισκόπων. Ειδικότερα:       

      Καταρχήν, η κανονική νομοθεσία με ευάριθμες διατάξεις της κατοχυρώνει σαφώς τον αυτόνομο χαρακτήρα των διοικητικών καθηκόντων των επισκόπων. Ούτως:

α) ο 34ος κανόνας των Αποστόλων ορίζει: «ἐκεῖνα δὲ μόνα πράττειν ἕκαστον, ὅσα τῇ αὐτοῦ παροικίᾳ ἐπιβάλλει, καὶ ταῖς ὑπ᾿ αὐτὴν χώραις».

β) ο 6ος κανόνας της Α΄ Οικουμενικής συνόδου ορίζει: «Τὰ ἀρχαῖα ἔθη κρατείτω, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Λιβύῃ καὶ Πενταπόλει, ὥστε τὸν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐπίσκοπον πάντων τούτων ἔχειν τὴν ἐξουσίαν· ἐπειδὴ καὶ τῷ ἐν Ῥώμῃ ἐπισκόπῳ τοῦτο σύνηθές ἐστιν. Ὁμοίως δὲ καὶ κατὰ τὴν Ἀντιόχειαν, καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις ἐπαρχίαις, τὰ πρεσβεῖα σῴζεσθαι ταῖς ἐκκλησίαις».

γ) ο 7ος κανόνας της Α΄ Οικουμενικής ορίζει: «Ἐπειδὴ συνήθεια κεκράτηκε, καὶ παράδοσις ἀρχαία, ὥστε τὸν ἐν Αἰλίᾳ ἐπίσκοπον τιμᾶσθαι, ἐχέτω τὴν ἀκολουθίαν τῆς τιμῆς· τῇ μητροπόλει σῳζομένου τοῦ οἰκείου ἀξιώματος».

δ) ο 2ος κανόνας της Β΄ Οικουμενικής ορίζει: «ἀλλὰ κατὰ τοὺς κανόνας, τὸν μὲν Ἀλεξανδρείας ἐπίσκοπον, τὰ ἐν Αἰγύπτῳ μόνον οἰκονομεῖν· τοὺς δὲ τῆς Ἀνατολῆς ἐπισκόπους, τὴν Ἀνατολὴν μόνην διοικεῖν· φυλαττομένων τῶν ἐν τοῖς κανόσι τοῖς κατὰ Νίκαιαν πρεσβείων τῇ Ἀντιοχέων ἐκκλησίᾳ· καὶ τοὺς τῆς Ἀσιανῆς διοικήσεως ἐπισκόπους, τὰ κατὰ τὴν Ἀσιανὴν μόνον διοικεῖν· καὶ τοὺς τῆς Ποντικῆς, τὰ τῆς Ποντικῆς μόνον· καὶ τοὺς τῆς Θρᾴκης τὰ τῆς Θρᾳκικῆς μόνον οἰκονομεῖν».

ε) ο 9ος της Αντιοχείας ορίζει: «Ἕκαστον γὰρ ἐπίσκοπον ἐξουσίαν ἔχειν τῆς ἑαυτοῦ παροικίας, διοικεῖν τε κατὰ τὴν ἑκάστῳ ἐπιβάλλουσαν εὐλάβειαν, καὶ πρόνοιαν ποιεῖσθαι τῆς χώρας τῆς ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ πόλιν· ὡς καὶ χειροτονεῖν πρεσβυτέρους καὶ διακόνους, καὶ μετὰ κρίσεως ἕκαστα διαλαμβάνειν».

      Όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες κανονικές διατάξεις, από την στιγμή  που  ο επίσκοπος  αναλαμβάνει την  διαποίμανση μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας, έχει πλήρη διοικητική αυτονομία και όχι μόνο δικαιούται αλλά και υποχρεούται να διοικεί την ανατεθείσα σ’ αυτόν επαρχία κατά τους ιερούς κανόνες. Η διοικητική αυτή αυτονομία των επισκόπων δεν καταργήθηκε ούτε περιορίσθηκε με την δημιουργία του δευτέρου επιπέδου κανονικής δικαιοδοσίας, δηλαδή του Μητροπολιτικού, αλλά παρέμεινε αμετάβλητη, αφού το νέο αυτό επίπεδο κανονικής δικαιοδοσίας, παρά το ότι τέθηκε υπεράνω αυτού της Επισκοπής, εξοπλίστηκε με αρμοδιότητες, που παρέχουν την εξουσία διαχειρίσεως υποθέσεων, οι οποίες εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων μιας Επισκοπής. Τέτοιες, δε, υποθέσεις, όπως επισημαίνει ο Ι. Ζωναράς στο ερμηνευτικό σχόλιο του υπό τον κανόνα 34ο κανόνα των Αποστόλων (βλ. Σύνταγμα Ράλλη-Ποτλή, Τ. 2, 46), είναι όσες  «ὁ εἰς κοινὴν ἀφορᾷ τῆς ἐκκλησίας κατάστασιν, οἷον ζητήσεις δογματικάς, οἰκονομίας περὶ σφαλμάτων κοινῶν, καταστάσεις ἀρχιερέων, καὶ ὅσα τοιαῦτα».

      Περαιτέρω, εντός του πλαισίου αυτού κινείται και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος  με την διάταξη του άρθρου 29, κατά την οποία: «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ποιμαίνοντος τὴν Ἀρχιεπισκοπὴν Ἀθηνῶν, ὡς καὶ ἕκαστος ἐν ἐνεργείᾳ Μητροπολίτης, ὡς Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ τῆς κληρωθείσης αὐτῷ Μητροπόλεως, ἀσκοῦν ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς Μητροπόλεώς των, τὴν ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων καὶ τῶν νόμων ἐν γένει τῆς Πολιτείας προβλεπομένην ἐξουσίαν».     

Ο συνδυασμός, λοιπόν, των διατάξεων της κανονικής νομοθεσίας και του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν αφήνει νομίζω καμία αμφιβολία για την αυτεξουσιότητα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και ενός εκάστου των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος στην διαχείριση των διοικητικής φύσεως υποθέσεων της λαχούσης σ’ αυτούς εκκλησιαστικής περιφέρειας.

Η αυτεξουσιότητα υφίσταται και λειτουργεί εντός της εκκλησιαστικής περιφέρειάς και ένεκα αυτής. Πράγματι, κάθε Μητροπολίτης είναι αδιαμφισβήτητος εκκλησιαστικός ηγέτης εντός των ορίων της περιφέρειάς του, ιδιότητα, που του παρέχει το δικαίωμα να αρνηθεί οποιαδήποτε επέμβαση στις εσωτερικές υποθέσεις της Μητροπόλεώς του. Σ΄ αυτήν ακριβώς την αυτεξουσιότητα και την εξ αυτής απορρέοντα δικαιώματα στηρίζεται και η συμμετοχή του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και των Μητροπολιτών της Εκκλησίας της Ελλάδος στα συλλογικά όργανα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση, που ένας Μητροπολίτης (συμπεριλαμβανομένου πάντοτε και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών) καλείται να συμμετάσχει στα όργανα αυτά, δεν καλείται να συμμετάσχει ως ένας απλός επίσκοπος αλλά ως ο Προκαθήμενος μιας εκ των Μητροπόλεων, που απαρτίζουν την Εκκλησία της Ελλάδος. Αυτό προκύπτει σαφώς από τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 3 και 7 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος περί συγκροτήσεως της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας και της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου αντιστοίχως.

Άρα, κάθε φορά που Μητροπολίτης συμμετέχει σε συλλογικό όργανο, «φέρει» μαζί του και την εξουσία, που απορρέει από την ιδιότητά του ως Προκαθημένου μιας Μητροπόλεως και κατά συνέπεια «φέρει» και την αυτεξουσιότητα, που είναι αναποσπάστως συνδεδεμένη με αυτήν.   

      Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, εκείνο που χρειάζεται να διευκρινισθεί, είναι το είδος των υποθέσεων, των οποίων η διαχείριση υπάγεται στην αρμοδιότητα ενός Μητροπολίτη.

Το θιγόμενο με το σχολιαζόμενο Εγκύκλιο Σημείωμα της Δ.Ι.Σ. θέμα ανήκει στα ζητήματα κανονικής τάξεως. Στα ζητήματα αυτά αναφέρονται πολλές φορές οι ιεροί κανόνες, πλην όμως ούτε ενιαία ορολογία χρησιμοποιούν  ούτε απαριθμούν ποια ακριβώς είναι τα ζητήματα αυτά. ΄Ετσι ο 37ος κανόνας των Αποστόλων χρησιμοποιεί τον όρο «τὰς ἐμπιπτούσας ἐκκλησιαστικάς ἀντιλογίας», ο 8ος κανόνας της Πενθέκτης τον όρο «τὰ ὡς εἱκὸς ἀναφυόμενα ἐκκλησιαστικὰ κεφάλαια», ο 6ος κανόνας της Ζ΄ Οικουμενικής τον όρο «τὰς κανονικὰς συζητήσεις» και ο 20ος κανόνας της Αντιοχείας τον όρο «ἐκκλησιαστικὰς χρείας».  Τη λύση δίνουν οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις των σχολιαστών των ιερών κανόνων. Ο Ι. Ζωναράς στα ερμηνευτικά του σχόλια υπό τους κανόνες 6 της Ζ΄ Οικουμενικής και 20 της Αντιοχείας φαίνεται να εντάσσει στα ζητήματα κανονικής τάξεως τις υποθέσεις δικαστικού και διοικητικού χαρακτήρα, σημειώνοντας χαρακτηριστικώς στο μεν υπό τον 6ο κανόνα σχόλιό του (Βλ. το κείμενο του σχολίου σε Σύνταγμα Ράλλη-Ποτλή, Τ. 2, 578) ότι: «Κανονικὰ μὲν οὖν πράγματα εἶεν ἂν οἱ ἀφορισμοὶ, εἰ δικαίως γίνονται σκοπούμενοι, εἰ δι’ οἰκονόμων, ὄντων ἐκ τῶν κλήρων αὐτῶν, τὰ τῶν ἐκκλησιῶν διοικοῦσιν οἱ ἐπίσκοποι· καί τοιαῦτά τινα, ἃ οἱ κανόνες γίνεσθαι διατάττονται», στο δε υπό τον 20ο κανόνα σχόλιό του (Βλ. το κείμενο του σχολίου σε Σύνταγμα Ράλλη-Ποτλή, Τ. 3, 163) ότι: «διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς χρείας, ἤγουν τὰς περί τινων καταστάσεων ἐκκλησιαστικῶν ζητήσεις, καὶ τὰς τῶν ἀμφισβητουμένων διαλύσεις, ἤτοι τὰς αἰτιάσεις τὰς παρά τινων ἴσως κατ’ ἐπισκόπων φερομένας, ὡς ἀδίκως αὐτοὺς ἀφορισάντων, ἢ καθελόντων, καὶ ἄλλας τινὰς τοιαύτας ἀμφιβολίας». Με την άποψη αυτή φαίνεται να συντάσσεται και ο Θ. Βαλσαμών, ο οποίος στο ερμηνευτικό του σχόλιο υπό τον 6ο κανόνα της Ζ΄ Οικουμενικής (Βλ. το κείμενο του σχολίου σε Σύνταγμα, Ράλλη-Ποτλή, Τ. 2, 579) σημειώνει: «Καὶ κανονικαὶ μὲν παραδόσεις εἰσὶν οἱ εὔλογοι καὶ παράλογοι ἀφορισμοὶ, αἱ καταταγαί τῶν κληρικῶν, αἱ διοικήσεις τῶν ἐπισκοπικῶν πραγμάτων, καὶ τὰ τοιαῦτα». Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω, στα ζητήματα κανονικής τάξεως, που δικαιούται να διευθετεί και να επιλύει ένας Επίσκοπος, θα πρέπει να περιληφθούν η άσκηση της δικαστικής εξουσίας, η χειροτονία των κληρικών, η εκλογή και χειροτονία επισκόπων,  οι μεταθέσεις επισκόπων, η διοίκηση των επισκοπικών υποθέσεων, η διοίκηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και αυτονοήτως ένα δευτερεύον ζήτημα, όπως είναι η επιλογή των προσώπων που θα προσκληθούν για να τελέσουν κάποια ιεροπραξία ή να κηρύξουν τον θείο λόγο εντός της επαρχίας του.

      Ούτως έχει το ζήτημα από την μια οπτική γωνία, αυτή των αρμοδιοτήτων ενός Μητροπολίτη.

Υπάρχει όμως και η άλλη οπτική γωνία, από την οποία θα πρέπει να εξετασθεί το δημιουργηθέν ζήτημα. Και αυτή είναι των αρμοδιοτήτων της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου. Με άλλες λέξεις, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος είχε την αρμοδιότητα να λάβει τέτοια απόφαση;

      Καταρχήν, και συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες, η αρμοδιότητα της Επαρχιακής Συνόδου να διαχειρισθεί ένα ζήτημα κανονικής τάξεως δεν συνεπάγεται υποκατάσταση της αρμοδιότητας του επισκόπου, αλλά εκτείνεται πέρα απ’  αυτήν, ενεργοποιουμένη όταν ο επίσκοπος δεν έχει την εκ των ιερών κανόνων εξουσία να διαχειρισθεί το ανακύψαν ζήτημα.

Τέτοια περίπτωση υφίσταται, όταν λόγω της φύσεως του ζητήματος ο επίσκοπος δεν είχε εξαρχής την εξουσία να αποφασίσει, διότι η φύση του ανακύψαντος ζητήματος είναι τέτοια, που αποκλείει την εκ μέρους του επισκόπου ανάμειξη στην διαχείρισή του. Τέτοια είναι τα ζητήματα, που άπτονται του γενικοτέρου ενδιαφέροντος, αφορούν δηλαδή το σύνολο της Επαρχίας – Μητροπόλεως. Με άλλες λέξεις, οι μείζονες υποθέσεις, δηλαδή τα ζητήματα, των οποίων οι συνέπειες δεν περιορίζονται εντός των ορίων μιας επισκοπικής περιφερείας αλλά εκτείνονται πέραν αυτής, χωρίς όμως να υπερβαίνουν και τα όρια της  Επαρχίας – Μητροπόλεως. Τέτοιες μείζονες υποθέσεις, οι οποίες αφορούν στην εκκλησιαστική περιφέρεια στο σύνολό της είναι για παράδειγμα οι διαφορές μεταξύ επισκόπων (βλ. 3ο κανόνα της συνόδου της Σαρδικής), η παράβαση δικαστικής αποφάσεως δια της αποδοχής του καταδικασθέντος εκ μέρους τινός επισκόπου (βλ. 3ο κανόνα της συνόδου της Αντιοχείας), η διοίκηση επισκοπών (βλ. 17ο της Δ΄ Οικουμενικής, 6ο της Αντιοχείας).

      Εντός του ιδίου πλαισίου, όπως ακριβώς και στην περίπτωση της αυτεξουσιότητας του Επισκόπου, κινήθηκε και ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος, ο οποίο με το άρθρο 9 καθόρισε ρητώς τις αρμοδιότητες της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, συνδέοντας αυτές σαφώς με ζητήματα γενικοτέρου ενδιαφέροντος, δηλαδή ζητήματα που ενδιαφέρουν το σύνολο της Εκκλησίας της Ελλάδος και όχι μεμονωμένες Ιερές Μητροπόλεις.

      Κατόπιν των ανωτέρω, η απόφαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου κείται εκτός των αρμοδιοτήτων αυτής και συνιστά υπέρβαση εξουσίας. Περαιτέρω, η Διαρκής Ιερά Σύνοδος με την απόφαση αυτή, παρεμβαίνει περιοριστικώς στο θεσμό του αυτεξουσίου των Επισκόπων, τροποποιώντας τους σχετικούς αλλά θεμελιώδεις για το πολίτευμα της Εκκλησίας ιερούς κανόνες. Ουσιαστικώς, με την απόφαση αυτή οι Μητροπολίτες της Εκκλησίας της Ελλάδος αυτοκαταργούνται. Τέτοια, όμως, ενέργεια περί τροποποιήσεως ιερών κανόνων, υπάγεται στην αρμοδιότητα συνοδικού οργάνου πανορθόδοξης εμβέλειας, με αποτέλεσμα η εν λόγω μονομερής εντός της Ορθόδοξης Εκκλησίας κίνηση της Εκκλησίας της Ελλάδος να διασπά την κανονική ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και να δημιουργεί ζήτημα μείζονος σημασίας.

      Εκφράζω την ελπίδα, ότι η απόφαση αυτή θα ανακληθεί, διότι οι συνέπειες που θα προκαλέσει η διατήρησή της σε ισχύ είναι δυσαναλόγως σοβαρότερες των πιθανοτήτων εφαρμογής της. Και τούτο, επειδή η έκδοση μιας συνοδικής αποφάσεως, προϋποθέτει την δυνατότητα επιβολής της εφαρμογής της. Και η δυνατότητα αυτή παίρνει «σάρκα και οστά», όταν η αντίθετη προς το διατακτικό της αποφάσεως συμπεριφορά συνιστά κανονικό παράπτωμα, το οποίο συνοδεύεται και από την αντίστοιχη επιβλητέα ποινή. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συμβαίνει στην σχολιαζόμενη περίπτωση.

Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας έχει τον λόγο.